Γιώτα Βασιλείου
Περνούν οι ώρες και η δουλειά μου δεν προχωράει. Βάλτωσα πάλι. Δεν έχω όρεξη καθόλου. Δε μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου τα εγκλήματα. Για κάποιο λόγο νιώθω μια οικειότητα με τις γυναίκες αυτές κι ας μην τις γνωρίζω. Ας μην τις έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Άλλωστε τι δουλειά θα μπορούσα να έχω εγώ με γυναίκες του είδους τους; Μοιάζουν να ανήκουν σε έναν κόσμο εντελώς ξένο προς εμένα, ωστόσο υπάρχει μια ανεξήγητη έλξη που με τραβάει κοντά τους.
Και ο δολοφόνος… Γιατί τους βγάζει τα όργανα; Και πως γνωρίζει πώς να το κάνει χωρίς να τα καταστρέψει; Οι φωτογραφίες δείχνουν καθαρές τομές. Είναι γιατρός; Χειρουργός; Θε μου! Θα μπορούσε ποτέ ένας γιατρός να κάνει κάτι τέτοιο; Αντί να σώνει ζωές, να τις αφαιρεί; Και ποια λογική έχει ο τρόπος που τα τοποθετεί; Σίγουρα αφήνει κάποιο μήνυμα. Προς ποιον όμως; Και τι θέλει να πει με αυτό;
Η κοπέλα παίρνει λευκό χαρτί κι αρχίζει να σχεδιάζει από μνήμης ό,τι θυμάται από τις εφημερίδες. Τις γυναίκες, τις γειτονιές, τα ευρήματα. Σχεδιάζει και γεμίζει κόλλες χαρτί τη μια μετά την άλλη. Σπάει το κάρβουνο και ξεκινάει να το ξύνει με το ξυράφι. Μια στιγμή απροσεξίας αρκεί και κατά λάθος κόβει το δάχτυλό της. Μια μεγάλη, παχιά σταγόνα αίμα εμφανίζεται στο ακροδάχτυλό της. Η στάλα στέκεται εκεί στην άκρη και απειλεί να πέσει στο σχέδιο με την ξεκοιλιασμένη γυναίκα που βρίσκεται από κάτω ακριβώς. Δεν την εμποδίζει. Αντίθετα, τινάζει ελαφρώς το χέρι και η σταγόνα γλιστράει βαριά και πέφτει αργά και με χάρη πάνω ακριβώς στο χαώδες άνοιγμα της κοιλιάς. Σχεδόν ακούγεται ο υγρός ήχος που κάνει όταν έρχεται σε επαφή με το χαρτί. Παρότι πηχτό το αίμα απλώνεται ακτινωτά προς όλες τις κατευθύνσεις. Ένα κατακόκκινο παχύρευστο αστέρι, ακριβώς στο κέντρο του ερεβώδους κενού. Χάσκει άλικο το χάος. Κοιτά μαγεμένη την αντίθεση του κόκκινου με το μαύρο. Γυρνά το βλέμμα στο πληγωμένο δάχτυλο, που συνεχίζει να αιμορραγεί και τότε ξέρει ακριβώς τι πρέπει να κάνει.
Αρχίζει ξανά να σχεδιάζει. Πότε με το κάρβουνο και πότε με τα δάχτυλα. Με αίμα. Ανακατεύει τις σκιές και δίνει πορφυρές λάμψεις. Ναι! Ναι! Έτσι παίρνουν ζωή τα σχέδιά της. Έτσι αποκτούν νόημα και βαρύτητα. Γελάει και κλαίει μαζί. Είναι ευτυχισμένη. Για πρώτη φορά μετά από μήνες. Μα όχι. Μετά από χρόνια. Μετά από χρόνια είναι ευτυχισμένη! Μπορεί επιτέλους να δείξει αυτό ακριβώς που έχει στο νου της. Να γίνει κατανοητό. Να τα διαβάσουν οι επόμενοι, να μάθουν από εκείνη. Να δουν. Να διδαχτούν. Όπως διδάχτηκε εκείνη από τον Δάσκαλο!
Αρκετές ώρες μετά, πέφτει εξουθενωμένη στο κρεβάτι. Τραβάει το κορδόνι που βρίσκεται ακριβώς δίπλα. Μετά από λίγο ανοίγει η πόρτα. Πάντα χωρίς να προηγηθεί χτύπημα.
«Θεέ και Κύριε, τι έπαθες;» ουρλιάζει η Μάριον και τρέχει δίπλα της. Γονατίζει και πιάνει τα χέρια της στα δικά της. «Τι είναι όλα αυτά τα αίματα; Κι οι μαυρίλες; Τι είναι; Τι στα κομμάτια έκανες;» της φωνάζει, πιάνοντας μια τα μάγουλα και μια τα χέρια της κοπέλας, με έκδηλη την αγωνία και τον πανικό στο πανιασμένο της πρόσωπο.
Εκείνη χαμογελάει με κλειστά μάτια και αποκρίνεται ήρεμα.
«Δημιούργησα επιτέλους αυτό που τόσα χρόνια προσπαθούσα».
Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τη μαγείρισσα να την κοιτά με βλέμμα τρελαμένο από τον τρόμο.
«Μη φοβάσαι Μάριον, δεν είναι βαθιά τα κοψίματα, απλά στα ακροδάχτυλα καταλήγουν όλα τα αγγεία γι’ αυτό και η αιμορραγία είναι πιο έντονη, εξηγεί. Θα μου τα καθαρίσεις και σε μερικές μέρες θα είμαι περδίκι», την καθησυχάζει.
«Πάω να φέρω ζεστό νερό και πετσέτες», λέει η γυναίκα και φεύγει αλαφιασμένη, χωρίς να κλείσει πίσω της την πόρτα.
Έπειτα από λίγο, προσπαθώντας να ηρεμήσει, η Μάριον συνειδητοποιεί ότι η κατάσταση της κοπέλας χειροτερεύει. Το μυαλό της σαλεύει μέρα με τη μέρα κι όσο κι αν η ίδια το ήθελε, δεν μπορούσε να κάνει το παραμικρό για να ανακουφίσει το κορίτσι της. Φοβόταν ότι αν μιλούσε στην οικογένεια θα της την έπαιρναν. Θα την έχωναν σε κάποιο ανήλιαγο άσυλο και δε θα την έβλεπε ποτέ ξανά. Ίσως όμως και να έπρεπε. Δεν ήξερε πια τι είναι σωστό και τι λάθος∙ μόνο ότι εκείνη τη μέρα είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.
Κατατρόμαξε όταν μπήκε στην κάμαρή της και την βρήκε με τα χέρια κομματιασμένα, γεμάτα πηγμένο αίμα και αυτή τη μαύρη πάστα. Ήταν και αυτά τα φρικαλέα σχέδια που βρήκε δίπλα στο γραφείο της. Θεέ μου, τι εκτρώματα ήταν αυτά; Τι φρίκη! Γυναικεία κορμιά διαμελισμένα. Κατακρεουργημένα. Αλλού τα χέρια, αλλού τα έντερα, αλλού οι καρδιές, αλλού τα στήθη. Πρόσωπα χωρίς χαρακτηριστικά, με τα μάτια βγαλμένα και τις κόχες κενές σαν το μαύρο έρεβος, μύτες που έλλειπαν και χείλη κομμένα να αποκαλύπτουν σειρές σάπια δόντια. Κι όλα αυτά σχεδιασμένα με κάρβουνο και με αίμα. Το αίμα της. Το έχανε το κορίτσι της! Το έχανε!
Ο ήλιος υπέρλαμπρος βρίσκεται στο ζενίθ του, με φόντο τον καταγάλανο ουρανό. Τα μη-με-λησμόνει έχουν γεμίσει τον κήπο. Περπατώ ανάμεσά τους με το λευκό φόρεμά μου να αγγίζει τα λεπτεπίλεπτα ανθάκια σε κάθε μου βήμα. Το βαρύ άρωμά τους γεμίζει τον αέρα και με ζαλίζει. Σκύβω και περνάω απαλά την παλάμη μου από τα γαλάζια κεφαλάκια κι αυτά θαρρείς και νιώθουν το χάδι ανασηκώνονται για να συναντήσουν το χέρι μου, να νιώσουν καλύτερα το γλυκό μου άγγιγμα. Φέρνω την παλάμη μου στο πρόσωπο και οσφραίνομαι το άρωμα των λουλουδιών, γλυκό και δροσερό, σαν την άνοιξη.
Ξάφνου κάτι συμβαίνει. Τα μη-με-λησμόνει σκύβουν τα κεφαλάκια τους τρομαγμένα. Ο ήλιος κρύβεται κι ο ουρανός σκοτεινιάζει. Η φύση αντάριασε. Μια σταγόνα πέφτει πάνω στη μύτη μου. Την κοιτώ, τα μάτια μου αλληθωρίζουν, το βλέμμα θολώνει. Η σταγόνα είναι σκούρα. Την σκουπίζω με το δάχτυλο μου. Είναι κολλώδης, είναι… κόκκινη… είναι… αίμα! Βρέχει αίμα! Μια σταγόνα, δύο, τρεις, δέκα, εκατό! Κατακλυσμός ολόκληρος. Τα μη-με-λησμόνει πνίγονται στο αίμα! Προσπαθώ να τα σώσω μα δε μπορώ. Δε μπορώ… Δεν πρόλαβα… Τα έχασα…
Ξυπνάει λουσμένη στον ιδρώτα, με την καρδιά να χτυπάει σε έναν ακαθόριστο ρυθμό. Δεν ήταν το όνειρο που την είχε ταράξει. Ήξερε ότι ο Πυρετός είχε γυρίσει για μία ακόμα φορά. Σηκώνεται και πάει προς την κασέλα. Ντύνεται και τραβά προς τη σκάλα. Η Μάριον αυτή τη φορά δεν την ακούει να φεύγει. Η κούραση την έχει καταβάλει και κοιμάται βαθιά εδώ και ώρα.