Scroll Top

Μίκης Αναστασίου – «Ο Λογιστής»

Μίκης Αναστασίου
«Ο ΛΟΓΙΣΤΗΣ»
Εκδόσεις Ενύπνιο/2021Υπάρχουν κάποια βράδια που δεν προμηνύουν τίποτα ιδιαίτερο. Μια γυμνή λάμπα κρέμεται από το ταβάνι, σαν αστέρι δίχως ποίηση, καταυγάζοντας μια ασήμαντη κουζίνα με άσπρα, ξεφλουδισμένα ντουλάπια, τα άπλυτα πιάτα στον νεροχύτη περιμένουν, δίχως να βιάζονται, τη στοργή δυο γυναικείων χεριών, το φαγητό κρυώνει στην κατσαρόλα υπακούοντας στον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής κι ένα ανοιχτό παράθυρο χάσκει στη μαυρίλα του απέναντι τοίχου σαν ξεδοντιασμένο στόμα ή σαν τυφλό μάτι που δεν υποψιάστηκε ποτέ την τυραννία του φωτός. Μια γυναίκα ανάβει ένα τσιγάρο, ύστερα άλλο ένα, κι ένας άντρας – ο άντρας της, προφανώς – πίνει ευχαριστημένος ένα τελευταίο ουίσκι πριν πέσει στο κρεβάτι κουρασμένος, ανώδυνα μεθυσμένος, χωρίς βρισιές, χωρίς ξύλο, χωρίς βιασμό, ενώ το σιωπηλό παιδί κάποιου άγνωστου πατέρα κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο, μόλις ανασαίνοντας πίσω από την κλειστή πόρτα.
Ακούγεται η πόρτα της εισόδου που ανοίγει, ύστερα κλείνει, δύο γυναικεία τακούνια χτυπούν χωρίς διάκριση το κιτρινισμένο μάρμαρο, ξαφνικά σταματούν, μια δεύτερη πόρτα ανοίγει και ακούγεται ο γνώριμος ήχος του φιλόπονου ανελκυστήρα. Ένας ανάγωγος σκύλος διαμαρτύρεται βαθιά μέσα στη νύχτα και κάποια στιγμή ησυχάζει, σαν να βρήκε επιτέλους αυτό που του έλειπε ή σαν να το πήρε απόφαση πως με τις κλάψες δεν βγαίνει τίποτα. Ο άντρας γεμίζει ξανά το ποτήρι του, πίνει μια γουλιά, χαμογελάει, και η γυναίκα- η γυναίκα του, προφανώς – σβήνει το τσιγάρο της στο γεμάτο τασάκι. Το παιδί αναστενάζει στον ύπνο του και αλλάζει πλευρό. Κάποιος κλαίει στο απέναντι σπίτι, αλλά κανείς δεν τον ακούει, τα παράθυρά του είναι κλειστά.