Scroll Top

Leopoldo Castilla, Argentina

The Poems

NEVER
to Daniel Moyano

It is the same fly
that buzzes
the same summer,
the same flickering candle in the bedrooms
and in the gallows
the thunder;
the same child, that man with his wet chest
under the rattled skies.

There is no peace
the shadow of that tree
this glass of wine
a neigh
scatter every eternity.

You and me,
every rattling of life
and the rainless star
like a mask
in the void
we are infinite
infinity
every sob
every step you take or the one you did not
and a feather that falls
and holds up the earth
and the ultimate rattle
that adds a labyrinth.

The man
breeding an animal, a horse, a bull,
like someone who feeds an ancient God
until one of them witnesses
the disappearance of the other
and it’s the simultaneous
of life and death
what makes them unforgettable.

Every time he remembers
the communities return
one man alone
who generates landslides.
Inside these long hurricanes
it resists,
his creation,
emblematic and acidic
like a carnivore necklace.
Nothing contains it
it is the same tide of the ancient abyss
the same vastness that is denied
by a blind person
and a motionless butterfly,
the same language
of the stone that shapes the stone
of the bird
crying for water,
of the wreck lacking the courage
in the mind of a madman.

Nothing is ephemeral,
the way the sea arrives day by day,
glorious, at her own funeral
you too
cannot fit in your time
every second, an epic battle.

In an instant
there is no loss, no escape,
from this brief eternity
we keep
the physics of the myth.

Man is not an enigma,
nothing lives inside him
The world is his only
gift.
And yet, a place that does not belong to the universe exists
a split
escaping from the world
to never return:
where man only meets death.

The light seems too big,
like giant fins
the days he has left
which are barely crawling
among the terrified furniture
and it is pointless to run to him for help
because he, silent, in front of a window
gave
Death
his word.

He no longer hears
the names of his life have abandoned him
they are like stones
drowned
in the sand
that surrounds him.

As the room becomes untidy
with meticulous despair
all the things surrounding him are forming an arch
sinking down without falling
a protruding void
a sign covering him
before everyone disappears
but he who has nowhere to stand
is the border.

Having found a sanctuary in his name
content on the sofa
disconnected
away from nature

somebody calls for him and he turns his head looking at us
while the past banishes him from time
and he comes back, sunburned,
raising his eyes
before the window unlocks itself

while the world leaves his mind
like a moon that slowly wains.

The dead man
is scattering his deep moment
moves a leaf from afar, overturns a glass,
a door opens with no wind
to say goodbye
ruined
with light that fades
the populations of the five senses
and offers back
an evening at his beloved,
the blood to his son,
his mother a void,
restores his name to the enemy

touches, his every desire touches the soulless
hair
of his sleeping wife’s
then the objects
mourn an arid future
and the house fills with suffocation and storms,
from premonitions.

Suddenly,
everything stops.
And it is him, who falls in other lengths and widths
that wasted drop at the edge of the table,
it is him
unburied
a butterfly
saying goodbye
to its own form.

You will feel it deafened
in its rugged wings
the lightness of the world
wandering like a fish
lost in the mirror light
redeemed
by the endless clothes
of the dead

you must know he was here
because the day that is coming
will have no present.

Where will his place be now?
Does the turbulence of light,
the ailing moon inside bedrooms
a waste tip, with no memories,
vanish?

I am coming soaked
from old and gleaming showers
hung
with the reverse
seven-month lasting
winds
the leaves of a tree in my house
freed me
melancholic cows
like yellowed furniture
in my heart.

Empty and sacred
I am the cave
the exit gate of my dead.

From the book Nunca
(Translation Eleni Kazoglou)

*

ΠΟΤΕ
στον Daniel Moyano

Είναι η ίδια μύγα
που μουγκρίζει
το ίδιο καλοκαίρι,
το ίδιο τρεμάμενο κερί στα υπνοδωμάτια
και στην αγχόνη
η βροντή·
το ίδιο παιδί εκείνος ο άντρας με το βρεγμένο στήθος
κάτω από αλαφιασμένους ουρανούς.

Δεν υπάρχει γαλήνη
ο ίσκιος εκείνου του δέντρου
αυτό το ποτήρι κρασί
ένα χλιμίντρισμα
σκορπίζουν κάθε αιωνιότητα.

Εσύ κι εγώ,
κάθε κροτάλισμα της ζωής
και το άστρο άνυδρο
σαν μάσκα
στο κενό
είμαστε άπειροι
άπειρο
κάθε αναφιλητό
κάθε βήμα που κάνεις κι εκείνο που δεν έκανες
κι ένα φτερό που πέφτει
και συγκρατεί τη γη
και o ύστατος ρόγχος
που έναν λαβύρινθο προσθέτει.

Ο άνθρωπος
ανατρέφει ένα ζώο, ένα άλογο, έναν ταύρο,
σαν κάποιος που ταΐζει έναν αρχαίο θεό
μέχρις ότου ο ένας από τους δυο φέρει στα μάτια
την εξαφάνιση του άλλου
και είναι το ταυτόχρονο
της ζωής και του θανάτου
αυτό που αλησμόνητα τα κάνει.

Κάθε φορά που θυμάται
επιστρέφουν οι κοινότητες
ένας άνθρωπος μόνος
που γεννά κατολισθήσεις.
Μέσα σε εκείνους τους μακρόσυρτους τυφώνες
αντιστέκεται
το δημιούργημά του
εμβληματικό και όξινο
σαν σαρκοβόρο κόσμημα.
Τίποτα δεν τον περιέχει
είναι η ίδια παλίρροια της πανάρχαιης αβύσσου,
η ίδια απεραντοσύνη που απαρνούνται
ένας άνθρωπος τυφλός
και μια ακίνητη πεταλούδα,
η ίδια γλώσσα
της πέτρας που πλάθει την πέτρα
του πουλιού
που κράζει το νερό,
του κουρελιού που λιγοψυχά
στο μυαλό ενός τρελού.

Τίποτα δεν είναι εφήμερο,
έτσι όπως η θάλασσα φτάνει μέρα με την ημέρα,
ολόλαμπρη, στην ίδια την κηδεία της
έτσι κι εσύ
δεν χωράς μέσα στον χρόνο σου
κάθε σου δευτερόλεπτο, μια μάχη επική.

Μέσα σε μια στιγμή
καμιά απώλεια δεν υπάρχει, καμιά διαφυγή,
από αυτή τη σύντομη αιωνιότητα
κρατάμε
τη φυσική του μύθου.

Δεν είναι αίνιγμα ο άνθρωπος
είναι που μέσα του κανείς δεν ζει.
Ο κόσμος είναι το μοναδικό του χάρισμα. .
Κι όμως, υπάρχει ένα μέρος που δεν ανήκει στο σύμπαν
μια ρωγμή
που δραπετεύει από τον κόσμο
για να μην επιστρέψει ποτέ:
είναι εκεί που ο άνθρωπος τον θάνατο γνωρίζει.

Το φως τού πέφτει πολύ μεγάλο,
σαν πελώρια πτερύγια
οι μέρες που του απομένουν,
που μετά βίας σέρνονται
ανάμεσα στα τρομοκρατημένα έπιπλα
κι είναι ανώφελο να προστρέξεις σ’ αυτόν για βοήθεια
γιατί αυτός, βουβός, μπροστά από ένα παράθυρο
έδωσε
τον λόγο του
στον θάνατο.

Πια δεν ακούει
της ζωής του τα ονόματα τον εγκατέλειψαν
είναι σαν πέτρες
πνιγμένες
στις άμμους
που τον περιβάλλουν.

Ενώ το δωμάτιο γίνεται ακατάστατο
με σχολαστική απελπισία
όλα όσα τον περιστοιχίζουν σχηματίζουν μια αψίδα
που χαμηλώνει χωρίς να πέφτει
ένα κενό που προεξέχει
ένα σημάδι που τον καλύπτει
προτού εξαφανιστούν όλοι
αλλά αυτός που δεν έχει πού να σταθεί
το σύνορο είναι.

Έχοντας βρει άσυλο στο όνομά του
πλήρης στον καναπέ
αποκομμένος
έξω από τη φύση

κάποιος τον φωνάζει και στρέφει το κεφάλι και μας κοιτάζει
ενώ το παρελθόν τον εξορίζει από τον χρόνο
και γυρνάει πίσω, ηλιοκαμένος,
ορθώνοντας τα μάτια του
πριν το παράθυρο ξεκλειδώσει

καθώς ο κόσμος φεύγει απ’ το μυαλό του
σαν φεγγάρι που αργοσβήνει.

Ο νεκρός
σκορπίζει τη βαθιά του στιγμή
από μακριά μετακινεί ένα φύλλο, αναποδογυρίζει ένα ποτήρι,
μια πόρτα ανοίγει δίχως αέρα
για να αποχαιρετήσει,
ρημάζει
με φως που ξεψυχά
τους πληθυσμούς των πέντε αισθήσεων
και δίνει πίσω
ένα δειλινό στην αγαπημένη,
το αίμα στον γιο,
στη μητέρα το κενό,
το όνομά του αποκαθιστά στον εχθρό

αγγίζει, όλη του η επιθυμία αγγίζει τα άψυχα
μαλλιά
της κοιμισμένης γυναίκας του,
τότε τα αντικείμενα
κλαυθμυρίζουν ένα άνυδρο μέλλον
και το σπίτι γεμίζει από ασφυξία και καταιγίδα,
από προαισθήματα.

Ξάφνου
παύουν τα πάντα.
Κι είναι αυτός, που πέφτει σ’ άλλα μήκη και πλάτη
εκείνη η χαμένη σταγόνα στο χείλος του τραπεζιού,
είναι αυτός
άταφος
μια πεταλούδα
που λέει αντίο
στην ίδια της τη μορφή.

Θα τον αισθανθείς να κουφαίνεται
μες στα κουρελιασμένα φτερά του
την ελαφρότητα του κόσμου
να περιπλανιέται σαν ψάρι
χαμένος στο φως του καθρέφτη
λυτρώνεται
από τα ατέλειωτα ρούχα του
του νεκρού

θα ξέρεις πως ήταν εδώ
γιατί η ημέρα που έρχεται
δεν θα έχει παρόν.

Ποιος θα είναι, τώρα, ο τόπος του;
Η ταραχή του φωτός,
το άρρωστο φεγγάρι μέσα στα υπνοδωμάτια
μια χωματερή που, χωρίς μνήμη,
εξαφανίζεται;

Έρχομαι μούσκεμα
από βροχές γεροντικές κι απαστράπτουσες
κρεμάστηκαν
με τους αντίστροφους
εφταμηνίτικους
ανέμους
τα φύλλα ενός δέντρου μες στο σπίτι μου
με απελευθέρωσαν
θλιμμένες αγελάδες
σαν έπιπλα κιτρινισμένα
στην καρδιά μου.

Κενός και ιερός
είμαι η σπηλιά
το στόμιο εξόδου των νεκρών μου.

(Μετάφραση Παναγιώτης Αρβανίτης)

* * *

XVII
to Héctor Tizón and Flora Guzmán

People – these dark times –
live here without never arriving.
Their eyes, only their amphibious
eyes
illuminate the wind.

They bury their house in the sand
inside where cobras gather to eat
while they, bewildered,
drink the cold sweats
the terror
of the night camping in the void
leaving its skeleton
under a loosened sky.

There, the weaver,
half buried
is trying to rein in the dunes.
The dessert becomes timeless and returns
like the deceased:
being on the other side
they occupy everything.

The earth is quivering. It’s the final hour
the colour doesn’t show in the distance
the dust is made of sound

the dessert is the disease of space
but in the dessert
space doesn’t exist.

From the book Baniano.
(Translation Eleni Kazoglou)

*

XVII

στον Héctor Tizón και στη Flora Guzmán

Οι άνθρωποι – εκείνες οι σκοτεινές ώρες –
ζουν εδώ χωρίς ποτέ να φθάνουν.
Τα μάτια τους, μονάχα τα αμφίβια
μάτια τους
φωτίζουν τον άνεμο.

Θάβουν το σπίτι τους στην αμμουδιά
εκεί μέσα έρχονται να φάνε οι κόμπρες
ενώ αυτοί, σαστισμένοι
πίνουν τον κρύο ιδρώτα
τον τρόμο
της νύχτας που στρατοπεδεύει στο κενό
και αφήνει το σκέλεθρό της
κάτω από έναν αποκολλημένο ουρανό.

Εκεί, ο υφαντής,
μισοθαμμένος,
προσπαθεί να συγκρατήσει τους αμμόλοφους.
Η έρημος γίνεται άχρονη κι επιστρέφει
όπως ένας νεκρός:
όντας στην άλλη πλευρά
καταλαμβάνει τα πάντα.

Η επιφάνεια τρέμει. Είναι η ώρα του τέλους
το χρώμα δεν φτάνει στο βάθος
η σκόνη είναι από ήχο

η έρημος είναι μια αρρώστια του χώρου
αλλά στην έρημο
ο χώρος δεν υπάρχει.

Από το βιβλίο Baniano
(Μετάφραση Παναγιώτης Αρβανίτης)

The Poet

Leopoldo Castilla nació en Salta, Argentina, en l947. Es autor de 22 libros de poesía, además de diez volúmenes de narrativa y ensayo. Obtuvo numerosos premios nacionales e internacionales. Entre ellos el Premio Internacional de Poesía Víctor Valera Mora, instituido por el Centro de Estudios Latinoamericanos Rómulo Gallegos de Venezuela y, en su país, el Primer Premio de Poesía de la Ciudad de Buenos Aires, Primer Premio de Poesía del Fondo Nacional de las Artes, Libro de Oro del año de Fundarte por Libro de Egipto, el Premio de la Academia Argentina de Letras al mejor libro de poesía publicado en el trienio 2013-2015 por su libro Tiempos de Europa y el Gran Premio de Honor de la Fundación Argentina para la Poesía. Poesía suya se tradujo a diez idiomas y antologías de su obra se publicaron en varios países de América Latina y Europa.