Scroll Top

“Η αφήγηση του τόπου και ο τόπος ως αφήγηση” από τον Κώστα Λυμπουρή

 Η συνείδηση του τόπου διέρχεται σήμερα στην Κύπρο ισχυρή δοκιμασία. Από τη μια έχουμε τη γενιά της εισβολής του ’74, με ανεξίτηλη την ταυτότητα της γενέθλιας γης και, από την άλλη, τις επόμενες γενιές, από τις οποίες τείνει να εκλείψει πια η οποιαδήποτε συναισθηματική σχέση με τα κατεχόμενα εδάφη μας. Αρνητικά, σ’ ό,τι αφορά την τελευταία αυτή εξέλιξη, συμβάλλουν, φυσικά, οι όροι της καθημερινότητας, η επιδιωκόμενη πάση θυσία “πρόοδος”, που αλλοτριώνει τον τόπο και τον άνθρωπο.

Στο διήγημά μου ‘Ο ψήνας’, από τη συλλογή “Βοτσαλωτή” ( Το Ροδακιό, Αθήνα 2019), ο ήρωας διατηρεί την παλιά, αυθεντική συνείδηση του τόπου, όπως διαμορφώθηκε ύστερα από δύο εθνικές καταστροφές, του 1922 και του 1974.

Ο ΨΗΝΑΣ

Μετά το τέλος της καρποφορίας και την πτώση όλων των φύλλων, η τεράστια συκιά λες και χανόταν στο οικόπεδο. Απ’ όλον εκείνο τον πράσινο όγκο απέμενε μόνο ένας σκελετός, που αφομοιωνόταν κι αυτός με φόντο το ασπριδερό χώμα. Μια νέκρωση όλον τον χειμώνα, μέχρι την άνοιξη που θα θριάμβευε πάλι η ζωή.

Παράλληλος ήταν και ο κύκλος της ζωής του Αποστόλη Μερεμέτη, αλλά και του αθέατου φίλου του. Ο Αποστόλης αποσυρόταν στο διαμέρισμά του όλους τους χειμωνιάτικους μήνες κι έκανε την εμφάνισή του με τα πρώτα-πρώτα φυλλαράκια τη συκιάς του. Κουβαλούσε, βέβαια, μαζί του κι όλα τα σύνεργά του: σκάλες σε δυο –τρία μεγέθη, υποστυλώματα, γάντια για το μάζεμα των σύκων, ένα μικρό μεταλλικό τραπέζι και κάποιες πλαστικές καρέκλες.

Δεν στερούσε την παρουσία του από κανένα άλλο. Η γυναίκα του είχε φύγει από καρδιά, πάνε πάνω από δέκα χρόνια. Κι η μοναχοκόρη του, παντρεμένη και με παιδιά στην Αγγλία, δεν υπήρχε περίπτωση να ζήσει στην Κύπρο. Τον προσκαλούσε, βέβαια, να πάει να μείνει μαζί τους, να τον φροντίσει στα γεράματά του, να χαρεί τα εγγόνια του. Μα αυτός της απαντούσε πως δεν ήταν πια για άλλες μετακινήσεις, εκεί θα πέθαινε, στη Βοτσαλωτή, όπου του είχε ορίσει η μοίρα. Και με την Αγγλία δεν ήθελε καμιά σχέση.

Κουβαλούσε μέσα του την τραγωδία της Μικρασίας. Δεν την είχε ζήσει, βέβαια, ο ίδιος, καθώς γεννήθηκε πέντε χρόνια μετά την καταστροφή. Όμως, ήταν γι αυτόν μια ανεξίτηλη ταυτότητα, ένας τρόπος ζωής. Ο πατέρας, φτάνοντας στη Λάπηθο με τη γυναίκα του, νιόπαντρος, βάλθηκε ν’ αναστήσει ό,τι άφησαν πίσω τους στη Σμύρνη. Όσα μπορούσαν να αποκατασταθούν…Είπε να φτιάξει ξανά το περιβόλι τους, τον δικό τους παράδεισο.

“Η γη είναι καλή, ανάμεσα στο βουνό και τη θάλασσα, νερό υπάρχει, οι άνθρωποι πρόθυμοι να βοηθήσουν, μπορούμε να το αναστήσουμε”, έλεγε.

Και καθημερινά διηγόταν ιστορίες του τόπου τους, τόσο που, μεγαλώνοντας ο Αποστόλης ένιωθε πως ζούσε παράλληλα δυο ζωές, μια στη Λάπηθο και μια στη Σμύρνη. Και να ‘θελε, μάλιστα, δεν μπορούσε να το αποφύγει, αφού για τους πιο πολλούς ήταν γνωστός ως “ο γιος του πρόσφυγα”.

Η εισβολή των Τούρκων το 1974 βρήκε τον Αποστόλη να φροντίζει μόνος του το περιβόλι. Ο πατέρας είχε φύγει από τη ζωή δυο χρόνια πριν, από ανίατη αρρώστια, δίνοντας, την ώρα που ξεψυχούσε, και τις τελευταίες του οδηγίες για την καλύτερη φροντίδα του μικρού του παράδεισου…Μα, “ο γιος του πρόσφυγα” έγινε ο ίδιος πρόσφυγας πια…

Η κυβέρνηση, τους βόλεψε σ’ ένα δυάρι, σε προσφυγικό συνοικισμό, στη Βοτσαλωτή, κάπου στις νότιες ακτές της Κύπρου. Καλό ήταν αναλόγως, αφού κι η κόρη τους είχε κιόλας φύγει για τις σπουδές της στην Αγγλία. Πολύ κοντά ο Αποστόλης οργάνωσε και το μικρό του μαγαζί με οικοδομικά υλικά, συνεχίζοντας τη δουλειά που έκανε στη Λάπηθο. Πήγε καλά κι έτσι μπόρεσε ν’ αγοράσει το οικόπεδο με τη συκιά πίσω από το διαμέρισμά τους.

Όχι, δεν θα φύτευε άλλα δέντρα, δεν ήθελε άλλο περιβόλι, τον είχαν κουράσει οι χαμένοι παράδεισοι.

Από την άλλη, έμαθε να δένεται συναισθηματικά με τα δέντρα κι έτσι, προπάντων τα τελευταία χρόνια μετά που βγήκε στη σύνταξη, έγινε ένα με τη συκιά του.

Οι γείτονες και οι περαστικοί, τον έβλεπαν εκεί καθημερινά, από το πρωί μέχρι την ώρα που σουρούπωνε. Στην αρχή με λίγες ασχολίες, οι οποίες, όμως, αυξάνονταν όταν άρχιζε η καρποφορία και μεγάλωνε το φύλλωμα. Και είχαν πολλοί να μαρτυρήσουν, προπάντων τα παιδιά, πως έλεγε ωραίες ιστορίες, μα και κάποια παράξενα, ακατανόητα πράγματα. Μιλούσε σε κάποιον που κανένας δεν έβλεπε και, με την κουβέντα αυτή, χαιρόταν πολύ, φωτιζόταν το πρόσωπό του:

“Βάλε τα δυνατά σου, φίλε! Εσύ το ξέρεις πως το σύκο δεν είναι καρπός. Το σύκο είναι λουλούδι και μάλιστα θηλυκό. Και μεις αγαπούμε και τα θηλυκά και τα λουλούδια!”

Και με το μεγάλωμα των καρπών, εξέφραζε όλη την ικανοποίησή του:

“Έκανες καλή δουλειά, φίλε! Με το μεράκι και την αγάπη σου!”

Εννοείται πως τα σύκα του ήταν σμυρνέικα: μεγάλα, με πρασινοκίτρινο φλοιό και μια κεχριμπαρί έως κόκκινη -και γλυκύτατη – σάρκα. Και όταν έφτανε η ώρα της ωρίμανσης, ο Αποστόλης ενθουσιαζόταν:

“Άιντε φίλε, να φάει ο κόσμος σύκα. Δεύτε λάβετε σμυρνέικα!”

Τα σύκα ήταν πάντα μια προσφορά. Ούτε πουλιούνταν, μα ούτε και επιτρεπόταν σε κανένα να κόψει μόνος του. Όποιος περνούσε από κει, ιδιαίτερα τα πρωινά, έπαιρνε γεμάτοτο σακκουλάκι του και προχωρούσε. Ο Αποστόλης δεχόταν μάλιστα και παραγγελίες. Αν ήθελε κάποιος, άφηνε το βράδυ το σημείωμά του: ” Φύλαξε λίγα σύκα για το γραφείο του κοινοτάρχη, Απόστολε”. “Κύριε Απόστολε, η ταβέρνα “Γοργόνα” χρειάστηκε λίγα σύκα για τους πελάτες της”. “Παρακαλώ να έχω λίγα σύκα. Αρέσουν πολύ στα παιδιά μου. Η χήρα του Αναστάση είμαι.” Κι εκείνος ένιωθε απέραντη ικανοποίηση σαν άκουε σχόλια για το πόσο υπέροχα ήταν τα σύκα του.

Προαισθάνθηκε το τέλος του μες στην καρδιά του χειμώνα.

“Καλύτερα έτσι”, σκέφτηκε, “αφού όλοι οι ψήνες έχουν πεθάνει κι η συκιά μας κοιμάται”.

Τη διαθήκη του την ετοίμασε με αυστηρότατους όρους: “Το οικόπεδο μεταβιβάζεται στο Κοινοτικό Συμβούλιο της Βοτσαλωτής, προκειμένου να μείνει για πάντα, όπως είναι. Με μια τεράστια συκιά στο κέντρο του, που να κάνει σμυρνέικα. Δεν θα πουληθεί ποτέ ούτε θα αξιοποιηθεί για τουριστική αξιοποίηση όσο κι αν φτάσει η αξία του”.

Οι γείτονες τον βρήκαν νεκρό σε μια καρέκλα, κάτω από τον γκριζόλευκο σκελετό της συκιάς του. Κι όλοι είχαν να λένε πως ήταν ήρεμος, μάλλον χαμογελούσε κιόλας.

Σημ.: Ο ψήνας είναι το έντομο που είναι υπεύθυνο για την επικονίαση των σύκων. Μπορεί να ταξιδέψει μέχρι και 20 χιλιόμετρα μέχρι να βρει σύκα. Η διάρκεια της ζωής του πάνω στο δέντρο είναι μόνο 24 ώρες.

* Ο Κώστας Λυμπουρής γεννήθηκε το 1950 στη Λευκωσία και μεγάλωσε στο Κάτω Δίκωμο. Φιλόλογος, πεζογράφος, πρώην Μορφωτικός Σύμβουλος της Κυπριακής Πρεσβείας στην Αθήνα. Εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων: Προσωρινά κλειστό, Πλανόδιον 2006, Για μια μικρή παύλα, Κέδρος 2011, Των ημετέρων άλλων, Παράκεντρο 2014 (Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Κυπριακής Δημοκρατίας) και Βοτσαλωτή, Το Ροδακιό 2019. Όλες του οι συλλογές προκρίθηκαν στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων της Κύπρου. Εξέδωσε επίσης το μυθιστόρημα Επιβάτες Φορτηγών, Πάπυρος 2017 και την Ανθολογία Διηγημάτων της Εισβολής, Πάπυρος 2017 (Εισαγωγή – ανθολόγηση- επιμέλεια). Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες της Κύπρου και της Ελλάδας.