Scroll Top

Αρίστη Τρεντέλ | Αναγγελία

Υπεύθυνη στήλης | Ηρώ Νικοπούλου

Η στήλη αυτή ασχολείται αποκλειστικά με το μικρό διήγημα, που τις τελευταίες τρεις τουλάχιστον δεκαετίες έχει αγαπηθεί για την αμεσότητα και την σπιρτάδα του, ανταποκρίνεται στους ρυθμούς της ψηφιακής εποχής και έχει αναδειχθεί ως νέο λογοτεχνικό είδος. Αποτελεί αντικείμενο μελέτης και θεωρητικής προσέγγισης πολλών Διεθνών Συνεδρίων. Μικρό διήγημα, μικροδιήγημα, μικροαφήγημα, ιστορία μπονζάι, flash fiction, short story, minicuento, nanocuento κ.ά ορίζουν τον τρόπο και τον στόχο της μικρής σε αριθμό λέξεων μυθοπλαστικής φόρμας, που χαρακτηρίζεται από πλοκή και χαρακτήρες, από υπαινικτικότητα και αφαίρεση, συχνά έχει ανοιχτό τέλος και πάντοτε ζητά την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη, που καλείται να συμπληρώσει την πλοκή, όπως φαίνεται καθαρά στην πιο γνωστή σύντομη ιστορία του 20ου αιώνα, που αποδίδεται στον Χέμινγουέι: «Προς πώληση: βρεφικά παπούτσια εντελώς αφόρετα».

Η στήλη θα φιλοξενεί κάθε μήνα ένα συγγραφέα με τρία αδημοσίευτα διηγήματά του, το αφιέρωμα θα ολοκληρώνεται με μία συνέντευξή του την τέταρτη εβδομάδα.

Αναγγελία

Στη μνήμη των γονιών μου

Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω ότι ο λόγος που οι γονείς μου δεν μπορούσαν να καταλάβουν ο ένας τον άλλον ήταν ότι δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Ο μπαμπάς μου μιλούσε πάντα τυπικά ελληνικά διάσπαρτα με σπάνιους όρους, που η μαμά μου έβρισκε ξεκαρδιστικούς και κορόιδευε. Αυτή μιλούσε μόνο μια καθομιλουμένη διανθισμένη με αργκό, γεμάτη σεξουαλικούς υπαινιγμούς και έντονες εικόνες. Ενώ το ιδίωμα του μπαμπά αντανακλούσε την προσωπικότητά του, αυτήν του αριστερού διανοούμενου, το ιδίωμα της μαμάς δεν ταίριαζε με την ανατροφή που μια εύπορη και μορφωμένη οικογένεια της είχε δώσει, μολονότι η μαμά μου παράτησε νωρίς το σχολείο.

Αυτή η αναντιστοιχία με διευκόλυνε να αντιμετωπίσω την αμηχανία που αρχικά μου προκαλούσαν οι γλωσσικές της παρεκτροπές ώσπου άρχισα να τις βλέπω σαν ένα είδος διονυσιακής εκτόνωσης και ευφορίας που της επέτρεπε να σπάει τον ασφυκτικό κλοιό της ζωής της. Όταν διάβασα το βιβλίο του Μιχαήλ Μπαχτίν «Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του», όπου ο Ρώσος φιλόσοφος αναλύει τον ρόλο του καρναβαλιού, δεν είχα πια καμία αμφιβολία. Η γλώσσα για τη μαμά μου ήταν ένα αέναο καρναβάλι. Ακόμα και το αγαπημένο της σχόλιο «εδώ ο κόσμος καίγεται και το μ…. κτενίζεται», προσβλητικό για τις γυναίκες, ακουγόταν απλώς αστείο. Η μαμά μου είχε μεγάλο σεβασμό και κατανόηση για το γυναικείο φίλο. Αγωνιζόταν γι’ αυτό με τον τρόπο της. Αν και η ίδια το αγνοούσε, είχε ταλέντο στη δημιουργία μιας αταξικής γυναικείας κοινότητας βασισμένης στην αλληλεγγύη. Η ενέργεια και η εφευρετικότητά της δεν  είχαν όρια όταν χρειαζόταν να βοηθήσει τις όμοιές της, στενές φίλες ή άγνωστες. Θα χαιρόταν πολύ αν μάθαινε ότι μετά τον θάνατό της πολλές φίλες της μίλησαν για αυτή την πλευρά της προσωπικότητάς της.

Τις προάλλες, οδηγώντας μέσα από το δάσος εντόπισα το κουφάρι ενός σκίουρου στο δρόμο, που μου έφερε μια απότομη αλλαγή διάθεσης· δεν έχω συχνά μεταπτώσεις, αλλά αυτή τη φορά η θέα του νεκρού ζώου μου προκάλεσε ένα είδος κατάθλιψης. Αγαπάω τους σκίουρους αλλά η αντίδρασή μου ήταν σίγουρα δυσανάλογη. Στο τέλος της μέρας, συνειδητοποίησα ότι η λέξη «ψοφίμι» μου είχε σφηνωθεί στο μυαλό. Όταν η μαμά μου, γερασμένη, εξασθενημένη και κατάκοιτη, πέθανε, το πιο δύσκολο δεν ήταν να τη δω στο φέρετρό της, δεν ήταν να δω το φέρετρο να χαμηλώνει στον φρέσκο ​​τάφο, δεν ήταν το λασπωμένο χώμα που πέταξαν πάνω του, δεν ήταν το αδειασμένο σπίτι της, το μοίρασμα των πραγμάτων της, δεν ήταν οι αναμνήσεις, οι τύψεις, οι ενοχές, δεν ήταν η τελευταία εικόνα της ντυμένη στην τρίχα όπως πάντα και μακιγιαρισμένη, παγωμένη και ανεξιχνίαστη, περιτριγυρισμένη από τα λουλούδια που της άρεσαν, δεν ήταν το να συνεχίσεις να ζεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Το πιο δύσκολο ήταν να την ακούσω στο τηλέφωνο να ανακοινώνει τον θάνατό της, σε μια αναλαμπή μετά το εγκεφαλικό και πριν πέσει σε κώμα, «Ψοφάω, Λενάκι, ψοφάω». Ο πατέρας μου που μιλούσε με τσιτάτα μπορεί να έλεγε, «Πεθαίνω, ω Αίγυπτος, πεθαίνω» (του άρεσε το θέατρο), κλείνοντάς μου το μάτι γιατί μόνο εγώ θα καταλάβαινα την αναφορά στον Σαίξπηρ. Η μαμά μου έμεινε πιστή στη γλώσσα της. Μπορείς να θάψεις τους νεκρούς σου, αλλά πώς θάβεις τα λόγια τους, κυρίως όταν είναι τα τελευταία ;  «Ψοφάω, Λενάκι, ψοφάω».

Βιογραφικό Αρίστη Τρεντέλ

Βιογραφικό Ηρώ Νικοπούλου