Scroll Top

«7 + 1 Ποιήματα για τον Ιούνιο του 2020 στο Culture Book»

 7 + 1 Ποιήματα για το Culture Book από επτά (7) και έναν (1) ποιητές που με δόκιμο τρόπο ο καθένας με τον δικό τους τρόπο συνομιλούν με την ποιητική τέχνη. Σε αυτή την ενότητα καταγράφουμε ποιήματα που δεν τα έχουν δημοσιεύσει ακόμα οι δημιουργοί τους.
Οι συμμετέχοντες ποιητές για τον μήνα Ιούνιο είναι: Δημήτρης Βαρβαρήγος, Κώστας Γουλιάμος, Γιώργος Δουατζής, Λεύκιος Ζαφειρίου, Μενέλαος Π. Κάραλης, Γιάννης Τζανετάκης, Αντώνης Φωστιέρης, Θανάσης Χατζόπουλος.
Ο καθένας με τον τρόπο του έχει καταγραφεί στη σύγχρονη Λογοτεχνική ιστορία της χώρας μας. Έχουν διαφορετική βιολογική ηλικία και Λογοτεχνική ιστορία. Ανήκουν σε διαφορετικές λογοτεχνικές τάσεις και “γενιές”, έχουν όμως τον δικό τους “μύθο” όταν συνοδοιπορούν με την τέχνη του Ομήρου.
Να σημειώσουμε πως θεωρήσαμε υποχρέωσή μας (πώς αλλιώς άλλωστε όταν ομιλούμε για λογοτεχνία) να αποδεχτούμε τον τρόπο χρήσης των σημείων στίξης και των γραμματικοσυντακτικών κανόνων του κάθε ποιητή.

Καλή ανάγνωση!

Αντώνης Δ. Σκιαθάς

 

 

Δημήτρης Βαρβαρήγος

Μονόλογοι

Μονόλογοι των δρόμων / ένορκες βεβαιώσεις ενώνουν τις πόλεις / υπόνομοι τίγκα στη βρώμα / χαρτιά ανάκατα στο τραπέζι / μισή τσίχλα αφημένη πλάι σε ατάραχες λέξεις / στον κόκκινο μανδύα ένα χάδι περιμένει η ξεχαρβαλωμένη κούκλα / ο παλιατζής πάντα την ίδια ώρα / πάντα τα ίδια λόγια / σίδερα μαζεύω / ταχυδρόμος δεν υπάρχει / ευτυχώς τίποτα δεν προσμένω / τα βιβλία στο ράφι έρημα / ανοιχτή η σακούλα με τις καραμέλες εκχέουν πίκρα / αφόρτιστο το τηλέφωνο / ανυπόφορα χειμερινά δεσμά αγκάλιασαν το μπαλκόνι / η αλόη θέλει πότισμα / άφαντες οι παντόφλες / γλιστράει το βρεγμένο μπάνιο / να προσέχεις / παγωμένη λίμνη η σκέψη / ξυλιάσαμε / κρέμασε στους ώμους το σάλι π’ αγοράσαμε / αυτό που ζέστανε γοφούς και στήθη / μοιραίος ο ερχομός του σκοταδιού / μα είναι νωρίς ακόμη να πάμε για ύπνο / εμβριθές σχέδιο η κανέλα στον αφρό του χτυπημένου με στοργή καφέ / νήδυμη απαρίθμηση ερωτικών ελιγμών οι γουλιές / να πιω;

§

 

 

Κώστας Γουλιάμος

(αίφνης, ασώματο σκοτάδι)*

Θανατερή δίνη
γυμνό λεπίδι του μύθου
σαν άνοιξε η πέτρα κι’ έμαθε
πως ο ήλιος πληθαίνει σε ξένους τόπους
γλιστρά και φεύγει στις ρεματιές
ξηλώνει της νύχτας τα καρφιά
των άστρων τους καθρέφτες
αγγίζει τις ρυτίδες αγαπημένων
καθώς βυθίζονται στο αόρατο φως
• Ω, ασάλευτο καλοκαίρι
στο στήθος της γυναίκας, τι γυρεύεις –

ο κόσμος φλέγεται
στην αιωνιότητα της εικόνας
την ανώλεθρη
που κάρφωσε άξαφνα μια νύχτα
Ο Αναξίμανδρος
στα στιλπνά μάτια της Καλυψώς
όταν γύρευε το μελάνι του δάσους
στο βαθύ ύπνο του απείρου
στ’ αγρίμια του ουρανού
ενώ ο κόσμος πέθαινε πιο λευκός
ανάμεσα σε δυο κοιλάδες της Λομβαρδίας
πάλευε στο κίτρινο ποτάμι
στο νησί του Luo Yan
κάτω από την έρημη γέφυρα του Yangtze
πριν κλείσουν τα μάτια τους οι μέλισσες
και το ποταμόπλοιο ξεχάσει τις αποσκευές
της όμορφης κόρης που ονειρεύεται
όρθια στην κουπαστή
το χιονισμένο σώμα της σελήνης
με την ίδια ταπεινότητα του καπετάνιου
που λαχταρά ένα κορμί
σε κρυφό λιμάνι
ενώ τ’ άλογα δακρύζουν
στο αλλότριο φως
καθώς ο θάνατος αλλάζει
ο θάνατος έχει αλλάξει
τ’ άδεια δόντια της νύχτας έχουν αλλάξει
όπως το σώμα αλλάζει ψυχή
και το σώμα έχει αλλάξει
και ο αγέρας
θυμάται τα σκοτεινά μαντάτα {…..}

*Απόσπασμα από την ανέκδοτη συλλογή «Υγρό Γυαλί»

§

Γιώργος Δουατζής

Τεφτέρια

Έγραφα σε κάτι χοντρά τετράδια σαν τα τεφτέρια των παλιών μπακάληδων όπου έγραφαν τα χρέη πελατών πριν τους σκοτώσουνε τα σούπερ μάρκετ

Γέμιζα τα τετράδια με βερεσέδια ενοχών
έρωτες, όνειρα, μπόλικη τρυφεράδα
με τον παράδοξο -ως είπαν- τρόπο
που έβλεπα πράγματα και ανθρώπους

Δεν μου συγχώρησαν ενοράσεις, μικρές παρεκτροπές
όμως ήμουν πάντα εκεί βάζοντας λέξεις στη σειρά
υφαίνοντας νύχτες πολλές το τρυφερό χαλί
στους επερχόμενους, τους διψασμένους

Έζησα πάντα με τον φόβο προσκεφάλι
διερωτώμενος αν με κατάλαβαν πραγματικά
μήπως μιλούσα με δυο παράλληλες γραμμές
που κάνουν τη συνομιλία μονολόγους
χωρίς δικαιολογία ύπαρξης
και το χειρότερο, δίχως ούτε έναν αποδέκτη

Μα μην ανησυχείς
φόβος είναι μη κατανόησης
διάσπαρτος στους ανθρώπους
γεννάει φλυαρίες, αμφιβολίες διαρκείς
που κάποτε φέρνουν και τρέλας πανικό

Σε κάδους ανακύκλωσης βρέθηκαν τα τεφτέρια
κι αχνοφαινόταν η γραφή
Σαν μεγαλώσω θα γράψω ποιήματα αληθινά

Δεν ξέρω ακόμα αν μεγάλωσα
αλλά η Ποίηση δεν άφησε ποτέ
να βυθιστεί στην πλήξη η ζωή μου
όπως δεν ξέρω αν ήταν η τέχνη μου ακριβή
σίγουρα όμως οι προθέσεις ήταν

Όπως επίσης πάντα γνώριζα πως μια λέξη ήταν αρκετή να συνδεθώ με σύμπαν ακριβό προσβάσιμο στους ποιητές με πίστα απογείωσης τα ταπεινά τεφτέρια

§

Λεύκιος Ζαφειρίου

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΟΥ
ΓΟΥΙΛΛΙΑΜ ΜΙΛΛΣ
ΣΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ

Στον Χρήστο Παπουτσάκη

Έρχομαι από το μακρινό χωριό Blackwell
της κομητείας Derbyshire
ένα παιδί από τ’ ανθρακωρυχεία
της Αγγλίας.
Η δική σου Κέρκυρα
με τους στρατώνες στο φρούριο
και κυρίως τη θάλασσα
-αυτή τη θάλασσα
με τα νερά γλυκά και χαριτωμένα
σε νύχτα σπαρμένη μάγια –
δεν είναι η δική μου γη κι ακρογιαλιά.

Το αγνοούμενο σώμα μου
μόλις δεκαοκτώ χρονών
ταξιδεύει ακόμη για τα Ιόνια Νησιά
από τον Ιανουάριο του 1847 –
μέλος του Τάγματος Εφεδρείας
του αγγλικού στρατού
ως τη συνάντησή μας
στον Μόλο της Μανδρακίνας

Απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου

8.4.2008

***Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο Άγγλος στρατιώτης στον Πόρφυρα του Διονυσίου Σολωμού είναι ο ανθρακωρύχος Γουίλλιαμ Μιλλς. Χάρη στις έρευνες του Ben Petre, βρήκε την επιτάφια επιγραφή του Mills και τον ταύτισε.

§

Μενέλαος Π. Κάραλης

Επίγονοι

Το είδαμε και από ψηλά
-Ο δορυφόρος βλέπεις-
Το έγραψε κι ο τύπος
Το ακούσαμε στα καφενεία
Εδώ κάτω
Επίγονοι εμείς υλοτόμοι
Μιας πανάρχαιας στάχτης
Ντύσαμε τα σπίτια μας ξύλο
Από την κορφή
Ίσα με τα νύχια
“Και αφήσαμε εκείνο γυμνό”
Και χαρήκαμε για την
Μυρωδιά του λούστρου
Και χάσαμε για πάντα την όσφρησή μας
Και χαρήκαμε που τα χελιδόνια
Επέστρεψαν σε σπίτια που δεν κατοικούνται
Ζούγκλα με εξαίσια απορρίμματα
Και είδαμε τον Αμαζόνιο ανέστιο
Με μια βαριά βαλίτσα στα χέρια
-προς άγνωστο-
Γεμάτη ρούχα προϊστορικά.

Πάτρα 13.06.2019

§

Γιάννης Τζανετάκης

ΑΜΟΝΤΑΡΙΣΤΑ

Δυο χείλη ολοένα

απ’ το φιλί το
πρώτο σου

–παράπονο μεγάλο–

θαρρείς σαν
αμοντάριστα

το ένα να
σου δίνεται

και να τραβιέται τ’ άλλο

§

Αντώνης Φωστιέρης

Η ΣΑΡΚΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Ξέρω
Δεν ξέρω τι σημαίνει ακριβώς
Αλλά το λέω:

– Το σώμα σου είναι
Η σάρκα του χρόνου.

(Ποια σκέψη μπόρεσε ποτέ
Να ξεδιαλύνει
Ώς το μεδούλι του
Ένα στίχο;
Ποιο αίσθημα
Να ξεκλειδώσει επάξια
Μια λέξη;/Ανάστροφα,
Η απορία μοιάζει αρκούντως
Παιδική).

Μήπως θέλει να πω:
Ακούω στο στήθος σου
Ριπές δευτερολέπτων;

Μήπως θέλω να πει:
Το πνεύμα ενδίδει αδιάντροπα
Στα θέλγητρα της ύλης;

Δεν ξέρω
Ξέρω τι σημαίνει
Αλλά το λέω:

– Το σώμα σου ένδυμα
Μανδύας του Παντός.

§

Θανάσης Χατζόπουλος

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΜΕΡΑΣ

Σαν άρρωστων που δεν γνωρίζουν
Άλλο από το εύθραυστο μέλλον τους
Που ανοίγεται στο άνυσμα λίγων μέτρων
Γίνεται κάποτε η ζωή τόσο ισχνή

Που όχι χρόνια, όχι μήνες
Αλλά ίσα μέρες, ίσα-ίσα η επόμενη μέρα
Είναι στο χέρι μας να την ονειρευτούμε
Με μια ελάχιστη γέφυρα ανάμεσα
Σε αυτό που θα γίνουμε
Από αυτό που είμαστε

Όχι μια εκδρομή
Αλλά μονάχα μια στιγμή
Που θα σηκώσουμε το βλέμμα
Για να κοιτάξουμε τον ήλιο και το φως του
Και να τον βρούμε εκεί που ήταν
Εκεί που είναι, αυτός για πάντα εκεί

(ανέκδοτο ποίημα κατοχυρωμένο)

Πίνακας: Γιώργος Ανδρούτσος, Untitiled