Scroll Top

ΑΚΗΣ ΠΑΡΑΦΕΛΑΣ

να βάλεις μια τάξη, μα ποιός

η μπλούζα σου στέκεται αβέβαιη πάνω σ’ ένα μανταλάκι
μπορεί να πέσει·
δυο βιβλία από το βάθος γνέφουν μάλλον ένα μη – ποιός ξέρει;
τόσες λέξεις μαζεμένες πάντα δημιουργούν σύγχυση –
ο καθρέφτης της κρεβατοκάμαρας συνεχίζει με πείσμα να κρατάει γυρισμένη την πλάτη του
έχοντας από καιρό εγκαταλείψει τις κατοπτρικές ευαισθησίες
που του καταλόγιζαν.

[φύσηξες· ένας μικρός αέρας μέσα έξω]

Η μπλούζα πέταξε – σχεδόν
αυτοκτονώντας – το μανταλάκι
κάπως για λίγο μόνο ανέπνευσε· τα βιβλία στο ράφι των μέτριων δώρων
κι ο καθρέφτη στην ντουλάπα του.
Εγώ πάλι, αρχίζω μόλις σιγά σιγά να σε ξεχνάω χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω καθόλου
από ποια θέση, ή τέλος πάντων, με ποια εμπράγματη ιδιότητα·
δεν βιάζομαι
τόσο