Scroll Top

Panagiotis Kerasidis | Greece

Η ποίηση είναι κώδικας ζωής, είναι οι σκέψεις που αναπνέουν και οι λέξεις που πυρπολούν τον βίο.

“Τι θα ήταν η ζωή χωρίς την ποίηση;
Τι θα ήταν η ποίηση χωρίς τις τρανές της γλώσσας οδοιπορίες;”
Το Culture Book συνομιλεί μέσω του Patras Word Poetry Festival με ποιητές και ποιήτριες που δημιουργούν ανά τον κόσμο. Η παρουσίαση, η καταγραφή, η μελέτη και αυτών των ποιητών και ποιητριών είναι από εκείνα που οφείλουμε στην τέχνη της ποιήσεως.
Η καταγραφή χωρίς μεγέθυνση των αληθινών διαστάσεων του μεγαλείου της ζωής, που είμαστε έτοιμοι να την καταστρέψουμε, μέσα και από τις κειμενικές αξίες των σύγχρονων ποιητών και ποιητριών, διαμορφώνει και την καθημερινότητα της σύγχρονης λογοτεχνίας.


Κι αν διευρύνεται ο κύκλος της σιωπής
καθώς ρίχνεται ο αετός
σε κάτι που του γυάλισε πάνω σου
και απλώνεται καταρράχτης κοφτερός η εικόνα
που σε έμαθε να το βουλώνεις στον πόνο του άλλου
και να παίρνεις κάτι άλλο από τις κηδείες

Κι αν λυπάσαι επειδή χάνεις και ξαναχάνεις
την ευκαιρία να αρπάξεις κάτι από το υλικό άπειρο
σε κάποια μορφή που να σε θυμίζει
παρότι γυρνάς την πλάτη στο όνειρο
φάλτσο όνειδος πιπιλίζοντας

Κι αν παίζεις στην αιώρα των κυπαρισσιών
τον ρόλο που σου χάρισε
η μοίρα του ξανακερδισμένου χρόνου,
τον ρόλο του ασώτου,
που σαν ήρωα τον παίζει του αθανάτου,
επιστρέφοντας στην αρχή του ταξιδιού του

Κι αν η τύχη σού τάζει γλυκά
και η ξενιτιά σ’ τα τρώει

Κι αν ο τυφλός ανοίγει την πόρτα
για να μπαινοβγαίνουν ελεύθερα στη θέα του χρόνου
όσοι απέτυχαν να γίνουν κάτι μεγάλο που σχεδίαζαν
και όσοι έγιναν κάτι και το αποσυνθέτουν
συνθέτοντας κάτι άλλο εν αγνοία τους

Κι αν μαθαίνει ο χωλός τον χορό των τυφλών
για να σέρνουν μαζί από το αυτί
την αμφίρροπη αποδοχή του ετεροχρονισμένου πένθους
για το παιχνίδι μόνο

Κι αν εθελοτυφλείς
απέναντι στα φωτισμένα κύματα των βράχων
επειδή κλονίστηκες μόλις άκουσες
κυπαρίσσια να σαλπάρουν

Κι αν φεύγεις επειδή σηκώνεται αέρας
φουσκώνει τα πανιά σου
και παίρνει τα μυαλά σου
στο ταξίδι αυτό που το θέλεις χωρίς επιστροφή

Κι αν κι αν κι αν…
Η τύχη σού τάζει γλυκά
και η ξενιτιά σ’ τα τρώει…

Τούτο προσπάθησε μόνο
προσπάθησε πάλι, προσπάθησε κι άλλο.
Άσ’ το να φύγει σαν πεπρωμένο.
Να σε κυνηγάει σαν κάτι άλλο.

If the circle of silence widens
as the eagle is diving
for something he fancied on you
and like a sharp waterfall spreads the image
that taught you to shut up in other people’s pain
and get something different from funerals

If you are sad because you lose and lose again
the opportunity to grab something from the material infinity
in some form that reminds of you
even though you turn your back on the dream
sucking false shame

If you play in the cypress hammock
the role he gave you
the fate of reclaimed time,
the role of the prodigal,
who plays him as a hero of the immortal,
returning to the beginning of his journey

If luck promises you candies
and the foreign land eats them up

If the blind man opens the door
to come and go freely in the sight of time
those who failed to become something big that they planned
and those who became something and decompose it
composing unbeknownst something else

If the lame learns the dance of the blind
to drag together by the ear
the ambivalent acceptance of delayed mourning
only for the game

if you are turning a blind eye
against the illuminated waves of the rocks
because you wavered as soon as you heard
cypresses to set sail

If you leave because the wind rises
puffs up your sails
and blows away your mind
on that trip that you want without return

And if and if and if…
luck promises you candies
and the foreign land eats them up…

Just try this
try again, try some more.
Let it go like fate.
Let it chase you like something else.

Translation: Agoritsa Bakodimou


Εν τοιαύτη περιπτώσει, τίποτα δεν γίνεται.
Ούτε εδώ ούτε εκεί.
Σκυταλοδρομίες αφής
στις αντιφάσεις της ιστορίας που αφηγείται ο γέροντας
μπροστά στο αναμμένο τζάκι του μισογκρεμισμένου σπιτιού
όπου γεννήθηκε και έζησε
σαν άσωτος υιός και σαν άσωτος πατέρας
γράφοντας και σβήνοντας,
καπετάνιος στην πλώρη του, χωρίς σκαρί και ναύτες,
την ιδιόχειρη διαθήκη του.

Να την αναγγέλλουν οι απανταχού εξόριστοι
και να ριγούν τα γεγονότα που τους έδιωξαν.
Να τραγουδούν οι αγαπημένοι των νεκρών
και να τρέχουν τα σώματα των αγαλμάτων.

Τίποτα δεν γίνεται
αν δεν δράττονται των οραμάτων τα ερπετά.
Τίποτα δεν γίνεται
αν δεν σε τρίψουν οι ρώγες των δαχτύλων
που παίζουν με τα χώματα της ήττας.
Τίποτα δεν γίνεται.
Αλλά κι αυτό που γίνεται δεν γίνεται.
Ίσως έτσι αρχίσει κάτι που να ξαναγίνεται.

Επεισόδιο που παίζεται και ξαναπαίζεται
από τα χείλη και τα μάτια διεγερμένων πενθούντων,
που περιέχονται ερήμην τους σε ακατάδεκτα ποιήματα,
σαν μνήματα,
που ψελλίζουν άστεγοι στις όποιες εσοχές του κόσμου.
Και έτσι κάτι γίνεται.
Και ξαναγίνεται.


In this case, nothing happens.
Neither here nor there.
Touch relays
in the contradictions of the story told by the old man
in front of the burning fireplace of the dilapidated house
where he was born and lived
like a prodigal son and like a prodigal father
writing and erasing,
captain at his prow, without ship and sailors,
his own will.

Let the exiles everywhere announce it
and to shiver the events that drove them away.
Let the loved ones of the dead sing
and the bodies of the statues run.

Nothing happens
if the reptiles are not affected by the visions.
Nothing happens
if you are not rubbed by the fingertips
who play with the soil of defeat.
Nothing happens.
But even what is done is not done.
Maybe this is the start of something that will happen again.

Episode that is played and replayed
from the lips and eyes of excited mourners,
contained in their absence in condescending poems,
like graves
that homeless people mumble in every nook and cranny of the world.
And so something happens.
And it happens again.

Translation: Agoritsa Bakodimou

Βιογραφικό Παναγιώτης Κερασίδης