Scroll Top

Απεβίωσε ο ποιητής Κώστας Γ. Παπαγεωργίου

Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Σπούδασε νομικά και φιλολογία. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” το 1966. Εργάστηκε ως δικηγόρος από το 1972 ως το 1978· έκτοτε ασχολείται αποκλειστικά με την λογοτεχνία και με ό,τι αμέσως ή εμμέσως σχετίζεται μ’ αυτήν. Συνεργάστηκε με τα αξιολογότερα λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης κατά την τελευταία τριακονταετία (“Αντί”, “Λέξη”, “Δέντρο”, “Διαβάζω”, “Εντευκτήριο”, “Τραμ” κ.α.). Διετέλεσε συνυπεύθυνος στη σύνταξη των ετήσιων ομαδικών αντιδικτατορικών εκδόσεων Κατάθεση ’73 και Κατάθεση ’74, ενώ συνέταξε (με τον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη) την Ελληνική ποιητική ανθολογία θανάτου του εικοστού αιώνα (1995). Άσκησε συστηματικά λογοτεχνική κριτική από περιοδικά και εφημερίδες. Συνεργάστηκε επί έτη ως κριτικός στο ένθετο “Βιβλιοθήκη” της “Ελευθεροτυπίας”. Από το 1982 ως το 1998 εξέδιδε και διηύθυνε το περιοδικό “Γράμματα και Τέχνες”. Ποιήματά του μελοποιήθηκαν και κυκλοφόρησαν σε δίσκους από τον Θάνο Μικρούτσικο (“Ιχνογραφία”), από τον Νίκο Τάτση (“Έρανα”), καθώς και από τον Χάρη Κατσιμίχα. Από το 1982 εργαζόταν στην Ελληνική Ραδιοφωνία, στην αρχή ως σύμβουλος σε θέματα λογοτεχνίας και εν συνεχεία ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και εκδηλώσεων στο Τρίτο Πρόγραμμα. Από το 1990 εργαζόταν ως καθηγητής στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, διδάσκοντας Ιστορία Θεάτρου και Λογοτεχνίας. Είναι ιδρυτικό μέλος της “Εταιρείας Συγγραφέων”. Ποιήματα, μελέτες και εκτενή δοκίμιά του έχουν μεταφραστεί σε ευρωπαϊκές γλώσσες. Είχε πάρει το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2001 και το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού “Διαβάζω”. Το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του ποιητικού του έργου. Το 2012 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νουβέλας-Διηγήματος του περιοδικού “Διαβάζω” για το αφήγημά του “Νερό”.

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΜΠΙ


Στην πόρτα στέκομαι άναυδος σαν έτοιμος να βγω και
πράγματι έτσι- θα έβγαινα μα στέκομαι σαν άναυδος
και ακίνητος. Γιατί ‘ναι η μάνα μου σκυμμένη εμπρός
μου εκεί, ράβοντας στο κατάλευκο πουκάμισό μου που
φοράω ένα κουμπί προσεχτικά μη με πληγώσει όπως
κρατάει σε απόσταση ελάχιστη απ’ το στήθος μου το
ρούχο. Αλλά είναι μαύρο το κουμπί κι αυτή το ράβει
τόσο φυσικά, μπορεί επειδή δεν πρόσεξε το χρώμα του
το αταίριαστο με το λευκό. Και ράβοντας σκυμμένη
εμπρός μου εκεί χωρίς να με κοιτάξει με ρωτά «ποιον
ράβω εδώ;»- δυο τρεις φορές. Όμως γιατί δεν απαντώ
ξαναρωτάει μόλις υψώνοντας το βλέμμα της μηχανικά
κατά το πρόσωπό μου μια στιγμή «ποιον ράβω εδώ;»
-χωρίς ωστόσο πάλι να με δει. Οπότε εγώ με λύπη
αλλά μεγάλη, ίσως γιατί λυπόμουν κιόλας για το χρώ-
μα του κουμπιού-το μαύρο αυτό- της λέω «έναν
νεκρό». «Έναν νεκρό», της ξαναλέω με βούρκωμα στα
μάτια όπως την έβλεπα σκυμμένη εμπρός μου εκεί να
ράβει κι αυτή κλαίγοντας «μην ξαναπείς νεκρός», όλο
έλεγε και με παρακαλούσε.
(Η λύπη των άλλων, Κέδρος, 2009)
*Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Μπροστά στη μισάνοιχτη πόρτα της επόμενης μέρας με ακόμα οι ώρες της τόσο νωπές και
ασχημάτιστες· δεν διακρίνονται μα όλες μαζί ένα κράμα μουντό και αξεδιάλυτο κάνουν.
Εγώ κρατημένος και σαν από προαίσθημα κακό δεν θέλω να μπω –ας βουίζουν στ’ αυτιά
μου τα επόμενα· παριστάνω ότι δεν και ότι δήθεν ανέμελα ρίχνω πέτρες στης περασμένης
νύχτας το παράθυρο. Ακούω σπασίματα γυαλιών και τότε σκέφτομαι μπορεί κάποιος δικός
μου αγαπημένος να χαμογελάει κρυφά.
( Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου, Κέδρος, 2016)*

ΑΡΚΕΙ Η ΑΓΑΠΗ


Κι αν το μελάνι στάζει αργά στον θόλο τ’ ουρανίσκου και απλώνεται ύστερα ανεπαίσθητα
στη χλόη της γλώσσας, τις λέξεις κάνοντας ν’ ακούγονται δυσδιάκριτες, τα γράμματα ν’
αλλοιώνεται το σχήμα τους –του ρω η ουρά λειψή, του λάμδα ξεχαρβαλωμένο το
αντιστήριγμα– η αγάπη αρκεί. Κι εξάλλου η ακοή δεν ξέρει ανάγνωση• αγράμματη είναι ας
υποδύεται ότι ναι• δεν ξέρει ούτε τον ήχο των γραμμάτων να διακρίνει τόσο αγράμματη.
Αγνοεί το πέρασμα του νοήματος πώς γίνεται και αρκείται στο άκουσμα μονάχα του
ρυθμού που τσακισμένος βγαίνει έστω τρικλίζοντας ν’ ακούγεται και αργά η ανάσα του να
χάνεται. Γι’ αυτό σου λέω η αγάπη αρκεί.