Scroll Top

Η  επανάσταση της ιδέας και του ρεαλισμού στο έργο του Ευριπίδη

Υπεύθυνη στήλης | Ασημίνα Ξηρογιάννη

Η στήλη αυτή ασχολείται με την ιστορία, τη θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας. Φιλοξενούνται κείμενα- θεωρητικά ως επί το πλείστον- που αναφέρονται στην ποίηση, την πεζογραφία και το θέατρο.

Κείμενα  για πεζογράφους, ποιητές, θεατρικούς συγγραφείς, για σχολές, ρεύματα, θεωρητικά ζητήματα, ζητήματα κριτικής σκέψης και στοχασμού. Η λογοτεχνία σήμερα και πάντα. Η λογοτεχνία που γοητεύει και ασκεί επίδραση πάνω στην γράφουσα, γεννώντας της διαρκώς ποικίλα ερωτήματα που ζητούν απάντηση, αλλά και βοηθώντας την να αντέχει την πραγματικότητα. Η μελέτη και η έρευνα πάντα διαρκούν, έχουν εύρος και ουσία, καλλιεργώντας την ψυχή και τη νόηση.

Πρόσφατα άρθρα
Advertising
single-post-1-banner.jpg

 Η ανάγνωση του Ευριπίδη σήμερα συνεχίζει να δημιουργεί την αίσθηση πως βρισκόμαστε ακόμα  μπροστά σε κάτι νέο, μπροστά σε μια ιδιάζουσα νεωτερικότητα που βάζει τον άνθρωπο σε πολλαπλές διαδικασίες διερεύνησης και προάγει τη συλλογιστική και τον διάλογο. Η αλήθεια είναι πως γενικά προκάλεσε αίσθηση με τις αλλαγές που επέφερε, διαφοροποιώντας την δομή και την οικονομία της τραγωδίας.

Ειδικότερα, η εισαγωγή του προλόγου και του επιλόγου έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της τραγωδίας ως είδος, την έφεραν πιο κοντά στην αφήγηση. Επίσης, τον «ἀπό μηχανῆς θεό» του δεν πρέπει να τον εκλάβουμε ή να τον ερμηνεύσουμε απλά και μόνο ως ένα μέσο εντυπωσιασμού, ως ένα κόλπο, αλλά ως μία υπερφυσική δύναμη που θα δώσει τη λύση που θα οδηγήσει στην κάθαρση. Και η θεία επέμβαση θα είναι ένα κατάλοιπο από την παράδοση, την ίδια ακριβώς στιγμή που ο ποιητής κάνει μεγάλα βήματα προς τη νεωτερικότητα. Έκανε καινοτομίες στην μουσική (αύξησε τις λυρικές μονωδίες), καθώς και στον τρόπο που παρουσιάζει τους ήρωες (δίνοντάς τους μια διάσταση πιο ρεαλιστική).

Μπορεί ως γνωστόν ο Αριστοφάνης να τον κατηγορεί πως ανέβαζε στη σκηνή ρακένδυτους ζητιάνους,[1] σκιαγραφώντας έτσι πιο καθημερινές συνθήκες, ωστόσο η συμβολή του στον κόσμο των ιδεών είναι αδιαμφισβήτητη. Δεν είναι μόνο οι «δισσοί λόγοι», δεν είναι μόνο οι σκηνές διαμάχης, είναι και οι ποικίλες ρήσεις και τα γνωμικά, καθώς και ο αποφθεγματικός του λόγος με τη φιλοσοφική υφή. Γι αυτό άλλωστε χαρακτηρίστηκε εύγλωττα και ως «από σκηνής φιλόσοφος» Όλα αυτά αποτελούν στοιχεία που προωθούν την διαλεκτική, ανανεώνουν την σκέψη, συμβάλουν στην ανάδειξη μιας διάνοιας με καινοτόμα χαρακτηριστικά. Ο ιδιαίτερος προσανατολισμός που έδωσε τούτος ο τραγικός ποιητής στο θέατρό του, διαφοροποιούμενος σε πολλά και από τον Αισχύλο και από τον Σοφοκλή ενδιαφέρει και προκαλεί ως τις μέρες μας. Eίναι σαν να θέλει να χαρίσει απλόχερα την τραγωδία στον λαό, ώστε να μην είναι αυτή κλεισμένη σε γυάλινο πύργο, ερμηνευόμενη μόνο μέσω μιας θεοκρατικής αντίληψης για τα πράγματα.

Ακριβώς λοιπόν επειδή είναι πιο ανθρώπινος και απαλλαγμένος από μια παράλογη και ακραία θεώρηση που σχετίζεται με την δράση και την αντίδραση των θεών και έχοντας υιοθετήσει μια πιο ευρεία οπτική είναι ίσως ο πιο κατάλληλος να διδάσκεται σε εφήβους, τους οποίους προσπαθεί το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα να φέρει πιο κοντά στην αρχαία τραγωδία. Για παράδειγμα, μέσω των «Bακχών» και στα πλαίσια μιας διαθεματικής προσέγγισης μπορεί να τους γίνει κατανοητό αυτό που το μάθημα της φιλοσοφίας της Β Λυκείου  προσπαθεί να ορίσει ως την αντίθεση ανάμεσα στο «Διονυσιακό» και το «Απολλώνιο».

Ο  Α.Rivier με Το τραγικό στον Ευριπίδη στην ουσία διατυπώνει την άποψη πως «ο Ευριπίδης δεν θέλησε να γράψει τραγωδίες, αλλά να δοκιμάσει κάτι καινούργιο» [2]

Είναι επίσης ο τρόπος που ο Ευριπίδης χειρίστηκε τα ανθρώπινα πάθη, τα οποία πάλευαν στα έργα του σθεναρά με τη λογική και με τους κανόνες που αυτή επιτάσσει. Τούτη  η ανταγωνιστικότητα ανάμεσα στο υπέρμετρο συναίσθημα, την παραφορά και το αντίβαρό τους, τη λογική, συναντάται ξεκάθαρα και πολύ αργότερα στο γαλλικό θέατρο του 17ου αιώνα. Είναι τα πρότυπα που πέρασαν από τον ‘Ελληνα δραματουργό στην Ευρώπη. Aς πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση της Μήδειας που από τη μία θέλει να πάρει εκδίκηση, να κατατροπώσει τον «εχθρό» σκοτώνοντας τα παιδιά της, ενώ από την άλλη διακατέχεται από τη μητρική αγάπη.[3] Αυτές οι μεταβολές, οι μεταστροφές των ηρώων είναι συνηθισμένες στους ήρωες του Ευριπίδη. Η Ηλέκτρα είναι κι αυτή μια ηρωίδα που φαίνεται να αλλάζει το συναίσθημά της αμέσως μετά τον φόνο της μητέρας της. Είναι κάπως σαν μια αλλόκοτη μεταμόρφωση, μοιάζει αταίριαστο και κόντρα στην αρχική δραματουργική της ανάγκη, αντίθετα στο αρχικό της «θέλω» να ακούμε από τα χείλη της τα κάτωθι λόγια: «’Εργα δακρύων αδερφέ μου-κι αίτια εγώ,/που άναψα η άθλια στην καρδιά μου μίσος/ άσβηστο γι΄αυτήν τη μάνα που με γέννησε. [4]

Κάνει επομένως ένα σημαντικό άνοιγμα ο Ευριπίδης στα συναισθήματα, στη σκιαγράφηση μιας συμπεριφοράς με τις μεταπτώσεις εκείνες που στοιχειοθετούν κάτι φυσικό και ανθρώπινο. Ένα βήμα αποφασιστικό προς την ψυχολογική θεώρηση των πραγμάτων που συνδέονται με την ύπαρξη και τις περιπέτειές της. Τολμά να παρουσιάσει ήρωες ευάλωτους, ακόμα και να τους δώσει μια κωμική νότα, να τους εκθέσει με έναν τρόπο στο κοινό.[5]

Επίσης, είχε την ευφυία να μειώσει σημαντικά το ρόλο του χορού (και να τον αποσυνδέσει από τα επεισόδια) προβάλλοντας περισσότερο το ανθρώπινο παρά το αρχέγονο στοιχείο το οποίο συνάδει με αυτόν. Δεν κυριαρχούν πια οι θεοί που τα πάντα ρυθμίζουν, αλλά οι ήρωες, κυρίως όμως οι αντιήρωες που δοκιμάζονται διαρκώς.

.«Η ευριπίδεια τραγωδία συχνάζεται από θεούς, αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει, και οι θεοί δεν έχουν πια, όπως στον Αισχύλο, τον πρώτο λόγο στην εξέλιξη της ανθρώπινης ζωής. Οι θεοί αφθονούν στο έργο του Ευριπίδη, αλλά τους λείπει η θεότητα.», γράφει ο Σπανδωνίδης.[6]

Έχει αξία στο σήμερα ο Ευριπίδης, γιατί προσεγγίζει την ανθρώπινη φύση με όλη την εύθραυστη υφή της. Δηλαδή, οι ήρωες δεν είναι εγκλωβισμένοι στο κλασικό δίπολο καλό-κακό. Οι ποικίλες διακυμάνσεις τους οφείλονται στο γεγονός ότι είναι ατελείς και επιρρεπείς στο λάθος ή στην αστοχία. Μπορούν και διαλέγουν για τη ζωή τους, έχουν πάθη, αλλά κυρίως πάθος που ταιριάζει με τη θνητή τους φύση. Η επισήμανση αυτής της θνητότητας είναι σπουδαία, καθώς οδηγεί στη σκέψη πως ο άνθρωπος ως ένα ιδιαίτερο ον έχει τέτοια ποιότητα ώστε συχνά βρίσκεται μετέωρος ανάμεσα στο χάος και τον ρεαλισμό, ανάμεσα στη σύγχυση και την πραγματικότητα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]«Οι πρόλογοί του δεν εκφωνούνται αποκλειστικά από θεικές ή ηρωικές προσωπικότητες μα κι από γερόντια[…]ή και θεούς ντυμένους σαν γελαδάρηδες» γράφει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης Αλέξης Σολομός στο βιβλίο του Ευφυής και Μανικός (σελ. 79) Κέδρος

[2] Jacqueline de Romilly,H νεοτερικότητα του Ευριπίδη, σελ.50

[3] «[…]Γιατί στα μάτια με κοιτάτε; Γιατί γλυκά μου γελάτε το ύστατο γέλιο;/Aλίμονο! Τι κάνω;» στ.1040-1042

[4]Στίχοι 1182-1184

[5] Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Μενέλαος στην Ελένη που παρουσιάζεται να φοράει κουρέλια, αν και είναι βασιλιάς. Ακόμα είναι μια κωμική φιγούρα στα σημεία, καθώς δεν κρύβεται συχνά η αμηχανία του μπροστά σε αυτά τα…αλλόκοτα που του συμβαίνουν από τότε που πάτησε το πόδι του στην Αίγυπτο προς αναζήτηση της Ελένης του.

[6] Βλ. Πέτρου Σ. Σπανδωνίδη «Εισαγωγή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία», Αθήνα 1964.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Ευριπίδη, Μήδεια, Μετάφραση Γιώργου Χειμωνά, Καστανιώτης, Αθήνα 1994

 Jacqueline de Romilly,H νεοτερικότητα του Ευριπίδη, Καρδαμίτσας, Αθήνα 2011

Αλέξης Σολομός Ευριπίδης, Ευφυής και Μανικός Κέδρος 1995

Πέτρου Σ. Σπανδωνίδη, Εισαγωγή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία, Αθήνα 1964.

Βιογραφικό Ασημίνα Ξηρογιάννη