Παυλίνα Παμπούδη, Άμμος και λίγα βότσαλα, εκδόσεις Ροές, 2024
Γράφει η Νίκη Μισαηλίδη
Στη ροή … της άμμου
Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής Άμμος και λίγα βότσαλα της Παυλίνας Παμπούδη (Ροές, 2024) εκκινεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον καθώς οι δύο κεντρικές λέξεις «άμμος» και «βότσαλα» δίνουν το νοηματικό και το ποιητικό στίγμα της συλλογής. Η «άμμος», στοιχείο που είναι αχανές και μεταβαλλόμενο, σύμβολο της ρευστότητας, επομένως και της προσωρινότητας, ακυρώνει καθετί που επιδιώκει τη μονιμότητα και τη σταθερότητα. Η «άμμος», που δεν είναι μετρήσιμη, αλλά απεριόριστη, άπειρη και αχανής. Τη ρευστότητα και την αβεβαιότητα της άμμου έρχονται να φρενάρουν και να περιορίσουν σ’ ένα βαθμό «τα λίγα βότσαλα», σταθερά αντικείμενα σε αντίστιξη με την μεταβλητότητα και την απεραντοσύνη της άμμου. Αυτή την ατμόσφαιρα και τη διάσταση της αστάθειας και αβεβαιότητας και της μεταβλητότητας επιδιώκει ποιητικά να αποδώσει η δημιουργός με την πένα της και τους στίχους των ποιημάτων που αποτελούν τις τρεις θεματικές ενότητες της συλλογής: Α. «Τι έλεγε ο άνθρωπος μέσα στο ποίημα», Β. «Τι έλεγε το παιδί μέσα στον άνθρωπο» και Γ. «Τι έλεγε ο άνεμος».
Η προσωρινότητα και η ρευστότητα σύμφωνα με την ηρακλήτεια φιλοσοφική σκέψη «πάντα ρει και ουδέν μένει» αποδίδονται ποιητικά στα ποιήματα και των τριών ενοτήτων. Τα θέματα του χρόνου, της απώλειας και της φθοράς, του θανάτου και της χαμένης ηλικίας και αθωότητας, ο σύγχρονος τεχνολογικός τρόπος ζωής, αλλά και η εναγώνια προσπάθεια του ποιητή – δημιουργού διαφαίνονται και συμπλέκονται στους στίχους της Παμπούδη. Ο άνθρωπος ακολουθώ το ποίημα, διαπλέει/Παράλια αχαρτογράφητα/Αχαρτογράφητα, πεισματικά, ανώφελα/Μέχρι το πόντισμα σε άλλα βάθη/ Πνίγεται-/Τότε, πάντα σχεδόν, μια λέξη/Άγνωστη λέξη-τρίαινα μπήγεται άξαφνα στο χάος/Θάλασσα αναβλύζει πάλι κι ανεβαίνει-/Και ναυαγώ σε άγνωστο πλανήτη-» (σ. 11). Η ποιητική διαδικασία, σύμφωνα με την ποιήτρια, είναι μια επίπονη, ψυχο-συναισθηματική και πνευματική διαδικασία σε παράλια «αχαρτογράφητα». Άγνωστα τα μονοπάτια της ποίησης. Άγνωστο το ταξίδι, κρύβει εκπλήξεις. Και πάντα ή σχεδόν πάντα, όπως σχολιάζει η ποιήτρια, ο/η δημιουργός νιώθει μετέωρος ναυαγός. Το ποιητικό ταξίδι παρουσιάζεται και στο ποίημα με τίτλο «Ορθώνομαι» (σ. 12). Η ποιήτρια αξιοποιώντας την τεχνική της αντίθεσης εκφράζει την αγωνιώδη προσπάθεια του καλλιτέχνη, ο οποίος θέλει να σταθεί «όρθιος» αλλά «καρφώνεται πάλι στην άμμο για να ριζώσει» καθώς «Συλλογισμοί διάττοντες/Στην άμμο με καρφώνουν πάλι να ριζώσω-/Απλώνω πιο βαθιά/Ήσυχα, στην απέραντη ελευθερία».
Η μεταβλητότητα των πραγμάτων και της ζωής, όπως και η αδιάκοπη ροή του χρόνου, μεταπλάθονται σε ποίηση στο «Φωτίζεται» (σ. 13), και μας παραπέμπουν στους στίχους του Σάμιουελ Μπέκετ: «Είμαι η ροή της άμμου που/γλιστράει ανάμεσα βότσαλο και/ στον αμμόλοφο/η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω/ στη ζωή μου πάνω σ’ εμένα η ζωή/ που μου ξεφεύγει με καταδιώκει και/θα σβήσει τη μέρα που άρχισε/αγαπημένη στιγμή σε βλέπω μέσα σ’/αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης/που χάνεται». (Μπέκετ, 1998) Η ασταμάτητη πορεία του χρόνου, που «Στο διάβα του παρασέρνει όλα», «Καθώς αφηνιασμένος ο αιώνας» ασκεί αναπόδραστη δύναμη και στα «παιδικά κειμήλια» που είναι «οξειδωμένα», καθώς ο χρόνος αφήνει πάνω τους ανεξίτηλα τα σημάδια της φθοράς, «Στου λόγου του κινούμενου την άμμο-». Γιατί όλα κινούνται και μετακινούνται σύμφωνα και με τον φυσικό φιλόσοφο Ηράκλειτο. Η έννοια του χρόνου καταλύτη, του χρόνου πανδαμάτορος παρουσιάζεται και στο ποίημα «Μακραίνει» (σ. 18) καθώς «Κι ακούγεται ντουπ ντουπ ο μύλος των προγόνων:/Γυρνά η μυλόπετρα, δεν σταματά, αλέθει/Ανάκατα, στιγμές, ώρες και μήνες/Χρόνια Για να τρώει ανόρεχτα ο χρόνος-».
Μέσα σ’ αυτό το ταξίδι του χρόνου και στην καταδυναστευτική του δύναμη η ποιήτρια διαισθάνεται την υπαρξιακή αγωνία του ατόμου, καθώς συχνά «ο άνθρωπος ακολουθώ το μονοπάτι/Το μονοπάτι με ακολουθεί αβέβαιο/Τώρα/Διασχίζουμε μια τεθλιμμένη εξοχή-/Όξινη χλόη/Υβρίδια βασανισμένα, άνθη άοσμα/Άρρωστα δέντρα/Απότομα σταματημένα στην πλαγιά» (σ. 16). Η αέναη κίνηση του χρόνου, σαν την κίνηση και τη ρευστότητα της άμμου είναι μία πραγματικότητα, ένα αδιαμφισβήτητο βίωμα του ανθρώπου γιατί «Πορεύονται μαζί και ημέρες/Με τρέξιμο και χοροπηδητά/[…] προς βέβαιο προορισμό/[…] κορφολογώντας λίγες/Αγκαθωτές άγριες γνώσεις, τα παράσιτα/Του αγνώστου-» (σ. 17)
Το υπαρξιακό αδιέξοδο και η αγωνία στα ποιήματα της συλλογής έρχεται από το χθες, το παρελθόν σε «Λίγα αρχαία ερείπια που τρέκλιζαν» (σ. 20) και φτάνει στο σήμερα, το παρόν καθώς «Προσέχω πέρα/Κόσμο να μυρμηγκιάζει πολυάσχολος/[…] όμως Πού το Εγώ πού το Αυτός/Δεν ξεχωρίζω-», υποδηλώνοντας την ασάφεια της ταυτότητας, την αδυναμία του προσώπου να διαφοροποιήσει τον εαυτό του από τον άλλον στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις με συνέπεια «Ο άνθρωπος χάνω το μονοπάτι/Οι μέρες με κυλάνε από κίνδυνο σε κίνδυνο/[…] ψάχνω,/Στην πρώτη εκδοχή μου, που δεν σώζεται-/Και δεν προφταίνω τίποτα σχεδόν να δω», καθώς το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει πως «Ίχνη ακολουθώ μισοσβησμένα» σαν τα ίχνη, τα χνάρια και τις πατημασιές πάνω στην άμμο, όπως η ποιήτρια γράφει στο ποίημα «Ψάχνω» (σ. 22).
Και μπορεί το άτομο στους στίχους της Παμπούδη να αγωνιά και να αγωνίζεται για να κατανοήσει τον κόσμο μέσα του και τον κόσμο γύρω του, χωρίς πάντα να το κατορθώνει, υπάρχει, όμως, και η αισιόδοξη ποιητική ατμόσφαιρα, στην οποία μεταφέρουν τον/την αναγνώστη/-στρια οι στίχοι στο ποίημα «Σηκώνεται» (σ. 34). «Νοτιάς μαγιάτικος σηκώνεται/Απ’ τα νερά, σχεδόν γαλάζιος/Από τα δάση, σχεδόν πράσινος/Αθόρυβος, θορύβους φορτωμένους, ήχους/Όλους τους ήχους που ακούστηκαν ποτέ/Που θ’ ακουστούν/Που προσπαθούν να αρμοστούν, να βγάλουν νόημα-» (σ.34). Και πάλι, «Φυσάει αεράκι, με σκορπά και ευφραίνομαι/Είναι αυτό το ίδιο που άγγιξε θεό, αρχή του κόσμου/Και από τότε, φίλεργο, προφταίνει πάντα/Βότσαλα να γυαλίζει, χορτάρια να χτενίζει/Γύρη να ξεσκονίζει από τους στήμονες-» (σ. 35). Η φύση συμμέτοχος και κοινωνός στην προσπάθεια του ατόμου να γνωρίσει τον εαυτό του και τον κόσμο παίζει πρωταρχικό ρόλο στα ποιήματα της συλλογής. Ο άνεμος, μάλιστα, έχει την τιμητική του θέση μια και σε αυτόν είναι αφιερωμένη η τρίτη θεματική ενότητα. «Ο άνεμος σημαίνω κίνηση αέναη, κυρίως/Τη φυγόκεντρο, αλλά/Στο μάτι του κυκλώνα, πάντα/Μες στη γαλήνη άοκνα εργάζεται η φθορά» (σ. 65). Η Παμπούδη δημιουργώντας έξοχες εικόνες, άλλοτε ακουστικές ή οπτικές, άλλοτε οσφρητικές ή κινητικές, αποδίδει αφενός το μεγαλείο της φύσης, αφετέρου τη μηδαμινότητα, ασημαντότητα που νιώθει ο άνθρωπος απέναντι στο φυσικός κάλλος γιατί «Τότε/Ουράνιο τόξο αναδύεται-/Στην κλίμακα του υπεριώδους/Συνεχίζουν τα νοήματα/να ανεβαίνουν αραιώνοντας/Ως να εξαχνωθούν σε γαλαξίες άνοιας/Στον ατελή ουράνιο χάρτη-/Ν’ απαλειφθεί και ο μικρός πλανήτης του ανθρώπου-» (σ. 37).
Η εικαστική αποτύπωση ως χαρακτηριστικό της ποιητικής γραφής της Παμπούδη διαφαίνεται και στο ποίημα «Ας μουτζουρώσω» (σ. 54). «Στο μεταξύ ας μουτζουρώσω κι άλλο, είπα/Να, μονοκονδυλιά η αποτύπωση: Σπιτάκι παιδικό, λείπει η πόρτα/Βαρύ το όρος πίσω, λείπει ο θεός/Η θάλασσα σγουρή κι ο ήλιος πολυπλόκαμος/Σε πρώτο πλάνο/Τέλος, στην άκρη του χαρτιού το ανθρωπάκι/Αδέξιο κι έτοιμο να πετάξει-/Εκεί με βρήκα τα υπόλοιπα είναι γνωστά-/Δεν έτυχαν τυχαία όλ’ αυτά-». Η παιδική ηλικία ως μια αυθόρμητη, χαλαρή, γνήσια και με ατέλειες χρονική περίοδο «μουτζουρώνει» τα όνειρά της, τα οποία παρουσιάζονται ελλειμματικά, ατελή γιατί «λείπει η πόρτα», γιατί «λείπει ο θεός». Η παιδική ηλικία, πάλι, έχοντας περάσει στη σφαίρα της μνήμης φαίνεται πως δεν είναι διαυγής. Κι αυτό γιατί: «Τι μπέρδεμα/Η μνήμη χρονοταξικά αβυθομέτρητα/Παμφάγος, χάος αχανές, αχόρταγο/Μέσα της φύρδην μύγδην συνωστίζονται/Τα διάφορα που διασώθηκαν τυχαία/Με κόπο ή σε σύγχυση ή κι απρόθυμα/Μοναδικά, αδιάφορα, πολύτιμα ή ευτελή/ Και πόσα τα χαμένα μέσα στο παιδί/Που αποθηκεύτηκαν όμως κι εκείνα/κατά λάθος-» (σ. 57). Και μπορεί ο χρόνος να ασκεί τη δύναμη της φθοράς στην παιδική ηλικία, το ποιητικό αντικείμενο, όμως, αντιστέκεται: «Ναι, επιμένω/Λέω το παιδί μέσα στον άνθρωπο-/Ας κινηθώ, λοιπόν, ξανά/Προς το επικίνδυνο σημείο/Εκεί που θα το καταπιούνε οι μουτζούρες/Το σημαίνον κείμενο-/Άπατο μαύρο στον πυθμένα κάθε σκέψης-» (σ. 60).
Στην ποιητική συλλογή Άμμος και λίγα βότσαλα η ποιήτρια με απλό λεξιλόγιο και ταυτόχρονα με λέξεις που πηγάζουν «απ’ τη βαθιά μυθολογία» (σ. 52) και τον εκκλησιαστικό λόγο, συνδυάζοντας το ονειρικό και το φανταστικό στοιχείο καθώς «Υπνοβατώ/[…]Σε όνειρο αλόγου δραπετεύω, ανεβαίνω το φεγγάρι/[…]Ολόγυρά μου ρέει παραμύθι/Με δίχως τέλος και αρχή, είναι/Πυκνοκατοικημένη η νύχτα» (σ. 46) αποδίδει με βεβαιότητα και εκείνη τη σιγουριά της ποιήτριας – δημιουργού πως «Ξέρω, υπάρχει Λόγος: Προσέχω τώρα, ξεχωρίζω μες στο θόρυβο/Πνευστά από αμαρυλλίδες δίχρωμες/Καμπάνες από καμπανούλες, τερερέμ/Ισοκρατήματα/Φωνές πυκνές δασών, που τότε άκουσα/Και τώρα επιτέλους ξεδιαλύνονται/Στις χίλιες σημασίες/Και τις αποχρώσεις τους/Υπάρχει Λόγος-» (σ. 36).
Βιβλιογραφία
Cirlot, J.-E. (1995). Το Λεξικό των Συμβόλων, μτφρ. Ρήγας Καππάτος. Αθήνα: Κονιδάρης.
Μπέκετ, Σ. (1998). Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες. Αθήνα: Ερατώ.
Παμπούδη, Π. (2024). Άμμος και λίγα βότσαλα. Αθήνα: Ροές.