Scroll Top

ΤΡΙΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΡΘΑ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η Μάρθα Δημητροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα όπου ζει και εργάζεται. Αποφοίτησε το 1997 από την ΑΣΚΤ στην Αθήνα (Ζωγραφική). Συνέχισε τις σπουδές της στο Λονδίνο, στο RCA (Master στην Γλυπτική) και στο UEL, (Professional Doctorate στις Καλές Τέχνες ), με υποτροφία του ΙΚΥ.
Τον Δεκέμβριο του 2013 πραγματοποίησε την τρίτη ατομική της έκθεση, Mercedes S500, στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, ΙλεάναΤούντα. Έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπως:
2019, “Πολλές εκδοχές του Κήπου”, The Symptom Projects #9,Old Hospital, Gardens and Private Courtyards, Άμφισσα, Ελλάδα, ” 20 Χρόνια Hydra School Project”, Ύδρα, Ελλάδα
2018, “Forthcoming”, Space 52, Athens, Greece ~ “Back to basics: Uncanny II “, Enia Gallery, Αθήνα, Ελλάδα
2017, “Integral I”, Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, ΙλεάναΤούντα, Αθήνα, Ελλάδα
2016, “Απαξία/Αξία/Υπεραξία: Μεταξύ «έργου» και «τέχνης»”, ΙΣΕΤ, Αθήνα
“Birth of coexistence”, Hellenic American Union, Αθήνα
2014, “Uber-Bodies”, Hydra School Project, Ύδρα, Ελλάδα
2011, “Like a W(edge)”, Αθήνα, Ελλάδα ReMap KM Project, Αθήνα
2002, “Arkadia in the City”, Marble Hill House, Richmond, Λονδίνο ~ “Strand”, Strand underground station, Λονδίνο.
Έχει επίσης λάβει μέρος σε Art Residences όπως το 2014 στο “Mimicry”, Costa Navarino Engaging Art, Μεσσηνία, Ελλάδα και την ίδια χρονιά στο ”Επιτόπου” , Άνδρος, Ελλάδα

Martha Dimitropoulou was born in Athens, Greece, 1972. She earned a B.F.A in 1997 from Athens School of Fine Arts, Greece. She continued her studies in London with a scholarship provided by the Board of State Scholarships Foundation. There she earned an M.F.A from RCA and a PD in Fine Arts from UeL. In December 2013 she has had her second solo exhibition at Ileana Tounta Gallery, Athens, Greece. Her work has been exhibited in group shows such as:
2019, “Garden Variations”,, The Symptom Projects #9,Old Hospital, Gardens and Private Courtyards, Amfissa, Greece, ” 20 years Hydra School Project”, Hydra, Greece
2018, “Forthcoming”, Space 52, Athens, Greece ~ “Back to basics: Uncanny II”, Enia Gallery, Athens, Greece
2017, “Integral I”, Ileana Tounta Contemporary Art Center, Athens, Greece
2016, Devalue | Value | Surplus Value. Between “work” and “art”, ISET, Athens, Greece
“Birth of coexistence”, Hellenic American Union, Athens, Greece
2014, “Uber-Bodies”, Hydra School Project, Hydra, Greece
2011, “Like a W(edge)”, ReMap KM Project, Metaxourgio, Athens, Greece
2002 “Arkadia in the City”, Marble Hill House, Richmond, London, United Kingdom ~ “Strand”, Strand underground station, London, United Kingdom.
She has also been participated in Art Residences like ” Epiopou” , Andros, Greece ~ “Mimicry”, Costa Navarino Engaging Art, Messinia, Greece that took place during summer 2014.

*

ΚΩΣΤΗΣ ΒΕΛΟΝΗΣ

Απόπειρες για μια οικολογία του αντικειμένου στο έργο της Μάρθας Δημητροπούλου

Από τη γένεση της μοντέρνας γλυπτικής οι καλλιτέχνες εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές τεχνικές και στρέφονται σε βιομηχανικά και συνθετικά υλικά που εκφράζουν αμεσότερα το βίωμα της συνταύτισης με το αστικό μητροπολιτικό περιβάλλον. Όμως όπως όλα τα πράγματα, κάποτε οι νέες αφηγήσεις ενηλικιώνονται και ένα μέρος της εικαστικής παραγωγής επιστρέφει στις ελάσσονες αφηγήσεις ή ακόμη καλύτερα σ’αυτές που είχαν συνειδητά περιθωριοποιηθεί.

Η Μάρθα Δημητροπούλου αν και επεξεργάζεται εμπειρίες που ξεπερνούν το αναγνώσιμο πλαίσιο του τεχνητού πολιτισμού, στην αρχική της πορεία χρησιμοποιεί βιομηχανικά υλικά με τεχνικές που μπορεί κάποιος να αγοράσει σε ένα μαγαζί που ειδικεύεται στις καλές τέχνες. Όμως το ενδιαφέρον της από τα τέλη του 2000 επικεντρώνεται γύρω από οργανικές ύλες που βρίσκει στις προαστιακές ζώνες της Αττικής. Ειδικότερα η καλλιτέχνης με αξιοσημείωτη σχολαστικότητα κάνει χρήση της πευκοβελόνας, δοκιμάζει την αντοχή και τη πυκνότητα της με την αλλαγή της κλίμακας και του όγκου, καθώς και με την μετατροπή αυτής της ξύλινης μάζας από αντικείμενο επίτοιχο σε καθαρά τρισδιάστατο, και από μικρό γλυπτό σε αρχιτεκτονικής κλίμακας εγκατάσταση. Η εικαστικός χρησιμοποιεί την πευκοβελόνα ως μια μονάδα, που επαναλαμβάνει με την ίδια σταθερότητα που κάποιος θα επέλεγε να πλάσει ένα γλυπτό από πηλό ή γύψο.

Η Δημητροπουλου , χωρίς να το επιδιώκει προγραμματικά, μας προτρέπει στις τυπολογικές θεωρήσεις του σουρεαλισμού για το αντικείμενο. Παρατηρώντας τη βιτρίνα στην ιστορική έκθεση της γκαλερί του Charles Ratton το 1936 στο Παρίσι νιώθεις ότι σε κάποια γωνία ο κόσμος της Δημητροπούλου θα ήταν εντάξιμος ανάμεσα στα εθνογραφικά γλυπτά της Aμερικής και της Ωκεανίας όπως και στα ready mades και τα φετιχιστικά αντικείμενα των σουρεαλιστών.

Αντίθετα θα ήταν άστοχο να τοποθετηθεί η δουλειά της στο πλαίσιο του αποκαλουμένου ελληνικού υπερρεαλισμού, όπου επικρατεί η παράδοση ενός ζωγραφικού συμβολικού ρεαλισμού. Αν επιδιώκαμε να βρούμε συσχετίσεις με την ελληνική εικαστική πρακτική και πάντα μέσα από την ιστορία του υλικού, θα καταλήγαμε σε διαφορετικές διαδρομές. το έργο της Δημητροπουλου φέρει ενδιαφέρουσες συγγένειες σε σχέση με την άμεση στόχευση στην πρώτη ύλη ή έστω του πρωτογενούς υλικού των “καπνών” του Χαραλάμπους και τις “φυτικές ίνες’ της μοντερνίστριας Βούλας Μασούρα.

Αυτό που τα κάνει να διεκδικούν την αινιγματική τους υπόσταση είναι ότι απορροφημένος ο θεατής στις κατασκευές της αντιλαμβάνεται κάποιες ποιότητες που αποκαλύπτονται ή αποκρύπτονται μέσα από την συμπλοκή του «θαυμαστού» και του “απόκρυφου”.

Οι μυθοποιητικές συνδηλώσεις στο έργο της σίγουρα βοηθούν στην άντληση της απόλαυσης μέσα από την ταυτόχρονη ανάγνωση αυτών των χαρακτηριστικών. Το πέρασμα από αυτό που είχε αποσυρθεί και που τώρα φανερώνεται γίνεται αντιληπτό ως «θαυμαστό». Αυτή η εμπειρία στηρίζεται στο ψυχικό συσχετισμό του υποκειμένου με το φυσικό περιβάλλον.

Το κάλεσμα στη φύση δρα ταυτολογικά, υλικό και διαδικασία της αναπαράστασης δεν αποτελούνται από διαφορετικούς κόσμους αλλά συνευρίσκονται σ’ ένα οικοσύστημα. «Το στέμμα» (2009), « Το κάστρο»(2012), «Η αλεπού» (2013) αλλά και «Ο νάρκισσος» (2013) ανήκουν σ’ ένα κόσμο που αναμετριέται με τους εποχικούς κύκλους και τους φυσικούς σηματοδότες της γης, τα δέντρα, τα φυλλώματα με τις αναρίθμητες απρόσμενες και μαγικές λεπτομέρειες στο απόμακρο δάσος.

Στην προσπάθεια μου να δω το έργο της γλύπτριας μέσα από το πρίσμα του σουρεαλισμού θα διακινδυνεύσω να της αποδώσω κάποιες εκλεκτές συγγένειες με τον αυστριακό καλλιτέχνη Wolfgang Paalen (1905-1959) που έδρασε στο περιθώριο της δημοφιλής γαλλικής και βελγικής πρωτοπορίας. Έργα όπως το “Nuage articulé”(1938) ή το “La couverture de feuillage”(1937), μεταφέρουν την αίσθηση του αντικειμένου ως κυριολεκτικό φορέα της φύσης. Τα γλυπτά του Paalen όσο και της Δημητροπούλου επιμένουν στην αβίαστη ενσωμάτωση ανάμεσα στο καλλιτεχνικό σχεδιασμό και το φυσικό περιβάλλον. Και οι δυο καλλιτέχνες στηρίζουν την ιδέα ότι η φαινομενική σχέση αντιθέσεων μπορεί τελικά είναι η πιο ταιριαστή σχέση για την απόδοση του νοήματος στη παράσταση του αντικειμένου.

Τα έργα της Δημητροπούλου διαθέτουν το στοχαστικό βάθος να σύρονται στην επιφάνεια της ύλης γνωρίζοντας ότι αυτά και μόνο μπορούν να φέρουν το θεατή σε κάποια προκαπιταλιστική επαγρύπνηση, μέσα από την άγρια φυσική λεπτότητα της πευκοβελόνας. Από την άλλη ο Paalen πάντα μέσα στο πλαίσιο της εποχής του φαίνεται ότι περιστρέφεται γύρω από το “φυτικό βασίλειο” με την υπόσχεση ενός αιρετικού εμπορεύματος, κάτι που ήταν υπολογίσιμο τις δεκαετίες του 30 και 40 στη διαμόρφωση της παντοδυναμίας του μαζικού προϊόντος, και που σήμερα δεν αποτελεί κάποια έκπληξη.

Στη μεταφορντική κοινωνία ο σκεπτικισμός πάνω στο φονξιοναλιστικό μοντέλο παραγωγής αλλά και η εξαφάνιση των φυσικών πόρων εξαιτίας της αδιάκοπης ανάπτυξης καθιστά το έτοιμο εμπόρευμα ως το προϊόν μιας παγκόσμιας κρίσης. Αυτή η ιδεολογική αμφισβήτηση μέσα από την ριζοσπαστική η μετριοπαθή πολιτική οικολογία έχει επιπτώσεις στη σύγχρονη εικαστική πρακτική. Αν ο Paalen μαγεύεται από την υπόσχεση της μετατροπής του «μαζικού» προϊόντος σε κάτι «θαυμαστό», η Δημητροπούλου μετατρέπει την τεχνική, που εφαρμόζει στο άμεσα ακατέργαστο φυσικό προϊόν, σε κάτι που είναι θαυμαστό χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια διαμεσολάβηση με την μαζική ταυτότητα του αναπαραγώμενου αντικείμενο, τουλάχιστον όσον αφορά τα έργα που συνομιλούν με το φανταστικό οπλοστάσιο ενός απόκρυφου δάσους. Μ’ένα τρόπο περισσότερο έμμεσο -γιατί η απτική εμπειρία της απόλαυσης είναι τόσο ισχυρή ώστε να παραδίνεται κάποιος χωρίς ενστάσεις- καθιστά το νεωτερικό μοντέλο της παραγωγής του έργου, από την επιλογή των υλικών μέχρι τη μεθοδολογία ανεπαρκές. Αυτό που απομένει είναι ο φετιχιστικός χαρακτήρας του προϊόντος, τον οποίο η καλλιτέχνιδα τον αποδέχεται ή μάλλον τον εμπεριέχει, χωρίς όμως να υπάρχει η συνειδητή πρόθεση να αποθεώσει ειρωνικά ή όχι το έργο ως φετίχ αντικείμενο στο κόσμο του κεφαλαίου όπως για παράδειγμα θα το πρότεινε κάποιος υμνητής της pop σημειολογίας.

Και είναι λογικό αφού η καλλιτέχνης δεν επιδιώκει να ασκήσει άμεση κριτική τόσο στο εμπόρευμα και στην κοινωνία της κατανάλωσης όσο το να ακυρώσει αυτούς τους μηχανισμούς. Για αυτό και έχουμε να κάνουμε με μια γλύπτρια που κινείται περισσότερο στο θάμπος μιας αντινεωτερικής συνθήκης και λιγότερο στη αιχμηρότητα και τις πληγές του μεταβιομηχανικού καπιταλισμού.

Μπορεί το προϊόν να είναι μέρος του θεάματος και να ταυτίζεται με το κεφάλαιο, αλλά αυτό που αφορά τη γλύπτρια είναι η απόσπαση σε μια μυθολογία του ανήκειν χωρίς την ταιλορική δομή ενός άψυχου κόσμου.

*

Μια Mercedes και το «sex appeal του ανόργανου»

Η Μάρθα Δημητροπούλου εκθέτει μια Mercedes S500 σε φυσικό μέγεθος. Είναι φτιαγμένη από αρκετά κιλά πευκοβελόνες. Το πλαίσιο εδώ, σε αντίθεση με το πλαίσιο του προτύπου δεν είναι από εξωτικά, ελαφρά και ανθεκτικά υλικά, αλλά από ξύλο και κοτετσόσυρμα που μαζί οργανώνουν ένα κέλυφος, κάτι σαν αυτοκινητόμορφη φωλιά από πευκοβελόνες.
Πρώτα λίγα λόγια για το πρότυπο. Η σειρά S, εδώ και αρκετές δεκαετίες, είναι η ναυαρχίδα του στόλου πολυτελών αυτοκινήτων της συγκεκριμένης φίρμας. Η γυαλιστερή, μαύρη συνήθως, λιμουζίνα ανήκει κατεξοχήν στα αντικείμενα εκείνα που ασκούν μια σχεδόν σεξουαλική έλξη, το κατά Mario Perniola, «sex appeal του ανόργανου». Κάπως πιο αναλυτικά θα λέγαμε ότι η έντεχνη συμπαιγνία μιας ολόκληρης σειράς φετίχ που ενσωματώνουν, προσδίδει στα αντικείμενα του είδους ιδιότητες που μας οδηγούν πέρα από τα όρια της ορθολογικής σκέψης. Στο εξωτερικό τους το συμπαγές, εσωστρεφές αλλά και τόσο σίγουρο για τον εαυτό του μέταλλο σε κρατά σε απόσταση. Το εσωτερικό όμως είναι για τους εκλεκτούς που θα το απολαύσουν, γεμάτο από υλικές ανταμοιβές: είναι κατ’ αρχάς φύση μέσα στη λαμαρίνα. Το απαλό, γενναιόδωρο στην αφή και εύγλωττο στον ήχο δέρμα, το λείο, προσεκτικά φινιρισμένο ξύλο, φτιάχνουν ένα καταφύγιο για στιγμές αυτοκινούμενης χαλάρωσης που ο πολυάσχολος φορέας της εξουσίας οπωσδήποτε έχει ανάγκη. Όπως έχει ανάγκη και ένα αυτοκινούμενο-οχυρό, παρά την αυτοπεποίθηση που συνήθως τον διακρίνει. Ο κατασκευαστής του φέροντος φορείς εξουσίας οχήματος έχει φυσικά φροντίσει και για τούτο. H Mercedes προσφέρεται πάντα, με σημαντική φυσικά επιβάρυνση στην τιμή αλλά και στο ήδη τεράστιο βάρος της, σε θωρακισμένη εκδοχή, που σημαίνει είτε απλώς ενισχυμένη με θωρακισμένα τζάμια είτε εξολοκλήρου αλεξίσφαιρη. Παρέχεται λοιπόν στον απαιτητικό πελάτη ένα πραγματικό φρούριο αν αισθάνεται ή είναι στόχος. Τέλος, και το πιο σημαντικό ίσως: είναι εμπειρικά διαπιστωμένο, παρά το ότι διαφεύγει και πάλι της εμβέλειας του ορθού λόγου ότι η μαγνητική γοητεία του μετάλλου με τη συρραφή αποσπασμάτων φύσης στο εσωτερικό, εξ’ αντανακλάσεως κατά κάποιον τρόπο μεταδίδεται και στους φερόμενους από το αυτοκίνητο φορείς της εξουσίας. Δείχνουν σαφώς πιο λαμπεροί όταν εξαφανίζονται στο εσωτερικό με τα σκούρα τζάμια ή όταν χαιρετούν με συγκαταβατικότητα μέσα απ’ αυτά ή κι όταν ακόμη βγαίνουν από το όχημα-φετίχ, με τη συνοδεία συνήθως σωματοφυλάκων.
Τι αντιτάσσει άραγε το αυτοκίνητο της Δημητροπούλου στα θέλγητρα του θηριώδους σε όγκο, βάρος, ιπποδύναμη και δύναμη επιβολής φετίχ; Αντιτάσσει μια σειρά αντίθετων στα παραπάνω ιδιοτήτων που λειτουργούν αναδεικνύοντας τους μηχανισμούς της φετιχιστικής επιβολής του προτύπου. Μας θυμίζει κυρίως ότι οι φορείς της εξουσίας έχουν οπωσδήποτε ανάγκη τη συνδρομή τέτοιων αντικειμένων για να δείχνουν στις κάμερες όπως πρέπει προκειμένου να ανταποκρίνονται στο ρόλο τους. Για να δείχνουν τελικά λιγότερο ευάλωτοι. Το αυτοκίνητο από πευκοβελόνες λοιπόν δεν αντανακλά το πρόσωπό σου αν το πλησιάσεις, είναι μια ατελείωτη εναλλαγή φωτισμένων και σκιερών περιοχών. Δεν είναι λείο, θα το περιέγραφα αντίθετα ως πολύ αιχμηρό αλλά και τόσο προκλητικό απτικά, σε αντίθεση με τη λιμουζίνα, που και να θες δεν θα σου επιτραπεί μάλλον να την αγγίξεις αν δεν σου ανήκει. Αν και ογκώδες, ακριβώς όπως και το πρότυπό του, φαντάζει, ωστόσο, και είναι (σχετικά) ανάλαφρο.
Το αυτοκίνητο από πευκοβελόνες μάλλον δεν συνιστά την επιτομή του κατά Perniola σέξι αντικειμένου. Κατασκευασμένο με αυτά που η φύση έχει απορρίψει πλησιάζει στην κατηγορία του αποκειμένου που τόσο απασχόλησε τα τελευταία χρόνια τους καλλιτέχνες και συζητήθηκε θεωρητικά κάπου στη σκοτεινή περιοχή μεταξύ Georges Bataille και Julia Kristeva. Μολονότι όμως στον αντίποδα του αντικειμένου φετίχ που παραπάνω περιγράφηκε δεν ανήκει σε καμία περίπτωση και στην κατηγορία της αηδιαστικής εκείνης άμορφης υπόστασης που αποβάλλεται από το σώμα και με την οποία ασχολήθηκαν τόσοι καλλιτέχνες και επιμελητές κατά τα σχετικά πρόσφατα χρόνια. Αντιθέτως, οι καφέ αυτές διπλές βελόνες είναι σχεδόν παρηγορητικές στον τρόπο που ξυπνούν αναμνήσεις. Σε πονούν αν τις αντιμετωπίσεις με γυμνό δέρμα, τόσο όμως όσο χρειάζεται για να αντιληφθείς ότι οι αισθήσεις σου λειτουργούν ακόμη. Στο δάσος φτιάχνουν ένα προστατευτικό στρώμα που απορροφά τους κραδασμούς με έναν διακριτικό αλλά γεμάτο ήχο και δίνουν έτσι στο σώμα την αίσθηση της αιώρησης.
Υπάρχει βέβαια και μια παράδοξη ομοιότητα που τα δύο αυτοκίνητα μοιάζει να μοιράζονται. Παρά την έλλειψη θωράκισης και τους δυόμισι περίπου τόνους που χωρίζουν το όχημα της Δημητροπούλου από την αλεξίσφαιρη Mercedes, και τα δύο θα ανταποκρινόταν το ίδιο καλά σε μια κακόβουλη επίθεση. Και τα δύο θα έμεναν σχεδόν ανέπαφα προτάσσοντας στη διατρητική ισχύ του βλήματος τη σχεδόν αφ’ υψηλού απόλυτη διαπερατότητα το ένα και την πεισματική αντίσταση το άλλο.
Η έκπληξη που δοκιμάζει ο θεατής μπροστά στη Mercedes από πευκοβελόνες δεν μπορεί να συγκριθεί φυσικά με αυτό που αισθάνεται κανείς μπροστά σε μια μαύρη, γυαλιστερή και αλεξίσφαιρη λιμουζίνα. Μετά από τόσες και τόσες παρελάσεις επισήμων στις τηλεοπτικές οθόνες, τόσα χρόνια τώρα, ο κορεσμός από τα φετίχ του είδους είναι, πιστεύω, δεδομένος. Τα δε συγκεκριμένα αυτοκίνητα στην Ελλάδα του 2013 είναι πολύ πιθανόν να συγκεντρώνουν και τα ίδια μέρος της οργής που κατευθύνεται προς τους φορείς της εξουσίας στις δημόσιες εμφανίσεις τους. Η αυτοκινητόμορφη φωλιά από πευκοβελόνες λειτουργεί λοιπόν εμβληματικά για την παρούσα κατάστασή μας. Μοντέλο μιας εποχής που οι περισσότεροι νοσταλγούν με πίκρα, ακόμη και όταν δεν το παραδέχονται, φτιάχτηκε με κόπο, εκ των ενόντων, για να αποφετιχοποιήσει με χιούμορ και ειρωνία τα μοντέλα που ακολούθησαν και θα ακολουθήσουν και να αμφισβητήσει το απυρόβλητο αυτών που φέρονται από τέτοια οχυρά.

*

Κ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
Ιστορικός τέχνης

Η φύση και ειδικότερα ο φυτικός κόσμος ήταν πάντοτε κύρια έμπνευση στη δουλειά μου. Έχω χρησιμοποιήσει πολλές φορές φυσικά υλικά, άλλοτε ατόφια και άλλοτε παραλλάσσοντάς τα με σκοπό να τα προσαρμόσω στις ανάγκες του εκάστοτε έργου-εγκατάστασης που δημιουργώ.
Η ιστορία με τις πευκοβελόνες ξεκίνησε πριν τέσσερα χρόνια περίπου. Είχα πρόσφατα μετακομίσει σε ένα σπίτι στο δάσος και η αφθονία του συγκεκριμένου υλικού με είχε βάλει ήδη στην διαδικασία να σκέφτομαι πώς και τι θα μπορούσα να κάνω με αυτό. Αλλά η πραγματική αφορμή δόθηκε με μια έκθεση όπου συμμετείχα τότε κι έτσι δημιούργησα το πρώτο μου έργο από πευκοβελόνες. Ήταν η έκθεση Το Νησί που είχε ως σημείο εκκίνησης το έργο του WilliamDafoe , RobinsonCrusoe . Με γοήτευσε η ιστορία αυτού του δυτικού ανθρώπου που ναυάγησε μακριά από τον τόπο του, χάνοντας το βασίλειό του και μαζί και την ελπίδα του γυρισμού. Απογυμνωμένος από κάθε τι η μόνη επιλογή που θεώρησε ότι έχει ήταν να δημιουργήσει ένα νέο βασίλειό με τα μέτρα και τις αξίες του δυτικού αποικιοκρατικού πολιτισμού. Μεταφέρει λοιπόν τις κομφορμιστικές συνήθειες του μαζί με την ιδέα της ιδιοκτησίας και εξουσίας σε ένα απόλυτα παρθένο και φυσικό περιβάλλον.Ορίζει τον ιθαγενή υποτελή δούλο του και αυτοανακηρύσσεται ιδιοκτήτης των εκτάσεων ζούγκλας τις οποίες υπερασπίζεται όπως θα έκανε στην πατρίδα του.Εκεί που η γη και κάθε είδους ιδιοκτησία μεταφράζεται σε χρηματική αξία και για την κατοχή της οποίας χύνεται ακόμη και αίμα.Εκείνο που μου έκανε εντύπωση είναι το παράδοξο και οι αντιθέσεις που υπάρχουν σε αυτήν την ιστορία μεταξύ των αξιών του δυτικού πολιτισμού και των αξιών της φύσης.
Έφτιαξα λοιπόν μια βασιλική κορώνα με ένα φυσικό υλικό το οποίο έρχεται σε απόλυτη αντιδιαστολή με τις έννοιες και τους συμβολισμούς μιας κορώνας.
Βρήκα πολύ ενδιαφέροντα τον συνδυασμό αυτού του ταπεινού υλικού με σύμβολα πλούτου, εξουσίας και δύναμης. Έτσι δημιουργήθηκε μια σειρά έργων που βασίζεται σε αυτή τη σχέση. Αντικείμενα, που φημίζονται για την τεχνική τους αρτιότητα και την χρήση υψηλής ποιότητας υλικών, αναπαριστώνται από αυτό το εύθραυστο και ευτελές υλικό.
Επίσης ενδιαφέρουσα βρήκα την ιδέα χρήσης της πευκοβελόνας ως ένα είδος pixel, το οποίο αναπαράγει την εικόνα του Δάσους (Νάρκισσος2012) ή μέρος της ζωής του (Aλεπού 2013).

Χρησιμοποιώ την πευκοβελόνα ως μια μονάδα, που επαναλαμβάνεται με την ίδια σταθερότητα που κάποιος θα επέλεγε να πλάσει ένα γλυπτό από πηλό ή γύψο. Πειραματίζομαι με την αντοχή και τη πυκνότητα αυτού του μαγικού υλικού, την αλλαγή της κλίμακας και του όγκου, την μετατροπή αυτής της ξύλινης μάζας σε τρισδιάστατο, μικρό γλυπτό και αρχιτεκτονικής κλίμακας εγκατάσταση.

Το έργο που θα παρουσιάσω στην ArtAthina είναι μια θωρακισμένη Μερσεντές S500 –κατεξοχήν όχημα μετακίνησης φορέων εξουσίας – και παρουσιάζεται σε φυσικό μέγεθος κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από πευκοβελόνες.
Η εξαντλητική ακρίβεια και ο χρόνος που χρειάστηκε για την ολοκλήρωση του έργου αφενός μεν παραπέμπουν στις έννοιες του Ακριβού, του Μοναδικού και του Πολύτιμου, ενώ αφετέρου δηλώνουν την πρόθεση μου να τοποθετηθώ σε σχέση με τον τρόπο που προβάλλεται η εξουσία σε αντιπαράθεση με την ουσία -δηλαδή ως κάτι που η ίδια η φύση συντηρεί ή απορρίπτει. Το αντικείμενο που έχω επιλέξει -σύμβολο πλούτου, εξουσίας και δύναμης– αποδυναμώνεται με την εύθραυστη μορφή που αποκτά και χάνει τον κοινωνικοπολιτικό του χαρακτήρα υπονομεύοντας έτσι έμμεσα τα ίδια τα μέσα άσκησης και αντιπροσώπευσης της εξουσίας.