Scroll Top

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

” Υπέρ κεκοιμημένων, πενθούντων, οδοιπορούντων ” / Αφηγήματα

Εκδόσεις ΑΩ

Πένα χρυσή

 

 

Όταν ήμουν μικρή, με πήγαινε αυτή  στο βουνό. Τώρα την πηγαίνω εγώ. Τότε μου έτριβε με κολόνια τα δάχτυλα που ήταν ενωμένα σαν το παπάκι και μου έλεγε διαρκώς ( απ’ ό,τι μου λέει, δεν το θυμάμαι) “πένα χρυσή , πένα χρυσή “. Δεν έλπιζε και πολλά, εξάλλου οι παιδίατροι της το είχαν ξεκόψει! ” Αχ κυρία μου, σιγά να μη γίνει κοριτσάκι αυτό! ” Τώρα της τρίβω εγώ τα πόδια της που πονούν. Προχθές στο βουνό, ξανάπιασε να μου τρίβει, όπως τα είπε τρυφερά ” τα χεράκια “. ” Δεν σου ‘λεγα τότε χαζή , βελόνα χρυσή; ” Η μαμά μου ήταν πολύ καλή ράφτρα . Και κεντήστρα ήταν ‘ αστραφτερή. Γελούσαμε και μαζί μας γελούσε και η γάτα η Ρίτα. Απ’ το πρωί τα ξανασκέφτομαι με αφορμή τον Ντελίλο και ” το περιθώριο των συγγραφέων “. Τριάντα χρόνια δεν ήμουν τίποτα, ούτε βελόνα χρυσή, ούτε και πένα μπικ. Μόνο πρόσφατα που, επιτέλους με ξεφορτώθηκε ή ξεφορτώθηκα ό,τι ποτέ μου δεν ήθελα, σκέφτηκα ότι, “πού ξέρεις ρε μάνα, μπορεί και να εισακούστηκες”, ναι τώρα πια είναι κάτι στιγμές που αισθάνομαι πως κάτι μπορεί και να γράφω, αφού πιο περιθώριο δεν γίνεται, με στυλό μπικ. Και το πιο κουλό; ναι! είμαι επιτέλους – στην ησυχία μου και στη γωνιά μου – ευτυχής!