Scroll Top

EMILY JANE BRONTE / 41 POEMS

EMILY JANE BRONTË

41 ΠΟΙΗΜΑΤΑ/POEMS
ΔΙΓΛΩΣΣΗ ΕΚΔΟΣΗ/BILINGUAL EDITION
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-ΚΕΙΜΕΝΑ: ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΑΦΑΚΑ
TRANSLATION-ILLUSTRATION-TEXTS: VASSILIKI SIAFAKA

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
GREEK TEXT EDITING: DIONI DIMITRIADOU
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΩ 2020

*

Ένα λουλούδι σε χερσότοπο, αυτό είναι η Έμιλυ. Ένα αγριολούλουδο που φυτρώνει και παλεύει με τον ήλιο, τη βροχή, τον άνεμο, χωρίς να νοιάζεται για την ομορφιά του, δίχως να φοβάται μαρασμό. Ένα λουλούδι αλλιώτικο, που ανοίγει τα πέταλά του στο φως των αστεριών και της σελήνης και τα κλείνει κάτω από τον καυτό ήλιο για να προστατευθεί. Κι έχει το λουλούδι αυτό μια τέτοια σπανιότητα που μαγεύει όποιον το ανακαλύψει.

Η Έμιλυ μέσα απ’ τα ποιήματά της μου έμαθε πως μπορεί κανείς να είναι ευαίσθητος μαζί και δυνατός. Οικουμενικός και ταυτόχρονα τόσο προσωπικός. Μοναχικός αλλά και συμπάσχων. Άνθρωπος με βαθιά επίγνωση της παροδικότητάς του. Άνθρωπος που πανηγυρίζει την ανθρωπιά του γιατί αισθάνεται, γιατί νιώθει, κι ας πονά. Άνθρωπος που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ψυχική και φυσική ελευθερία.
Αναμφισβήτητα πρόκειται για την ποίηση μιας καλλιτεχνικής ιδιοφυίας που ανατράφηκε με αυτοδιδασκαλία, με έντονα πνευματικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, σε ένα περιβάλλον καλοπροαίρετης ανοχής του πατέρα της ο οποίος εν-θάρρυνε στα παιδιά του την ανεξάρτητη σκέψη. […] (Από τον πρόλογο της έκδοσης)

*

A DEATH SCENE

‘ O Day! he cannot die
When thou so fair art shining!
O Sun, in such a glorious sky,
So tranquilly declining;

‘He cannot leave thee now,
While fresh west winds are blowing,
And all around his youthful brow
Thy cheerful light is glowing!

‘Edward, awake, awake ̶
The golden evening gleams
Warm and bright on Arden’s lake ̶
Arouse thee from thy dreams!

‘Beside thee, on my knee,
My dearest friend! I pray
That thou, to cross the eternal sea,
Wouldst yet one hour delay:

‘I hear its billows roar ̶
I see them foaming high;
But no glimpse of a further shore
Has blest my straining eye.

‘Believe not what they urge
Of Eden isles beyond;
Turn back, from that tempestuous surge,
To thy own native land.

‘It is not death, but pain
That struggles in thy breast ̶
Nay, rally, Edward, rouse again;
I cannot let thee rest!’One long look, that sore reproved me
For the woe I could not bear ̶
One mute look of suffering moved me
To repent my useless prayer:

And, with sudden check, the heaving
Of distraction passed away;
Not a sign of further grieving
Stirred my soul that awful day.

Paled, at length, the sweet sun setting;
Sunk to peace the twilight breeze:
Summer dews fell softly, wetting
Glen, and glade, and silent trees.

Then his eyes began to weary,
Weighed beneath a mortal sleep;
And their orbs grew strangely dreary,
Clouded, even as they would weep.

But they wept not, but they changed not,
Never moved, and never closed;
Troubled still, and still they ranged out ̶
Wandered not, nor yet reposed!

So I knew that he was dying ̶
Stooped, and raised his languid head;
Felt no breath, and heard no sighing,
So I knew that he was dead.

*

ΣΚΗΝΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

«Ω Μέρα! Δε γίνεται να φύγει
όσο εσύ ολόλαμπρη φωτίζεις!
Ω Ήλιε, σε υπέροχο ουρανό,
Όσο εσύ γαλήνια δύεις∙

«Δε γίνεται να σε αφήσει τώρα,
Όσο φυσάει δροσερός ο δυτικός άνεμος,
Όσο το νεανικό του πρόσωπο
Λούζεται στο φως σου το χαρούμενο!

«Έντουαρτ, ξύπνα, σήκω ̶
Αστράφτει χρυσαφένιο το απόγευμα
Ζεστό κι αβρό στη λίμνη του Άρντεν ̶
Ξύπνα απ’ τα όνειρά σου!

«Γονατιστή στο πλάι σου προσεύχομαι,
Πολυαγαπημένε φίλε μου!
Μια ώρα ακόμα να βαστάξεις,
Ως να περάσεις την αιώνια θάλασσα:

«Ακούω των κυμάτων της το βρυχηθμό ̶
Ψηλά αντικρίζω το λεθκό αφρό τους∙
Μα ούτε ίχνος μακρινής ακτής
Δεν ευλογεί το κουρασμένο βλέμμα μου.

«Μη γελαστείς απ’ τα κλάματα των ηδονών
Πέρα στις νήσους της Εδέμ∙
Από της θύελλας τη δίνη, γύρνα ξανά
Στον τόπο που σε γέννησε.

«Δεν είναι θάνατος, μα πόνος
αυτό που μες στο στήθος σου παλεύει ̶
Όχι, Έντουαρτ έλα, σήκω πάλι∙
Να κοιμηθείς δε θα σ’ αφήσω!»

Επίμονη η ματιά μου με κατέκρινε
Για την οδύνη που ν’ αντέξω δεν μπορούσα ̶
Στου πόνου τη βουβή ματιά του λύγισα
Μετάνιωσα για τη μάταιη προσευχή μου:

Ξάφνου, της αγωνίας μου τα κύματα
Ένιωσα πως ησύχασαν∙
Ούτε και θρήνου ίχνος κανένα
Τάραξε την ψυχή μου κείνη την αποφράδα μέρα.

Χλωμός, μετά από λίγο, γλυκά έδυσε ο ήλιος∙
Του σούρουπου η αύρα έσβησε γαλήνια.
Δροσιά καλοκαιριού κύλησε απαλά και μούσκεψε
Λαγκάδια, ξέφωτα και δένδρα σιωπηλά.

Βασίλεψαν τα μάτια του,
Στο βάρος του ύπνου του θανάσιμου∙
Μεγάλωσαν οι κόρες τους παράξενα και θλιβερά,
Συννέφιασαν σαν να΄ τανε να κλάψουν.

όμως δεν έκλαψαν, δεν άλλαξαν,
Ασάλευτα κι ορθάνοιχτα έμειναν∙
Ανήσυχα ωστόσο και κοντόθωρα ̶
Με απλανές το βλέμμα, δίχως αναπαμό ακόμα!

Έτσι ήξερα πως πέθαινε ̶
Το κουρασμένο του κεφάλι έσκυψα και σήκωσα∙
Ανάσα όμως δεν ένιωσα, μήτε άκουσα αναστεναγμό,
Έτσι ήξερα πως πέθανε.