Scroll Top

Savvas Lazaridis, Greece



The Poems



                    To mother

In the end she laughs endlessly. After all the pains of the last months she feels nothing. Almost frozen, she struggles to follow an ambiguous path that disturbs her oblivion. No one can bear to watch. She cares for no one, only for laughing endlessly…

In reality she has reached the end
reverently lucent balancing between
the space that keeps her on her feet
and a crowded hall of annoying spectators.
She tries to believe, asking clumsily, that they owe her something
without knowing that she should talk in two languages:
the one that respects her own self
and the other, the one that penetrating under the skin
embarrasses inertia in front of the tied backcloth. The knot will be untied
as time becomes scarce sinking her in the pit,
violating the correct use of that knowledge,
dispersing her towards anything revolving.
Those who created her don’t doubt
about the journey to the south, but continue
to ask the trees and the dull skies
full of cherries for the bird with the three souls.
Although excellent conductors, they are not porous enough
to hear the girl before the coming
of the annihilation of every sexual embracement
establishing a new Jerusalem
when every path has so few flowers



                   Στην μητέρα

Στο τέλος γελάει ακατάπαυστα. Από όλους τους πόνους των τελευταίων μηνών δεν νιώθει τίποτα. Σχεδόν παγωμένη δυσκολεύεται να κινηθεί προς μια αντιφατική κατεύθυνση που αναστατώνει τη λήθη της. Κανείς δεν αντέχει να βλέπει. Δεν την νοιάζει κανένας τους παρά μόνο να γελά ακατάπαυστα…

Στη πραγματικότητα έχει φτάσει στο τέρμα
ευαγγελικά στιλπνή ισορροπώντας ανάμεσα
στην έκταση του χώρου που την κρατάει όρθια
και σε μια κατάμεστη αίθουσα ενοχλητικών θεατών.
Προσπαθεί να πιστέψει ζητώντας αδέξια ότι της χρωστάνε
δίχως να έχει γνώση πως θα πρέπει να μιλήσει δύο γλώσσες:
αυτή που σέβεται τον ίδιο της τον εαυτό
και την άλλη που εισχωρώντας κάτω από το δέρμα
φέρνει σε δύσκολη θέση την αδράνεια
μπροστά στο δεμένο παραπέτασμα. Θα λυθεί το σχοινί
όσο λιγοστεύει ο χρόνος βυθίζοντας την στο λάκκο,
παραβιάζοντας τη σωστή χρήση αυτής της γνώσης,
σκορπίζοντας την προς οτιδήποτε περιστρέφεται.
Αυτοί που την δημιούργησαν δεν αμφιβάλλουν
για το ταξίδι προς το νότο, αλλά συνεχίζουν
να ρωτούν τα δέντρα και τους νωχελικούς ουρανούς
γεμάτους κεράσια για το πουλί που έχει τρεις ψυχές.
Αν και εκπληκτικοί αγωγοί, δεν είναι πορώδεις
ώστε να ακούσουν το κορίτσι πριν επέλθει
ο αφανισμός κάθε σεξουαλικής περίπτυξης
εγκαθιδρύοντας την νέα Ιερουσαλήμ
όταν κάθε μονοπάτι έχει τόσα λιγοστά λουλούδια

* * *


You know that mornings are the toughest
when you are not sure exactly what you will do,
like washing last night’s’ pots and pans
or peeling the carrots you saved
for the last bottle of whisky

On the other side of the street the lawyer’s wife
waits for the Sunday morning newspapers,
wearing only her nightgown, smiling
with a brilliant repeal that forces
the waters of the river to change their course

I rarely sing holding in my hands
girls under tangled bedclothes
not thanks to an innate need,
but by pure desire of a crazy poetry
concocted by black farmers in the rain

Still within these worries blue rushes
to the exhausted notes of another blue song
over white fields suggesting
that the only difference between fortune and desperate misfortune
is a miserable job served on a plate
accompanied with evenings of crowded bars
drinking salutary Tom Collins

Fortunately, there are still kisses tasting of worn shoe soles
to remind you that they are no photographic reflections
all the things you thought about her white thighs
involving yourself in a terrible agitation
as you wait for the next train in the station,
holding in your hands newspapers that you will never read



Ξέρεις πως τα πρωινά είναι τα πιο δύσκολα
όταν δεν γνωρίζεις ακριβώς τι θα κάνεις
όπως να πλύνεις τις χθεσινοβραδινές κατσαρόλες
ή να καθαρίσεις τα καρότα που φύλαγες
για το τελευταίο μπουκάλι ουίσκι

Απέναντι στο δρόμο η γυναίκα του δικηγόρου
περιμένει φορώντας το νυχτικό της μόνο
για τις κυριακάτικες εφημερίδες χαμογελώντας
με μια υπέροχη μεταστροφή που αναγκάζει
τα νερά του ποταμού να αλλάξουν την πορεία τους

Σπάνια τραγουδώ έχοντας στα χέρια μου
κορίτσια κάτω από τσαλακωμένα σεντόνια
όχι από μια έμφυτη ανάγκη, αλλά από καθαρή
επιθυμία μιας τρελής ποίησης
που σκαρφίστηκαν νέγροι αγρότες στην βροχή

Κι όμως μέσα σε αυτές τις έννοιες σκάει το γαλάζιο
στις εξαντλημένες νότες ενός ακόμη γαλάζιου τραγουδιού
πάνω από λευκά χωράφια θυμίζοντας
πως η μόνη διαφορά τύχης και απελπιστικής ατυχίας
αποτελεί μια μίζερη δουλειά σερβιρισμένη σε ένα πιάτο
συνοδευμένο με απογεύματα κατάμεστων μπαρ
πίνοντας λυτρωτικά τα Τομ Κόλινς

Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη φιλιά με γεύση λιωμένης σόλας
για να θυμίζουν πως δεν είναι φωτογραφικές απομιμήσεις
όλα αυτά που σκέφτηκες για τους λευκούς μηρούς της
εμπλέκοντας τον εαυτό σου σε μια μεγάλη αναστάτωση
καθώς περιμένεις το επόμενο τρένο στο σταθμό
έχοντας στο χέρι εφημερίδες που ποτέ δεν θα διαβάσεις

The Poet

Savvas Lazaridis was born in 1984 in Thessaloniki. He graduated from the Department of Mechanical Engineering of the University of Thessaly. Today, he works as a mechanical engineer in his own company. His poems, short stories and articles have been published in electronic and print media. He is the author of the poetry collection Hystera (Saixspirikon, 2017), Between Murder and Time (Romi, 2018), Ultimi Inter Pares in cooperation with the author Tassos Angelidis Gentzos (Romi, 2019) and the author of the novel Smile (Romi, 2019).
Lazaridis lives in Thessaloniki, Greece with his wife and his daughter.


Ο Σάββας Λαζαρίδης γεννήθηκε το 1984 στη Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησε από το τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Σήμερα εργάζεται ως μηχανολόγος μηχανικός στη δική του εταιρεία. Ποιήματα, διηγήματα και άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα. Είναι συγγραφέας της ποιητικής συλλογής ΥΣΤΕΡΑ (Σαιξπηρικόν, 2017), Ανάμεσα στον φόνο και τον χρόνο (Ρώμη, 2018), Ultimi Inter Pares σε συνεργασία με τον συγγραφέα Τάσο Αγγελίδη Γκέντζο (Ρώμη, 2019) και συγγραφέας του μυθιστορήματος Μικρό Χαμόγελο (Ρώμη, 2019).
Ο Λαζαρίδης ζει στη Θεσσαλονίκη με τη γυναίκα του και την κόρη του.