Οι ιστορίες των βιβλίων μου Συναντήσεις 30’, Δύο / Υγρασία και Μια μέρα, από τις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ, συγκροτούν μια άτυπη τριλογία, στην οποία κυριαρχεί η αναζήτηση των ορίων της ανθρώπινης σχέσης. Η διαδικασία της επαφής, της απώλειας, της μοναξιάς, της συνάντησης με τον Άλλο, μεταβαίνουν στην οικειότητα μιας ερωτικής σχέσης. Οι πολλαπλές σκηνές της καθημερινότητας προσδιορίζουν την συνθήκη συνεύρεσης των Δύο, ενώ συγχρόνως επιτρέπουν η ιστορία τους να υπάρχει και ως υπέρβαση της πραγματικότητας.
Αντιγόνη Ντόκα, “Μια μέρα“, Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Με την αίσθηση ότι η ιστορία μου αναζητούσε μια συνέχεια, ξεκίνησα να γράφω με όλη την ένταση που σε συντρέχει η ζωή δυο προσώπων, τα οποία θεωρείς πια οικεία, μέρος της δικής σου επαφής με τον κόσμο. Η Αλίκη και ο Στέφανος. Ένιωθα ότι με ακολουθούσαν, σαν να ζητούσαν από εμένα να φτιάξω τα δικά τους επόμενα βήματα, τα δικά τους διλλήματα, αποφάσεις και ανατροπές. Να διηγηθώ με ένα τρόπο όσα οι ίδιοι ήταν δυνατόν να αισθανθούν, τα σημαντικά σημεία που τους οδήγησαν μοιραία ή μη στην κατάληξη της ιστορίας τους.
Θυμάμαι ένα μόνο συναίσθημα, σχεδόν μια ευθύνη και μια αμηχανία που μου προκαλούσε το τέλος των μικρών συναντήσεων καθώς είχαν αποκτήσει διάρκεια και αναζητούσαν μια καταφανή ολοκλήρωση. Νομίζω ότι όσο και αν προσπάθησα να μην αφήσω μετέωρα τα αισθήματα των Δύο και με ένα τρόπο να τα δεσμεύσω σε μια υπερβατική εφορία, παρόμοια με το έργο του Chagall , Πάνω από την Πόλη, δεν κατάφερα παρά να νιώσω μόνο ένα ακινητοποιημένο τέλος. Η επιθυμία μου να δημιουργήσω μια ανώδυνη κατάσταση, μια συνθήκη για την γενίκευση της ευτυχίας των Δύο, σταματούσε απότομα στην λογική ακολουθία των πραγμάτων.
Και ενώ στην λογοτεχνία και στην τέχνη εν γένει, έχεις την δυνατότητα της ανατροπής, της αντίφασης, της αμφισημίας, κάθε τι που όμορφα και γοητευτικά σπάει την κυριαρχία της λογικής, σταματούσα συνεχώς μπροστά στην ένταση και στο βίωμα μιας αθέατης κοινωνικής σύμβασης που με ακολουθούσε ασυνείδητα. Ήθελα οι ήρωές μου να είναι αληθινοί, να μπορούν να ξεκλειδώνουν τις συνηθισμένες ιστορίες των ανθρώπων.
Με φόβιζε και με απογοήτευε η ιδέα δύο ανθρώπων που βρίσκονται παραδομένοι σε ένα παραμύθι, σε κάτι που ουσιαστικά δεν υφίσταται. Ήθελα μόνο τα συναισθήματα να τραβούν, να ξεχειλώνουν την πραγματικότητα στο χώρο του φανταστικού και όχι οι πράξεις από μόνες τους, δηλαδή οι αποφάσεις των ηρώων μου. Αυτή σχεδόν η ιδιότυπη επιθυμία μου, με οδήγησε σε μια ιστορία που ο χώρος και ο χρόνος κατακερματίζεται σε εικόνες συχνά υπερβατικές και ανασυντίθεται στην συνέχεια με όρους ρεαλιστικούς, γιατί η Αλίκη και ο Στέφανος υπάρχουν μέσα μας και ανάμεσα μας.
Με γοήτευε να δώσω το τέλος με ένα τρόπο που μπορούσε να αφήνει την δυνατότητα συνέχειας ή διαφορετικής ερμηνείας. Η ασάφεια της κατάληξης της ιστορίας που απλώς υπονοείται μέσα από μια ακινητοποιμένη στιγμή, χωρίς να διατυπώνεται ένα οριστικό γεγονός, δομημένο μέσα από μια συγκεκριμένη πλοκή, διαπερνά σαν στάση όλες τις στιγμές που αφηγείται η τριλογία.
Αντιγόνη Ντόκα