Scroll Top

Θεόδωρος Μπενάκης | Γράφει η Βάλη Σκρεμμύδα

Υπεύθυνη Στήλης: Βάλη Σκρεμμύδα

Η σειρά δημοσιεύσεων 11 Crimes,  είναι αφιερωμένη στο αστυνομικό μυθιστόρημα και στην εξέλιξή του. 

Θα αναφερόμαστε σε σύγχρονους εκπροσώπους της νεοελληνικής αλλά και ξένης μυθιστορίας με σκοπό μέσα από το έργο τους να αναδείξουμε τις πολυποίκιλες  πτυχές του αστυνομικού μυθιστορήματος.

Δακτυλικά αποτυπώματα, ιστορίες μυστηρίου, αίμα, ίχνη, detectives, σαγηνευτικά τοπία, εικόνες που μοιάζουν να ζωντανεύουν στο ξεφύλλισμα των βιβλίων και παρασύρουν τον αναγνώστη στο συναρπαστικό ταξίδι εξιχνίασης του εγκλήματος.

Τι μπορεί να κρύβεται πραγματικά πίσω από τους ήρωες πρωταγωνιστές και πίσω από όλο το μυθοπλασματικό σκηνικό; 

Γράφει η Βάλη Σκρεμμύδα

Θεόδωρος Μπενάκης

Μια διαφορετική ερμηνεία δίνει στο ζήτημα της κοινωνικής αδικίας και το έγκλημα σε κάθε του μορφή ή διάσταση ο καταξιωμένος δημοσιογράφος και δημιουργός του αστυνόμου Λεγάκου Θεόδωρος Μπενάκης. Βαθιά επηρεασμένος από την επαφή του με τον ιταλικό πολιτισμό και τα ιταλικά γράμματα, λάτρης του αστυνομικού μυθιστορήματος[1], ο συγγραφέας του έργου Το παρελθόν του Κύριου Ζωρζ φέρνει στο προσκήνιο ερωτήματα που έχουν απασχολήσει τόσο τους εκφραστές της αστυνομικής λογοτεχνίας όσο και τους αναγνώστες της.

Ο ίδιος ο Θεόδωρος Μπενάκης κατατάσσει τα μυθιστορήματά του στην κατηγορία του ελαφρού αστυνομικού, με την έννοια ότι ο αναγνώστης δραπετεύει από τη σκληρή πραγματικότητα και ακολουθεί τον συγγραφέα στις δικές του περιπέτειες, που έχουν ως στόχο την αναζήτηση της αλήθειας. Επομένως, η θεωρία περί αστυνομικού μυθιστορήματος επιβεβαιώνεται, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται από τα λόγια του συγγραφέα, ότι πρόκειται δηλαδή για ένα είδος που έχει ως σκοπό να τέρψει τον αναγνώστη. Αντίθετα, όμως, και σύμφωνα με την άποψη του Leonardo Sciascia, το είδος αυτό κρύβει τον έντονο κοινωνικό προβληματισμό για τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα, τα βίαια καθεστώτα και το έγκλημα, το οποίο είναι αποτέλεσμα συλλογικής μορφής και πολλών κοινωνικών παραγόντων.

Ένα στοιχείο που διαφοροποιεί το αστυνομικό μυθιστόρημα του Θεόδωρου Μπενάκη με τα προγενέστερα είδη της ελληνικής αστυνομικής μυθιστορίας είναι η έμφαση που δίνει στους χαρακτήρες και η θεατρικότητα με την οποία περιγράφει τις σκηνές,

Το έργο του Μπενάκη περιλαμβάνει πολλά στοιχεία του παραδοσιακού αστυνομικού μυθιστορήματος αναμεμειγμένα με πρωτότυπα και ενδιαφέροντα στοιχεία,[2] που κεντρίζουν αναμφίβολα το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ο αναγνώστης αφενός αντλεί μέσα από τα έργα του συγγραφέα χρήσιμες πληροφορίες βασισμένες αποκλειστικά σε δημοσιογραφική έρευνα και αληθινά ιστορικά στοιχεία, αφετέρου δε εντάσσεται και ο ίδιος μέσα από τη γλαφυρή αναπαράσταση των γεγονότων βαθιά στην υπόθεση.

Στόχος του συγγραφέα είναι να περιγράψει το φαινόμενο της βίας, εστιάζοντας στις βίαιες συμπεριφορές και στα αφανή αίτια που οδήγησαν τους πρωταγωνιστές να υιοθετήσουν τη συμπεριφορά που περιγράφεται στα μυθιστορήματα. Για τον συγγραφέα, το κοινωνικό είδος σε αποχρώσεις γήινες και οικείες, προσαρμοσμένο πάντοτε αριστοτεχνικά στα βιώματα των αναγνωστών, μεταφράζεται σε μια προσπάθεια διερεύνησης της εσωτερικότητας του ατόμου, στοιχείο που ανακαλεί το έργο του George Simenon, ο οποίος δεν εστίαζε στα προφανή ερείσματα μιας ειδεχθούς πράξης, αλλά στα μη προφανή, σε αυτά που δύσκολα ο ανθρώπινος και υπέρμετρα λογικός νους δύσκολα θα έδινε τη δέουσα προσοχή.

Η πραγματική επιτυχία του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος έγκειται στο ότι η θεματική του τροποποίηση αγγίζει πτυχές της ανθρώπινης υπόστασης, που πιθανόν με τόση διακριτικότητα και ευελιξία να μην μπορούσε να αγγίξει κάποιο συναφές λογοτεχνικό είδος. Και σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να αντιληφθεί κανείς ότι πρωταγωνιστής του λεγόμενου αστυνομικού δεν είναι αποκλειστικά η φιγούρα του αστυνόμου, η οποία απασχολεί σε μεγάλο βαθμό τον αναγνώστη για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα που αποδέχεται το μη ηθικό, για το πώς ερμηνεύει το έγκλημα, πώς στέκεται και προσαρμόζεται στα προδιαγεγραμμένα ή μη όρια της αφήγησης.

Ο Μπενάκης συγκινεί τον αναγνώστη‧ οι παλιοί βιώνουν τη δεινή πραγματικότητα της φτώχειας και νέοι μαθαίνουν μέσα από τη διήγησή του να εκτιμούν το σήμερα. Μέσα από τα τεχνάσματά του παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα συνάφεια: ο ίδιος ο αστυνόμος-πρωταγωνιστής είναι σαν να παρομοιάζεται με το αστυνομικό μυθιστόρημα, να χλευάζεται και να αποδοκιμάζεται μέχρι να αποδείξει στον χρόνο την ποιότητά του. Το ταξίδι του αστυνόμου, όπως μας φανερώνει ο συγγραφέας, το ταξίδι της αποδοχής ή και της αποδοκιμασίας ενέχει μέσα του και το στοιχείο της κάθαρσης τόσο για τον αναγνώστη όσο και για τους άμεσα εμπλεκόμενους στην υπόθεση[3].

Μια άλλη πτυχή αυτών των συμπεριφορών είναι το προσωπικό πάθος, τα βιώματα των πρωταγωνιστών. Όλα τα βιώματα της παιδικής τους ηλικίας έχουν διαμορφώσει τον χαρακτήρα των προσώπων που πρωταγωνιστούν. Για παράδειγμα, η εγκατάλειψη του παιδιού από τη μητέρα, γεγονός που δεν είναι όπως φαίνεται κι εκεί έγκειται το βάθος και η πρωτοτυπία της πολυμορφικής ή πολυδιάστατης σκέψης του συγγραφέα. Δεν υπάρχει μόνο μια αλήθεια, αλλά πολλές και διαφορετικές ή μάλλον μια που ερμηνεύεται από τον κάθε ήρωα με διαφορετικό τρόπο.

Πέρα από τη συναισθηματική φόρτιση που προκαλεί στον αναγνώστη το έργο του συγγραφέα, γίνεται μια προσπάθεια ένταξης στην αφηγούμενη πραγματικότητα του ίδιου του συγγραφέα όχι μόνο μέσα από την περιγραφή των ανθρωπίνων σχέσεων αλλά και  την αναπαράσταση του ρεαλιστικού στοιχείου που προκύπτει από τη μέθοδο παρουσίασης και εξέτασής του. Ο συγγραφέας περιγράφει με τόσο αληθοφανή τρόπο την κοινωνία της Αθήνας ή τη Μεσσηνιακή Μάνη, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να φαντάζεται πως συμμετέχει στην πλοκή, λαμβάνοντας υπόψη ότι βασικός άξονας της μυθιστορίας είναι να αναδειχθεί η ανθρώπινη φύση, η λογική αλλά και να θριαμβεύσει το συναίσθημα μέσα από τον πρωταγωνιστή Λεγάκο.

Στα έργα του συγγραφέα το κάδρο της κοινωνίας αποκαλύπτει και τα τρωτά της σημεία, όπως το ζήτημα της εκμετάλλευσης των νεαρών κοριτσιών. Η εμπλοκή τους στα παράνομα κυκλώματα θυμίζει τα όσα περιγράφει ο πατριάρχης του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα Γιάννης Μαρής, ενώ θυμίζει έντονα τη θεματολογία του Andrea Camilleri. Για μια ακόμη φορά ανακαλεί το hardboiled, κάνοντας μια συσχέτιση της γυναικείας μορφής με την εγκληματική συμπεριφορά. Στα πλαίσια αυτής της ανάλυσης σε ό,τι αφορά στο γυναικείο φύλο, στα έργα του συγγραφέα δίνεται έμφαση στη γυναικεία γοητεία μέσα από τρείς γυναικείους χαρακτήρες[4]:

Σε πιθανή σύγκριση με το έργο του Camilleri εντοπίζεται η συνηθισμένη διαφορά για τα δεδομένα της μυθιστορίας. Ο Montalbano δεν έχει σύζυγο, ενώ ο Έλληνας αστυνόμος Λεγάκος είναι παντρεμένος και με οικογένεια, όπως και ο αστυνόμος Μπέκας ή Χαρίτος. Ένα άλλο κοινό είναι ο χαρακτήρας των πρωταγωνιστών ντετέκτιβ, η ευαισθησία τους απέναντι στους θύτες και τα θύματα, που σίγουρα δεν παραπέμπουν στη λογική του σκληρού αμερικάνικου είδους.

Ένα επιπλέον πρωτότυπο χαρακτηριστικό είναι η σύνδεση της γαστρονομικής παράδοσης και της κοινής τράπεζας με την αστυνομική διερεύνηση και αποκρυπτογράφηση της πραγματικής διάστασης του φαινομένου του εγκλήματος. Πρωταγωνιστής αυτής της νοερής αλλα αναμενόμενης διαδικασίας ο ερευνητής, που μέσω της συλλογιστικής πορείας του αστυνομικού μυθιστορήματος μετατρέπει το περιστατικό φόνου ή το έγκλημα σε κάθε του μορφή σε ένα      αυτόνομο περιστατικό που αποτελεί μια δύσκολη εξίσωση, αφορμή για να εμβαθύνει κανείς στην ουσία των πραγμάτων και όχι στην επιφάνεια, στην εκ βάθους διήγηση και προσέγγιση της αλήθειας.

Ο Θεόδωρος Μπενάκης αποκάλυψε σε συνέντευξή του ότι η φυσιογνωμία του Λεγάκου στηρίχτηκε σε υπαρκτό πρόσωπο, προερχόμενο από τον χώρο του στρατού και όχι της αστυνομίας. Πρόκειται για ακέραιο άνθρωπο, ο τύπος του έντιμου και αδέκαστου δημόσιου    υπαλλήλου, αλλά με έντονα στοιχεία τοπικισμού. Ο ρόλος του δεν περιορίζεται μονάχα στην επίλυση του μυστηρίου και στην αποκάλυψη του εγκλήματος στην κοινωνία, δεν είναι πάντοτε ο αλγόριθμος, βάσει του οποίου πρέπει να επιλυθεί το αστυνομικό αφήγημα. Η όλη διαδικασία δεν είναι τίποτε άλλο στην πραγματικότητα από ένα επιτηδευμένο παιχνίδι, που δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ταύτισης ανάμεσα στον αφηγητή-detective και τον αναγνώστη, μια σχέση  που απαιτεί εμπιστοσύνη, αλλά υποκρύπτει και το στοιχείο του ανταγωνισμού, με την έννοια ότι ο αναγνώστης από τη μια επιθυμεί να συνοδεύσει νοερά τον detective στο δύσκολο έργο της έρευνας, ενώ από την άλλη επιθυμεί να οδηγηθεί ο ίδιος πρώτος στην επίλυση του μυστηρίου, δηλαδή να αποκαλύψει ο ίδιος το μυστήριο[5].

Ο αστυνόμος Λεγάκος, καταγόμενος από αγροτική οικογένεια χαμηλού κοινωνικού και μορφωτικού επιπέδου, είχε αποκτήσει την παιδεία του μέσα από τις εμπειρίες του. Πιστός στα ιδανικά του και παρά το γεγονός ότι δεν ήταν μορφωμένος και καλλιεργημένος, ήταν βαθιά ηθικός και τίμιος χαρακτήρας, που πρέσβευε την τάξη και τη δικαιοσύνη. Ο πρωταγωνιστής δεν ταυτίστηκε με τον ήρωα του έργου όπως συνηθιζόταν στα αστυνομικά μυθιστορήματα, αλλά, αντίθετα, άντλησε την έμπνευσή του από την ιστορία και την πολιτική του χθες μέχρι του σήμερα.

Ο Λεγάκος ως ντετέκτιβ δεν είχε αδυναμίες ή εμμονές. Παρουσιάστηκε ως ένας βαθιά συνειδητοποιημένος άνθρωπος που εγκατέλειψε τον τόπο του, τη Μεσσηνιακή Μάνη και προσπάθησε να προσαρμόσει τη ζωή του σε μια άλλη κουλτούρα, την κουλτούρα της αθηναϊκής πρωτεύουσας, της μεγαλούπολης, που ήταν γεμάτη κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις. Ωστόσο, ήταν ένας αστυνόμος που υπηρέτησε το καθήκον του με ακρίβεια και συνέπεια, δεν ξέχασε ποτέ την αγάπη του για τα ιδανικά του και τα ήθη του τόπου του και ήταν σαν να κατόρθωνε να τα διατηρήσει ζωντανά ακόμη και στη νέα του ζωή, αποδίδοντας εμμέσως φόρο τιμής σαν ένας άλλος Sciascia ή μια Elena Ferrante[6].

Στο έργο του Μπενάκη παρεμβάλλονται κάποια γεγονότα-αναδρομές στην ιστορία και στο παρελθόν, καθώς και παρεμβολές ηθικού, κοινωνικού και πολιτιστικού χαρακτήρα, που ουσιαστικά δημιουργούν τις απαραίτητες συνθήκες και καλλιεργούν την ανάλογη ατμόσφαιρα, δηλαδή το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, στο οποίο θα ενσωματωθεί η ιστορία. Τέτοιου είδους παρεμβολές μπορεί να έχουν συχνά και αισθητικό χαρακτήρα, ανάλογα με τον σκοπό που έχει το κάθε είδος ή το πώς το διαμορφώνει ο ίδιος ο δημιουργός του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι κακοί χαρακτήρες στα μυθιστορήματα του συγγραφέα κι αυτό γιατί ο δολοφόνος ως χαρακτήρας έχει το δικό του ρόλο καθόλη τη διάρκεια της αφήγησης. Ο Θεόδωρος Μπενάκης είναι ίσως ο μόνος Έλληνας μυθιστοριογράφος που περιέγραψε τόσο έντονα τα χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών του.Οι σπουδές του στην Ιταλία και η βίωση τής εκεί πραγματικότητας επηρέασε τη νοοτροπία του, η οποία βασίζεται στο ιταλικό πρότυπο και μοντέλο ζωής.

Βιβλιογραφία

  • Claude Ambroise, Invito alla lettura di Leonardo Sciascia (edit. 7), Biblioteca di Area Umanistica, Mursia, Milano 1990.
  • Claude Ambroise, Leonardo Sciascia, Opere 1956-1971. A cura di C. Ambroise, Bompiani, Milano 1987.
  • Θεόδωρος Μπενάκης, Το παρελθόν του κυρίου Ζωρζ. Στοχαστής, Αθήνα 2020.
  • Βασίλης Ραφαηλίδης, «Η ηθική χρησιμότητα του φόνου στο αστυνομικό μυθιστόρημα» στο περιοδικό Διαβάζω, 46 (αφιέρωμα). Αθήνα 1984.
  • http://www.trikalaenimerosi.gr/blog/arthra-epistoles/to-parelthon-toy-k-zorz-to-deytero-synarpastiko-mythistorima-toy-theodoroy-mpenaki
  • Έλενα Φερράντε, Η υπέροχη φίλη μου. Η τετραλογία της Νάπολης, 1ο βιβλίο, (μτφρ. Δ. Δότση). Πατάκης, Αθήνα, 2016.
  • Φίλιππος Φιλίππου, Ιστορία της Ελληνικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας, ο Γιάννης Μαρής και οι άλλοι. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2018.

[1] Δεδομένου του ότι ο συγγραφέας έτρεφε μεγάλη αγάπη και σεβασμό για τον Leonardo Sciascia, τα έργα του θυμίζουν ως προς το πνεύμα, τον χαρακτήρα, τον σκοπό και την ανατρεπτική λογική τα μυθιστορήματα του Σικελού συγγραφέα.

[2] Ένα στοιχείο που διαφοροποιεί το αστυνομικό μυθιστόρημα του Θεόδωρου Μπενάκη με τα προγενέστερα είδη της ελληνικής αστυνομικής μυθιστορίας είναι η έμφαση που δίνει στους χαρακτήρες και η θεατρικότητα με την οποία περιγράφει τις σκηνές.

[3] Συγκεκριμένα, θα λέγαμε ότι η πράξη του φόνου αποκαλύπτει, απογυμνώνει και ξεσκεπάζει κάθε πλασματική σχέση που στηρίζεται στο προσωπικό συμφέρον.

[4] Η Βιργινία Ράιτ, η μητρική φιγούρα, θύτης και θύμα των περιστάσεων, η όμορφη και καλλιεργημένη Μαρίνα, ανιψιά του αστυνόμου Λεγάκου, που σπούδαζε Νομική, και η Τσαντούλα, που εκπροσωπούσε την Ελληνίδα μητέρα και νοικοκυρά, αφοσιωμένη στη φροντίδα του συζύγου της και της οικογένειάς της, ασχολούμενη με το νοικοκυριό και την προετοιμασία του φαγητού.

[5] Όλη αυτή η διαδικασία διερεύνησης ονομάζεται ψευτοπροβληματισμός, ένα τέχνασμα που χρησιμοποιείται από τον αφηγητή για να εντάξει τον αναγνώστη στην πλοκή της μυθιστορίας.

[6] Η ηθική και οι ενέργειές του χαρακτηρίζονται από ψυχοκοινωνικοπολιτικό προβληματισμό, πάντοτε μέσα από τη φιλοσοφική αναζήτηση και σε συνάρτηση με τους νόμους, τους κανόνες δικαίου.

Βιογραφικό Βάλη Σκρεμμύδα