Scroll Top

Ζαχαρίας Κατσακός: Η «ανορεξία» της ύπαρξης και η αναμονή του τέλους

 

Η συλλογή ποιημάτων της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ Η ανορεξία της ύπαρξης (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011), δεν αποτελεί παρά μια συνομιλία με το επερχόμενο «τέλος». Αισθήσεις, αισθήματα, συγκινησιακά φορτία, μοτίβα και κατηγορήματα συνιστούν μια καθολική ποιητική διερώτηση: πώς περιγράφεται ο ψυχισμός του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στη συνειδητοποίηση του «τέλους» που έρχεται. Η ποιητική αυτή συλλογή είναι μια διαρκής περιπλάνηση στα συναφή με το «τέλος» έκδοχα όπως είναι για παράδειγμα ο φόβος, η απώλεια και η φθορά.
Οι έννοιες αυτές, δηλαδή, φόβος, απώλεια κ.ά., εμφιλοχωρούν ακόμη και στις πιο υπόγειες και σκοτεινές διαδρομές της ύπαρξης, κάνοντας αδύναμη και, έστω, ανεπαρκή την εσωτερική όραση και επιθυμία. Στο σύνολό της πρόκειται για συλλογή ποιημάτων που περιέχει έντονα έως αιχμηρά αισθηματικά φορτία και μελαγχολικό τόνο. Έννοιες όπως χρόνος, θάνατος, σώμα, σάρκα, ηδονή, φόβος, πάθος, έρωτας και θεματικά μοτίβα όπως οι σκιώδεις μεταγραφές της φύσης, το συνεχές και επώδυνο τέλος, αυτό το τέλος που είναι όμως παρόν και αναβάλλεται διαρκώς, το φως που ολιγοστεύει, η απίσχνανση και τελική καθαίρεση του «εγώ» κ.ά., συγκροτούν περιφερειακές εστίες αναζήτησης μέσα από τις οποίες στοιχειοθετείται και οργανώνεται ένας βαθύτερος ποιητικός στοχασμός που καταλήγει σε μια συνολικότερη θεώρηση της μοναξιάς και της σιωπής, όπως βιώνονται από την ποιήτρια. Στην πραγματικότητα όμως, η έννοια της ζωής και του έρωτα, της φύσης και της αντίστασης, είναι σημεία τα οποία αξιοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτά να λειτουργήσουν τελικώς και αντιστικτικά απέναντι στη μελαγχολική ροή της ατμόσφαιρας, της συγκίνησης και του νοήματος. Αυτή ακριβώς η «σκοτεινή» ροή δεν είναι παρά το υπόστρωμα πάνω στο οποίο αναδύεται ουσιαστικά ενός ύμνος για την ίδια τη ζωή και για τον έρωτα, ενδεχομένως και για το ίδιο το τέλος που διαρκώς αναβάλλεται (πρβ. Ζαχαρίας Κατσακός, Η αναβολή του τέλους και η καθαίρεση του «εγώ», Περιοδικό Κουκούτσι, τ. 4, 2011, σ. 183).
Η δραματικότητα των στίχων της Αγγελάκη-Ρουκ, υπό την έννοια της συρροής λιτών, όμως ποικίλων και πολυάριθμων, υψηλής έντασης αισθημάτων και δηλώσεων, ο ήπιος διασκελισμός, η μετρημένη χρήση των εκφραστικών μέσων, καθώς και η λεπτοφυής ειρωνική και σαρκαστική μείξη των διατυπώσεών της -που εγγράφονται ως δραστικά σήματα απορίας, έκπληξης και εξομολόγησης- αποτελούν καίριες ποιητικές ψηφίδες της συλλογής αυτής.
Όπως ήδη δηλώνεται στον τίτλο του βιβλίου, η «ανορεξία» δεν είναι παρά, γενικότερα, η μεταφορική χρήση των εννοιών «διάθεση» και «επιθυμία». Η έλλειψή τους οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο, τελικώς, στην ίδια την απουσία της ύπαρξης. Ως ποιητικό κατηγόρημα, λοιπόν, η απουσία δεν είναι παρά η καταληκτήρια εκδοχή, η εσχατολογική ποιητική του θανάτου.
Άλλωστε, στην κυριολεκτική της σημασία, η ανορεξία ερμηνεύεται κυρίως ως αποστροφή προς την τροφή, της οποίας η έλλειψη μπορεί να οδηγήσει στην υπερβολική σωματική και ψυχική αδυναμία. Η ποιητική στρατηγική της Αγγελάκη-Ρουκ δεν είναι μόνο η διερεύνηση των αιτίων της ανορεξίας, αλλά και εκείνων που συνιστούν «τροφή» για το ποιητικό υποκείμενο. Η ποιητική της περιπλάνηση, λοιπόν, έχει κέντρο τον ψυχισμό της και συνομιλεί με ποιητικές ιδέες που αποτελούν ουσιαστικά το απόσταγμα της εμπειρίας της ζωής της. Μολονότι καταβυθίζεται στον εσώτερο “εαυτόν” τα κείμενα της συλλογής δεν αποτελούν ποιητικούς μονολόγους ούτε εμπεριέχουν θραύσματα ομοίου τύπου. Είναι περισσότερο ποιητικές κρίσεις με αποφαντικό περιεχόμενο μέσα στο οποίο ανιχνεύονται κώδικες και δομές βαθύτερων επιθυμιών και στάσεων.
Δύο είναι οι έννοιες γύρω από τις οποίες συστρέφεται η ποιητική σκέψη της Αγγελάκη-Ρουκ στη συλλογή αυτή: το «σώμα – κορμί – σάρκα» και το «εγώ». Το σώμα διαλαμβάνει, όχι μόνο σε αυτό το βιβλίο, αλλά στο σύνολο πλέον του έργου της, μυθολογικές διαστάσεις. Ήδη στην πρώτη της συλλογή με τίτλο Λύκοι και σύννεφα (1963), και μάλιστα στον πρώτο στίχο του πρώτου μέρους, η ποιήτρια γράφει: «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού». Το ταξίδι αυτό φαίνεται ότι πλησιάζει στο τέλος του με την αναπόφευκτη φθορά που δημιουργεί στα σώματα ο χρόνος. Γιατί στην ποίησή της το σώμα είναι εκείνο που συγκροτεί τις ποιητικές βεβαιότητες και παραδοχές, ενώ ανάγεται ταυτοχρόνως σε εστία ποικίλων αισθηματικών και συγκινησιακών φορτίων. Τα χαρακτηριστικά τους βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε μία, θα έλεγε κάνεις, σωματική οντολογία και σε έναν πολύ συγκρατημένο ηδονιστικό αισθητισμό. Το σώμα δεν είναι παρά η ταυτότητα της ποιητικής μεταφυσικής που εμπεριέχεται στο σύνολο του έργου της (“Φόβος για την κατάρρευση / της φύσης, του κορμιού, του κόσμου.”).
Αν το «σώμα – κορμί – σάρκα» αποτελεί ισοδύναμο της μεταβλητότητας και της θνητότητας, τότε η «σταθερά» αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ποιητική «αρχή» που εγγράφεται στα κείμενα της ποιήτριας ποικιλοτρόπως, πάντα όμως με τον ίδιο στόχο: την αποκάλυψη του «εγώ» και της ταυτότητας του ποιητικού προσώπου ή personae μέσα από την απώλεια: «Στέρησε με -παρακαλώ το Άγνωστο – / στέρησε με κι άλλο / για να επιζήσω.».
Αυτή η ποιητική «της σταθερής απώλειας» έχει κέντρο τόσο την υλική όσο και την πνευματική διάσταση του σώματος, της ζωής τελικώς. Γιατί το σώμα ταυτίζεται με τη ζωή, αλλά και με το τέλος, τον θάνατο. Η συνείδηση όμως αυτού του τέλους, στην ποιητική της Αγγελάκη – Ρουκ, έχει ως εστία το θνησιγενές «εγώ» από το οποίο εκπηγάζει η επιθυμία. Στο σημείο αυτό, και σε ένα διαφορετικό επίπεδο πρόσληψης, διαπιστώνεται ένας ιδιότυπος ποιητικός δυισμός: «σώμα – εγώ». Το σώμα καταλύεται ή ακυρώνεται χωρίς το ταυτόσημο «εγώ» αλλά και αντιστρόφως. Στόχος του ποιητικού υποκειμένου είναι η απόδραση από το «εγώ» και η πλήρης απογύμνωσή του: «γιατί επιτέλους ξέφυγες απ’ τη φυλακή τού «εγώ» / αυτού που με ανούσιες συχνά λεπτομέρειες / καταργεί ό, τι ποσοστό συμπόνιας σού έχει δοθεί. / Για μια στιγμή δε γαντζώνεσαι πια / στα κάγκελα της ασημαντότητάς σου / τη συγκρίνεις με την αιώνια σημασία / της βλάστησης / και σ’ αυτή παραδίδεσαι μ’ όλο σου το κορμί.».
Με τον τρόπο αυτό διατυπώνεται σε όλη σχεδόν την έκταση του ποιητικού σώματος μία «γεωγραφία» σημάτων – δεικτών που συναποτελούν ποιητικές μορφές του «τέλους». Η Αγγελάκη-Ρουκ εγγράφει ουσιαστικά στα ποιήματά της μία μυθολογία των «αντιθέτων»: ο ουρανός είναι ορατός όταν ο ήλιος σβήνει, ο φόβος ταυτίζεται με τον θάνατο, ο φόβος ως το μοναδικό πάθος «ο φόβος / π’ απλώνεται σαν σάβανο / και όλα τα σκεπάζει.», οι έννοιες που συναποτελούν τη δομή «κενό – άδειο – μηδέν – τίποτα» εγγράφονται ως ποσότητες της ύπαρξης, η σκιά ως φωτεινό αιφνίδιο σήμα: «Αλλά να και μια λαμπερή σκιά; / η τελευταία μέρα μου / όλο αναβάλλει τον ερχομό της.», ο έρωτας μοιάζει με ζητιάνο, φάντασμα και χωρίς ορατότητα, ο νους διατυπώνεται ως αόρατος, η συνήθεια ως θεότητα, αλλά και ως ανακλαστική και επαναληπτική λειτουργία χωρίς νόημα, το «εγώ» ως διαρκής διαδικασία απογύμνωσης και συρρίκνωσης. Το σώμα τέλος κατακυρώνεται ως «καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου», ως απουσία τελικώς της ίδιας της ύπαρξης. Το σώμα με τα θραύσματα της ζωικής ορμής του Henri Bergson (élan vital), έτσι όπως αισθητοποιήθηκε σε άλλες συλλογές της Αγγελάκη-Ρουκ, μεταβάλλεται σε «άδεια σάρκα» και «στείρο τίποτα».
Η συλλογή ποιημάτων με τίτλο Η ανορεξία της ύπαρξης ουσιαστικά αναδεικνύει όλα εκείνα τα δυναμικά χαρακτηριστικά της θεματολογίας και της ποιητικής που κατέθεσε συνολικά στο έργο της Αγγελάκη-Ρουκ μερικά από τα οποία είναι: οι πολυδιάστατες όψεις διπόλων, αντιθέτων και αντινομιών, η φαντασία ως λυτρωτική αναπαράσταση της εμπειρίας, του μύθου, της ζωής και του θανάτου, η εικόνα ως αφετηρία και μοχλός για τη διατύπωση ποιητικών κρίσεων, η φύση ως ερμηνεία και καταφυγή, το σώμα ως οντολογία και μεταφυσική, οι ποιητικές ετερότητες ως περιφερειακές μονάδες ποιητικού στοχασμού, ο ειρμός χωρίς φυγόκεντρες τάσεις με αυστηρή και ελεγχόμενη ροή, η ειρωνεία ως κειμενικό θραύσμα που δεν μεταβάλλει ή εκτοπίζει το ποιητικό φορτίο αλλά εγγράφεται ως αδιαίρετη και δραστική μορφή της συγκίνησης. Τέλος, η δραματικότητα που εμπεριέχουν τα ποιήματά της ενέχει, εκτός των άλλων, και μια ιδιότυπη λειτουργία: τα ποιητικά φορτία αναπτύσσονται σε μικρά σύνολα στίχων συγκροτώντας μια συγκίνηση δραστική με αιχμηρούς αναβαθμούς. Συνευρίσκονται επίσης σε ένα γλωσσικό περιβάλλον το οποίο, ενίοτε, προσεγγίζει σε μια, θα έλεγε κανείς, ιδιόμορφη πεζολογία. Τούτο, σε συνδυασμό με τη μορφή και το ύφος, κάνει την ποίησή της οικεία, άμεση και σχεδόν εξομολογητική. Η εμπειρία μετατρέπεται σε καθολική μνήμη, ο λόγος σε αυθεντικό, αποκαλυπτικό και ειλικρινές κατηγόρημα, στοιχεία που αποτελούν δυναμικά πεδία μελέτης του έργου της με όλους βέβαια τους συναφείς συσχετισμούς προς τα κυριότερα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τη ποίηση και την ποιητική της.

* Ο Ζαχαρίας Κατσακός είναι φιλόλογος.
Γράφει ποίηση και κείμενα λογοτεχνικής κριτικής.