Scroll Top

O «ανήκουστος» Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς | Φανή Κεχαγιά

Υπεύθυνη στήλης | Φανή Κεχαγιά

Πρόσφατα άρθρα
Advertising
single-post-1-banner.jpg

Ο ήλιος γιόμισε πορτοκάλια το δωμάτιο. Απ’ τα χαλιά ξεκόλλησαν πουλιά· καθώς πετούν ολόγυρα, τα έπιπλα καθρεφτίζουν τις ωραίες τους φτερούγες που διώχνουν μακριά το θάνατο.

Ε. Χ. Γονατάς, Η κρύπτη

Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς (19242006) ήταν Έλληνας ποιητής, διηγηματογράφος και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Έμεινε γνωστός στα ελληνικά γράμματα ως «λογοτέχνης του παράδοξου». Με καταγωγή από το Αϊβαλί, γεννήθηκε και έζησε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία μέχρι τη συνταξιοδότησή του, μετά την οποία άρχισε να ξαναδημοσιεύει έπειτα από πολυετή παύση. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1944 µε το ποίημα «Η μικρή εξοχική µας πόλη», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παλμός µε το ψευδώνυμο Ε. Γόνης. Ακολούθησε (1945) η έκδοση του αφηγήματος «Ο ταξιδιώτης» και, δεκατέσσερα χρόνια αργότερα (1959), εξέδωσε τη συλλογή από ποιητικές πρόζες Η κρύπτη. Συνέχισε με αφηγηµατικά έργα µε έντονα ποιητική γλώσσα: το Βάραθρο (1963), Οι Αγελάδες (1963), Ο φιλόξενος καρδινάλιος (1986), Η προετοιµασία (1991), καθώς και μεταφράσεις των: Βολς, Ιβάν Γκολ, Γκουστάβ Φλοµπέρ, Κόλεριτζ, Αντόνιο Πόρτσια (Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για το έργο του Πόρτσια Επιλογή από τις Voces), Πιερ Μπετενκούρ, Γκέοργκ Kρίστοφ Λίχτενµπεργκ, κ.ά. Η τελευταία του συλλογή αφηγημάτων με τίτλο Τρεις δεκάρες κυκλοφόρησε το 2006, λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του. Στη γραφή του διακρίνονται καταβολές στο ρεύμα του υπερρεαλισμού αλλά και στοιχεία ρομαντισμού και αισθητισμού.

Ο Ε. Χ. Γονατάς παραμένει µια ιδιόμορφη και παρασιωπημένη περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Όταν πρωτοεμφανίστηκε, αντιμετωπίστηκε µε αμηχανία από την κριτική. Παρότι δεν υπήρξε «ορθόδοξος» υπερρεαλιστής µε την µπρετονική έννοια, θεωρείται πρωτοπόρος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Συνεργάστηκε µε τον ποιητή Δημήτρη Π. Παπαδίτσα για την έκδοση του βραχύβιου περιοδικού Πρώτη Ύλη (1959-1961) και ανέπτυξε φιλίες µε πολλούς καλλιτέχνες της εποχής του, όπως τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον πεζογράφο Νίκο Καχτίτση (σχέση δι’ αλληλογραφίας), τον διηγηματογράφο Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, τον Μίλτο Σαχτούρη (με τον οποίο τον συνέδεε βαθιά φιλία απ’ όταν ήταν συμμαθητές) κ.ά., ωστόσο κρατήθηκε πεισματικά στην αφάνεια – ολιγογράφος, επέλεξε την αφάνεια, «επειδή δεν τον ενδιέφερε η δημοσιότητα, αλλά η επικοινωνία». Μερικές από τις ελάχιστες «εμφανίσεις» του είναι η συνέντευξή του στην εφημερίδα Τα Νέα (4 Ιουνίου 1994), η συνέντευξή του στο περιοδικό Διαβάζω (τ. 444, 10/2003) και το ντοκιμαντέρ «Επισκέψεις στο σπίτι του Ε. Χ. Γονατά», της Εύας Στεφανή, που προβλήθηκε στην ΕΡΤ (1998, παραγωγή της εταιρείας «CINETIC»).

Βγήκε από την αφάνεια το 1976, όταν τον ξεχώρισε σε συνέντευξη ο μέντοράς του στην τέχνη Νίκος Εγγονόπουλος. Στα έργα του ήταν λακωνικός και υπαινικτικός, καθώς «ξεκινούσε από βιωμένες καταστάσεις, αλλά υπερέβαινε το ατομικό, για να συνδυάσει τον στοχασμό με το όνειρο, το καθημερινό με το ανοίκειο, το λογικό με το παράλογο, την πρόζα με την ποίηση». Ονόμαζε τον εαυτό του «συγγραφέα της εξαιρέσεως και του ανήκουστου» –που μπορεί να είναι το πιο απλό και καθημερινό γεγονός– διαφωνώντας με τον χαρακτηρισμό του ως συγγραφέα του φανταστικού και του παράδοξου. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδαΤα Νέα (1994), δήλωσε: «Δεν κατασκευάζω όνειρα. Δεν είμαι “ονειροποιός”. Ό,τι γράφω, είναι βιωμένο. Και το φανταστικό στοιχείο που βλέπουν στο έργο μου είναι στην ουσία το παράλογο, έχει σχέση με τον διχασμό της πραγματικότητας». Λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του, στη συνέντευξή του στο περιοδικό Διαβάζω (2003), δήλωνε ότι δεν είχε ακόμα κλείσει τον κύκλο του προσωπικού του έργου, σε αντίθεση με τη μετάφραση που, ως παράπλευρη δημιουργία, είχε πάψει πλέον να εμπίπτει στα ενδιαφέροντά του.

Σύμφωνα με την Τιτίκα Δημητρούλια, το έργο του παραμένει ανοιχτό σε όλα τα επίπεδα, οιονεί ανολοκλήρωτο, εμπεριέχοντας ταυτόχρονα τη συνέχεια και την αναίρεσή του, τη μελλοντική υλοποίηση και τελειότητά του όχι με τον τρόπο του ημιτελούς αλλά του δυνητικού, κάτι που οφείλεται στις ιστορίες που αφηγείται: ιστορίες σύντομες, μετέωρες, περίκλειστες στο ελάχιστο των λέξεων σαν σε κουκούλι ή σε όστρακο, ονειρικές και υπερφυσικές, σουρεαλιστικές και παράδοξες. Υπό αυτή την έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Ε. Χ. Γονατάς ήταν αλχημιστής της παραδοξότητας, ένας κοσμικός ονειρευτής, ένας στοχαστικός μεταμορφωτής της πραγματικότητας, ζωγράφος του άχρονου και του συνειρμικού μέσω πολυεπίπεδων εικόνων και μεταφορών, ενώ ο πεζός λόγος του, όπως επισημαίνει ο Παναγιώτης Μουλλάς, διατηρεί «άρρηκτο ερωτικό δεσμό» με την ποίηση, στοιχείο στο οποίο συμφωνεί και ο Αναστάσης Πισσούριος επισημαίνοντας πως στον Γονατά «αποκαλύπτεται ο μεταφορικός ποιητικός λόγος ως ένα είδος ετυμολογίας των λέξεων και των εκφράσεων».

«Το διήγημα θέλει καλλιτεχνικότερο χέρι, πλησιάζει προς την ποίηση, πρέπει με την πρώτη να φτάσεις στην ψίχα», έλεγε ο Ε. Χ. Γονατάς το 2003 στο περιοδικό Διαβάζω. Σταθερός στη μικρή φόρμα, επικαλούνταν την έλλειψη χρόνου για να εξηγήσει τα τόσο μικρά σε έκταση κείμενά του («εργαζόμουν και δεν είχα τον χρόνο να στήσω μεγάλες ενότητες», απολογούνταν). Στις 10 Αυγούστου 1962, σε επιστολή του προς τον Νίκο Καχτίτση (Εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 01/04/2000), εξομολογείται:

Καθισμένος από τα χαράματα μπρος στο τραπέζι, προσπαθούσα εις μάτην να προχωρήσω ένα κομμάτι που είχα σχεδιάσει, αλλά δεν κατάφερα να το βγάλω πέρα εχθές. Είχα φθάσει σε σημείο μεγάλης απελπισίας, γιατί και δεύτερη μέρα στη σειρά πάλι αποτυχία θα ήταν θανάσιμο πλήγμα στο ηθικό μου. Σκεφτόμουν και τη δίκη ενός πελάτου μου – λωποδύτου – που διεξάγεται σήμερα το απόγευμα στις 6 και στην οποία είναι αδύνατον να μην παραστώ, εφ’ όσον έχω αναλάβει το βάρος της σε ανύποπτον χρόνο, πολύ προτού μπλέξω στα δίχτυα της συγγραφής.

Όποιος κι αν είναι ο λόγος, η ανέμελη συντομία στα –ανοιχτά προς ποικίλες αναγνώσεις– πεζά του Ε. Χ. Γονατά αποθεώνει την αρτιωμένη καθολικότητα του αποσπάσματος – ή, αλλιώς, την αποσπασματικότητα που ενέχεται στο καθολικό. Τις σύντομες –συχνά σχεδόν αποφθεγματικές– ιστορίες του, που μοιάζουν περισσότερο με παραβολές, με αποσπάσματα ενός αφηρημένου όλου, με φιλοσοφικά παραμύθια παρά με διηγήματα, όντας τελειομανής ως άλλος Σολωμός, τις ξαναδούλευε µε εμμονική προσήλωση στη λεπτομέρεια – «ο λόγος του Γονατά είναι αυστηρά και άκρως προσεχτικά αρθρωμένος» και «με καλά επεξεργασμένες τις γλωσσικές διατυπώσεις», κατά τον Πισσούριο.

Η αγάπη και ο σεβασμός του για τα ζωντανά πλάσματα (στο σπίτι του ζούσαν σκαντζόχοιροι, πάπιες, χρυσόψαρα, πουλιά, σκυλιά και αμέτρητες γάτες) καθρεφτίζεται στα πεζά του στα οποία συχνά πρωταγωνιστούν ζώα και φυτά, που με τις δοκιμασίες και τις αλλόκοτες συμπεριφορές τους πραγματώνουν το απόλυτο της ζωής ή του ονείρου: αγελάδες, γεράκια, περιστέρια, κύκνοι, δάση, μολόχες, νυχτολούλουδα, συκιές, πεπόνια, όλα συμμετέχουν στο μπορχικό ή μπουνιουελικό σύμπαν του Ε. Χ. Γονατά με έναν τρόπο φιλοσοφικό, κατά τον τρόπο των ρομαντικών, και με συχνά υπερρεαλιστική ηθική, ασχέτως αν ο ίδιος αρνούνταν τον υπερρεαλισμό. Κατά τη Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, η αγάπη του για το ζωικό βασίλειο στηριζόταν σε µια φιλοσοφική-στοχαστική βάση: ο E.X. Γονατάς πίστευε σε µια φιλοσοφία της φύσης, όπως αυτή των Γερμανών ρομαντικών, που απέβλεπε στη σύνθεση, στην ενότητα, σε ένα ενιαίο όλον, στο «όλα σε Ένα» των υπερρεαλιστών. Εκ παραλλήλου, το ανθρώπινο στοιχείο στα έργα του, όταν δρα και δεν είναι περιφερειακό στοιχείο της φύσης, αναδεικνύεται άλλοτε στο μεγαλείο του, άλλοτε στην ασημαντότητά του.

Οι αρχικές προσπάθειες ταξινόμησης του έργου του Ε. Χ. Γονατά δεν καρποφόρησαν. Το ερώτημα που απασχόλησε ήταν πρωτίστως εάν έγραφε ποίηση ή πρόζα. Οι κριτικοί της εποχής του, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις (όπως αυτές του Παναγιώτη Mουλλά και του Nτίνου Xριστιανόπουλου), εξαντλήθηκαν στην αναζήτηση επιδράσεων στο έργο του και δεν αναγνώρισαν την ιδιαίτερότητά του. Σε συνέντευξή της στη Μαρία Τσάτσου, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου υποστηρίζει πως η αδυναμία κατάταξης του Γονατά σε µια σχολή ή κίνημα οφείλεται στο ότι ο ίδιος δεν υπηρέτησε ειδικά κάποιο λογοτεχνικό είδος, όπως π.χ. τη φανταστική λογοτεχνία (την οποία ο Γονατάς αγαπούσε μεν, καθώς ήταν πολύ κοντά στις στοχαστικές του αναζητήσεις), αλλά προσπάθησε να κάνει κάτι διαφορετικό, διαμορφώνοντας ένα δικό του ύφος, µια προσωπική τεχνική, και οι επιδράσεις του θα πρέπει να ανιχνευτούν στην τεράστια ποικιλία συγγραφέων από εντελώς διαφορετικούς χώρους, που διάβαζε: βραχμανικά κείμενα, Γερμανούς ρομαντικούς, Ρώσους, έργα κλασικά, ελληνικά λαϊκά αναγνώσματα, λεξικά διαφόρων εποχών και ειδικεύσεων κ.ά.

Ο ιδιόρρυθμος, αχαρτογράφητος, ο «cult» συγγραφέας «της εξαιρέσεως» Ε. Χ. Γονατάς πέθανε σε ηλικία 82 ετών από καρκίνο του πνεύμονα. Όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν πλέον από τις εκδόσεις «Στιγμή».

Πηγές

«Αφιέρωμα». Διαβάζω (444): 64-102. Οκτώβριος 2003.

Γεωργακοπούλου, Β. (27 Μαρτίου 2006). «”Έφυγε” στα 82 του ο συγγραφέας τού Φιλόξενου καρδινάλιου Ε. Χ. Γονατάς». Ελευθεροτυπία (Αθήνα). https://web.archive.org/web/20070929083107/http://www.enet.gr/online/online_print?id=86715224. Ανακτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2024.

Γονατάς, Ε. Χ. Οι αγελάδες. Στιγμή, Αθήνα 1992.

Γονατάς, Ε. Χ. Ο ταξιδιώτης. Στιγμή, Αθήνα 2001.

Γονατάς, Ε. Χ. Η κρύπτη. Στιγμή, Αθήνα 2006.

Γονατάς, Ε. Χ. Τρεις δεκάρες. Στιγμή, Αθήνα 2006.

Γονατάς, Ε. Χ. Ο φιλόξενος καρδινάλιος. Στιγμή, Αθήνα 2006.

Καμχής, Βίκτωρ (Νοέμβριος 2009). «Εργογραφία [1937-2007] Ε. Χ. Γονατά». Μανδραγόρας 16 (41): 128-134.

Καμχής, Βίκτωρ (Νοέμβριος 2009). «Βιβλιογραφία Ε. Χ. Γονατά [1945-2007]. Επιλογή (συνοπτική αναγραφή δημοσιευμάτων)». Μανδραγόρας 16 (41): 135.

Καμχής, Βίκτωρ (Νοέμβριος 2009). «Ο Ε. Χ. Γονατάς και η κριτική [1945-2007] [ανθολόγιο]». Μανδραγόρας 16 (41): 122-127.

Πισσούριος, Α. «Ε. Χ. Γονατάς: γραφή από αλλού». https://www.monocleread.gr/2024/03/06/e-x-gonatas-grafh-apo-alloy/. Ανακτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2024.

Νατσίνα, Αναστασία (11 Οκτωβρίου 2003). «”Eίμαι συγγραφέας της εξαιρέσεως”». Τα Νέα (Αθήνα). https://www.vlioras.gr/Philologia/Literature/Poetry/Gonatas/2003_10_11_Nea_Synenteyxi.htm. Ανακτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2024.

Χαρτουλάρη, Μικέλα (1 Απριλίου 2000). «Ε. Χ. Γονατάς – Δ. Π. Παπαδίτσας: “Να μου γράφεις…”». Τα Νέα (Αθήνα). https://web.archive.org/web/20050507063231/http://ta-nea.dolnet.gr/print_article.php?e=A&f=16706&m=R33&aa=1. Ανακτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2024.

https://www.poeticanet.gr/fragkiski-ampatzopoyloy-gonata-a-1321.html?category_id=403. Ανακτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2024.

https://web.archive.org/web/20070929083107/http://www.enet.gr/online/online_print?id=86715224. Ανακτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2024.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%80%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CE%B4%CE%B1%CF%82_Γονατάς. Ανακτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2024.

https://www.poiein.gr/2009/01/11/a-aiiaouo-oi-aunaeni-1963/ (Ηλεκτρονικό περιοδικό Ποιείν. Καταχώριση από Σωτήρη Παστάκα). Ανακτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2024.

Βιογραφικό Φανή Κεχαγιά