Scroll Top

Χλόη Κουτσουμπέλη: Υπάρχει ποίηση μετά το σώμα;

 

Για τις ποιητικές συλλογές της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ:
    Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας, Κέδρος 1978
                   Οι μνηστήρες, Κέδρος 1984
                 Επίλογος αέρας, Κέδρος 1990

 

Στην ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ η απώλεια όχι μόνο είναι κυρίαρχη ως ουσία και ως θέμα, αλλά και λιγοστεύει διαρκώς. Σαν να υπάρχει μια μαύρη κοσμική τρύπα που βαθμιαία καταβροχθίζει την ύπαρξή μας και τη λιγοστεύει. Η ζωή πάντα ή απουσιάζει ή υπολείπεται. Γράφει: «Πάντα μια άλλη ζωή φαίνεται / πιο ελεύθερη, πιο ζωή απ’ τη δική μου. Όλα βρίσκονται σε μία διαδικασία πτώσης», «Όλη η ομορφιά είναι πτώση / του νερού / του φύλλου / του χιονιού».
Ο επιτυχής τίτλος της συλλογής Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας καθορίζει εξαρχής αυτή την αλήθεια. Στις τρεις υπό εξέταση ποιητικές συλλογές της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ, η συνειδητοποίηση της θνητότητας και της φθαρτότητας, η επίγνωση του προκαθορισμένου τέλους, η αρρώστια, η αλλοίωση και η παραμόρφωση του κορμιού, μετατρέπονται σε έναν βαθύ στοχασμό που από «εγκεφαλικός» μεταβάλλεται συχνά σε σωματικό: «Μες στη νύχτα η ανακεφαλαίωση / αρχίζει από το σώμα».
Στην ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ το Σώμα ως λέξη επαναλαμβάνεται συνέχεια. «Τα έντερα τα εσώτατα / που διοχετεύουν πάθη / και κάνουν αισθητή / την κάθοδο/ της μεμψίμοιρης μέρας, / το στομάχι / η σακούλα του παλιού μου έρωτα / … / τα αγγεία με τα στεκάμενα αίματα / της προσωπικής μου αποτυχίας / κι οι φλέβες / τα χοντρά σκοινιά της ύπαρξής μου / που μ’ έδεναν μαζί σου» / … (Από το ποίημα «Τα έντερα και τα άλλα», Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας).
Όλα τα όργανα βρίσκονται πάνω στο στιχουργικό τραπέζι. Έντερα, στομάχι, αγγεία, φλέβες, σπλάχνα, λαιμός, κρέας, νύχι, καρδιά, κότσια, πρησμένα πόδια, μάτια, κρανίο. Αυτά συγκροτούν το βιολογικό σώμα. Μέσα σε αυτά συντελούνται, σύμφωνα με την ποιήτρια, όλες οι μυστηριακές ζυμώσεις του έρωτα. Σε αυτά, επίσης, αποτυπώνεται η μνήμη που δεν είναι παρά το κουκούλι στο οποίο η πρωταρχική κάμπια-βίωμα μεταμορφώνεται σε τέχνη-πεταλούδα. Τα όργανα αυτά αποτελούν το έξω σώμα της ύπαρξης και το μέσα σώμα της ποίησης.
Στην ποίηση της Ρουκ όλα σωματοποιούνται. Ο έρωτας, η απελπισία, η μοναξιά, η απομόνωση, η ελπίδα, ο φόβος. Όλα αποτελούν όργανα του κορμού -κορμιού της ποίησής της: «Και στο κρανίο / οι μικροί όγκοι / οι ερυθρές φυσαλίδες / αλλάζουν την όψη του κόσμου» (από το ποίημα Το κεφάλι μου, Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας). Όλα συμμετέχουν ενεργά σ’ αυτό το «παν σώμα» που αποτελείται από στίχους. Η Γιαννούσα, το ποιητικό υποκείμενο, αναρωτιέται στο ποίημα «Ο σκίουρος και πάλι», από τη συλλογή Επίλογος αέρας, «αν υπάρχει ποίηση περ’ «από το σώμα».
Η ποιήτρια μάς οδηγεί στη διαδρομή που θα αποτελέσει τη σάρκινη ραχοκοκαλιά της ποίησής της. Συγκλονιστικός είναι ο τρόπος που κυοφορεί τα ποιήματα. Γίνεται η ίδια μια πελώρια αμοιβάδα η οποία διαρκώς μεταλλάσσεται. Αυτή γίνεται πηλός, είναι υπόκωφη και γήινη, είναι η γυναικεία βουή και η Μητέρα Θεά. Το θαύμα της δημιουργίας συντελείται μέσα στην κοιλιά, αυτό το βαθύ όργανο, την κοιτίδα του συλλογικού ασυνειδήτου. Γράφει στο ποίημα «Η εμπειρία της έμπνευσης» από τον θρίαμβο της σταθερής απώλειας: «Ολόκληρη η κοιλιά / μεταμορφώνεται σε κάτι βαθύ / ένα δάσος με σκιές μεταθανάτιες, κι ο αφαλός ένα σιωπηλό πνευστό / όργανο θείο / για να μαντεύεις τα πράγματα / στο ρίγος».
Το σώμα λοιπόν, βιολογικό, υπαρξιακό, ποιητικό, ερωτικό, αγαπημένο, αποτελεί τον πυρήνα των τριών, υπό εξέταση, ποιητικών της συλλογών. Αυτό βιώνεται ως υλική και πνευματική υπόσταση μέσα από τον έρωτα, κυρίως όμως μέσα στην ίδια του την απουσία, αφού κάθε περίγραμμα κορμιού έχει το αρνητικό του αποτύπωμα, το κενό ανάμεσα στα τσαλακωμένα σεντόνια, αφού ακόμα και η απουσία στην ποίησή της ενσαρκώνεται.
Όμως και το μεταφυσικό – διορατικό στοιχείο της ποίησης, κατά την ποιήτρια, προέρχεται από τη ζωική και αρχέγονη φύση, και εκεί ενεδρεύει: «Όμως όταν συλλαμβάνω / το μέλλον με χόρτα / με νεύματα / νέφη και στάχτες / όπως παλιά οι ζωώδεις φύσεις των ποιητών» (απόσπασμα από το ποίημα «Για την ποίηση» από τη συλλογή Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας). Ομοίως και στο ποίημα «Ο σκίουρος απαντάει στη γυναίκα» («Μια άνοιξη για τη Γιαννούσα», από τη συλλογή Επίλογος αέρας), όπου ο σκίουρος αντιπροσωπεύει την πρωτόγονη και κτηνώδη μας φύση, γράφει: «Την ποίηση αν ξέραμε να τη δούμε, / έξω απ’ τα θλιμμένα σώματά μας, / θα τη βρίσκαμε στον ύπνο των ζώων».
Στη συλλογή Επίλογος αέρας απαντάται μια πολύ ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφική ενότητα. Τόσο στις εν λόγω συλλογές όσο και στις μεταγενέστερες, αλλά και στις συνεντεύξεις που έδωσε κατά καιρούς η ποιήτρια, ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός και μέτοχος της απελπισίας, της μοναξιάς και της έκθεσης του Σώματος του ποιητικού υποκειμένου.
Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ δεν φοβάται την απογύμνωση του εγώ, γνωρίζει μάλιστα πως είναι πρωταρχικό συστατικό της καλής ποίησης. Στην ενότητα, λοιπόν, «Η διήγηση του εγώ», η ποιήτρια χειρίζεται σύμβολα, ξεδιπλώνοντας τον φόβο του θανάτου όπως «Απόψε μου μαράθηκε τα στόμα / … / κλειδωμένη στο σαρκοφάγο φόβο», αναφερόμενη στο τραύμα της ουλής από όπου ξεπηδά το άνθος της δημιουργίας ή αλλού «Αντί γι’ αστέρι μια ουλή έλαμπε πάνω απ’ τη γέννησή μου» καθώς εστιάζει στην πρωταρχική περιπέτεια της ζωής της όταν αναδύθηκε ξαφνικά μέσα από τα σκοτάδια, μολονότι οι γονείς της πίστευαν ότι θα πεθάνει. Αναδεικνύεται ο μαγικός κόσμος της φαντασίας που από μικρή επινόησε η ποιήτρια αντιδιαστέλλοντας τον ζωντανό κόσμο της θορυβώδους κουζίνας «Ποιος ξέρει μέσα σε μία νύχτα τι ανταλλαγές έγιναν / τι έδωσα, τι πήρα, από τι παραιτήθηκα […] η κουζίνα και η χάρτινή μου φαντασία, / τόσο νωρίς λοιπόν χαράζονται οι πόλοι;» αλλά και οι αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία στην οδό Μεσολογγίου και μάλιστα ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο συνέλαβε το σύμπαν γύρω της, όπως «Μες στον Οκτώβρη τα παιδιά σαν έντομα μπλε κι άσπρα / ζουζούνιζαν, βάζαν τα κλάματα κι άστραφτε η μύξα τους στο φως» ή σε άλλα σημεία το δίπολο άγγελος – διάβολος, φως – σκοτάδι, ύλη – πνεύμα, αισθησιασμός – φθορά (θέμα που την απασχολεί και στην ποιητική συλλογή Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας στην ενότητα «Αγγελικά ποιήματα»). Γράφει λοιπόν σε αυτή την αυτοβιογραφική ενότητα: «Ονόμαζα γαλήνη το χειμώνα, την τρέλα καλοκαίρι / και μεταμορφωνόμουνα σε άγγελο χειμερινό, σε σατανά της ζέστης».
Στη συνέχεια αποκαλύπτονται: η δική της Αίγινα ως καταφύγιο όπου από μικρό παιδί έρχεται σε επαφή με τον πυρήνα της φύσης και εξοικειώνεται μαζί του, το γουρουνάκι του παιδικού τραγουδιού ως παιδικός μεταφυσικός φόβος, οι εφηβικές συναισθηματικές της μεταπτώσεις, οι ξαφνικές βροχές, το κλάμα, η έντονη ανάγκη, οι τραυματικές εμπειρίες με τα νοσοκομεία, η αρρώστια που υπήρξε γι’ αυτήν πηγή πόνου, αλλά και δημιουργίας.
Στην δεύτερη ενότητα που τιτλοφορείται («Μια άνοιξη για τη Γιαννούσα», το ποιητικό υποκείμενο, η Γιαννούσα, μία περσόνα ή ένα alter ego της ποιήτριας, είναι μια γυναίκα που βιώνει τον κόσμο μέσω του σώματος και της διαίσθησης, η ίδια ισορροπεί στην κόψη του ξυραφιού, εγκλωβισμένη στον χρόνο, αναποφάσιστη και αμφίθυμη όπως ο Άμλετ, γράφει ποιήματα και «τεντώνει» τον εαυτό της μέσα και έξω, η σκέψη πλαταίνει και βαθαίνει, η ποιήτρια βαδίζει σε δρόμους στοχασμού. Μία Πηνελόπη εξόριστη, περιορισμένη στα στενά όρια μίας μοναχικής ύπαρξης και ένας αργαλειός που γυρίζει αδιάκοπα καθώς η ποιήτρια γνέθει τα ποιήματά της.

Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,
Ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
Κάτω από το βάρος της λέξης
Γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
Όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα.

(«Λέει η Πηνελόπη» από τη συλλογή Οι μνηστήρες).

Ο Αργαλειός «ονομάζεται» χρόνος. Αυτό που κυλάει αδιάκοπα, πιο γρήγορα από εμάς «ονομάζεται» χρόνος, ο βιολογικός χρόνος που τελειώνει γρήγορα. Αυτός που εκτελεί τη διαδρομή βίωμα, μνήμη, ποίημα. Πρόκειται για τον εσωτερικό χρόνο του ποιήματος. Ο χρόνος – φθορά, ο χρόνος – απώλεια, αυτός που γεφυρώνει παρόν και παρελθόν, αυτός που προλέγει το μέλλον. Ο μη γραμμικός χρόνος της ποίησης. Η ποιήτρια «υφαίνει» με απεγνωσμένη προσπάθεια τον ιστό της για να αποτυπώσει τη μνήμη, να συγκρατήσει αυτό που χάνεται διαρκώς, να μνημειοποιήσει την εμπειρία, να απαθανατίσει τον στιγμιαίο θάνατο, αφού υπάρχει η εντροπία, αφού όλα είναι ρευστά στο ποιητικό της σύμπαν, αφού όλος ο κόσμος σταλάζει μέσα σε τεράστιες τρύπες – χοάνες, αφού το τέλος είναι ο φυσικός νόμος. «Στον κόσμο που γεννήθηκα τα χάνει κανείς όλα» είναι άλλωστε ο τίτλος ενός ποιήματός της από τη συλλογή Οι μνηστήρες:

Ο χρόνος είναι έωλος και προδοτικός.
Το μέλλον φτιάχνεται με τα πιο ωραία θέματα
της χτεσινής αγάπης …
Αδειάζω
ολ’ αδειάζω
τη στιγμή απ’ το παρόν
και μπαίνω σ’ άλλο τώρα,
πηχτό και αδιαίρετο.
Δεν θα’ μαστε ποτέ
αυτό που είμαστε στιγμιαία
αλλ΄ είναι θρίαμβος
αυτή η σταθερή απώλεια.

Η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ έχει δύο σώματα. Το ένα είναι φθαρτό και ακολουθεί το προδιαγεγραμμένο του τέλος και θάβεται κάτω από τη γη. Θα διαλυθεί, θα σαπίσει, θα φθαρεί. Το άλλο όμως, το Σώμα στοχασμός, ο κορμός λαβύρινθος, η σπείρα των ποιημάτων της που εκτείνονται ως τα βάθη της ύπαρξης και έως το πλάτος της οικουμενικότητας, θα συγκινεί διαρκώς.

*Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι ποιήτρια