Scroll Top

«7 + 1 Ποιήματα για τον Φεβρουάριο του 2021 στο Culture Book»

7 + 1 Ποιήματα για το Culture Book από επτά (7) και έναν (1) ποιήτριες και ποιητές που με δόκιμο τρόπο ο καθένας και η καθεμία με το δικό τους τρόπο συνομιλούν με την ποιητική τέχνη. Σε αυτή την ενότητα καταγράφουμε ποιήματα που δεν τα έχουν δημοσιεύσει ακόμα οι δημιουργοί τους.
Οι συμμετέχοντες ποιήτριες και ποιητής για τον μήνα Φεβρουάριο είναι: Μάρω Γαλάνη, Αναστασία Γκίτση, Γιάννης Δημογιάννης, Έφη Καλογεροπούλου, Έλσα Κορνέτη, Γιώργος Λίλλης, Αντωνία Μποτονάκη, Κατερίνα Χατζηγιαννάκη.
Ο καθένας και η καθεμία τους με τον τρόπο τους έχουν καταγραφεί στη σύγχρονη Λογοτεχνική ιστορία της χώρας μας. Έχουν διαφορετική βιολογική ηλικία και Λογοτεχνική ιστορία. Ανήκουν σε διαφορετικές λογοτεχνικές τάσεις και “γενιές”, έχουν όμως τον δικό τους “μύθο” όταν συνοδοιπορούν με την τέχνη του Ομήρου.
Να σημειώσουμε πως θεωρήσαμε υποχρέωσή μας (πώς αλλιώς άλλωστε όταν ομιλούμε για λογοτεχνία) να αποδεχτούμε τον τρόπο χρήσης των σημείων στίξης και των γραμματικοσυντακτικών κανόνων του κάθε συγγραφέα.

Καλή ανάγνωση!

Αντώνης Δ. Σκιαθάς

 

Μάρω Γαλάνη

Η προγιαγιά μου

Ήρθε από τα όρη του Καυκάσου
– η Καλούδα, η προγιαγιά μου,
απ’ τη μεριά της μάνας μου,
κι έζησε ως εκατόν είκοσι χρονών.

Έπλεκε ακατάπαυστα
εργόχειρα με βελονάκι,
ως που έκλεισε τα βλέφαρα
ένα βράδυ, και δεν τα άνοιξε ξανά.

Έπλεκε χωρίς όραση, σχεδόν τυφλή
– μετράω, έλεγε, καλά,
τα χέρια μου είναι μαθημένα
στην αφή, χάιδεψαν άπειρα παιδιά,
έξι δικά μου και όλα του χωριού
όσα ξεγέννησα απ’ τα εικοσιπέντε
ως τα ογδονταπέντε μου,
γεννούσαν τότε οι άνθρωποι
κι ας ήταν φοβισμένοι.

– Πλέκω να μείνει κάτι πίσω μου,
όταν με το καλό θα φύγω.
Βλέπεις δεν έχω φίλες πια,
κοιμήθηκαν οι άκαρδες
πριν από μένα όλες, ώστε,
οι τσιγκούνες, να μη μ’ ανασταίνουνε
στη σκέψη και στις αφηγήσεις τους μετά,
γι’ αυτό
– πλέκω να μείνει κάτι πίσω μου.

§

 

Αναστασία Γκίτση

Το λευκό ρόδο /Sophia Magdalena Scholl

Κάποια εναλλασσόμενη ταλάντευση
θα τρεμουλιάζει στη διασταύρωση
των χειλιών που είναι
να πουν το ναι
το όχι
ή το ίσως

από όλο το πλήθος αν δεν σηκωθεί
καπνός
κι όλοι σωπάσουν κοιτώντας αλλού
να ξεχαστούν και να ξεχάσουν

κάποια θα βάλει το χέρι στα κάρβουνα

θα πει το ναι
και θα ‘ναι ναι
το όχι
θα ‘ναι όχι

στο ίσως θα κοιτάξει εκεί που δεν κοιτούν πολλοί
θα πει

έρχεται ψύχρα.

Nürnberg 2021.

Η Sophia Magdalena Scholl, ήταν Γερμανίδα φοιτήτρια και επαναστάτρια, ενεργό μέλος της μη βίαιης αντιστασιακής οργάνωσης Λευκό Ρόδο στη Ναζιστική Γερμανία. Καταδικάστηκε για προδοσία, αφού εντοπίστηκε να μοιράζει αντιπολεμικά φυλλάδια στο Πανεπιστήμιο με τον αδερφό της Hans Fritz Scholl. Και οι δύο εκτελέστηκαν δι΄αποκεφαλισμού στις 22 Φεβρουαρίου 1943.

 

§

 

Γιάννης Δημογιάννης

Ανεπίδοτες εκκλήσεις εν έτει 2020 μ.Χ

Ειλικρινά, με έχεις εξαντλήσεις Κύριε,
με ετούτο το ατέρμονο κρυφτό –
υπάρχεις δεν υπάρχεις, μπες βγες.
Ολόκληρη ζωή την φάγαμε, αλλά καμία
προκοπή δε βρήκαμε με τους ανερμήνευτους
χρησμούς σου. Μέχρι τα σύννεφα χτενίζουμε,
μπας και κερδίσουμε την εύνοια των ουρανών
αλλά κουβέντα δε σου κλέβουμε.
Ούτε σημάδι καν.

Διότι οι δικές μας Κυριακές, Κύριε, είναι
αξημέρωτες. Κουβαλούν τις σκιές ολόκληρης
της εβδομάδας. Ούτε που κρύβουν κάποια ανακωχή,
κάποιο διάλειμμα, κάποιο ίχνος έστω ελέους.
Όπως η Δευτέρα, η Τρίτη, η Τετάρτη.

Το ζόρι τελικά είναι όλο δικό μας, Κύριε – άσε στην άκρη
τις υπεκφυγές. Οι Κύκλωπες χορεύουν, βλέπεις,
στο μυαλό μας – μέρες της απώλειας, της συντριβής –
για τη φωτιά που ‘θρέψαν οι προπάτορες.
Και οι βδομάδες προχωρούν ατάραχες,
γίνονται μήνες, γίνονται χρόνια
κι ύστερα, βουνά.

Μόνο που εσύ εξαϋλώθηκες στους ουρανούς.
Και ποιος θνητός να ενσαρκώσει αξεδιάλυτους
χρησμούς; Τουλάχιστον τα δικά σου τα μαρτύρια
κράτησαν μια μονάχα εβδομάδα.
Τι να πούμε και εμείς;

 

§

 

Έφη Καλογεροπούλου

ΣΕ ΒΛΕΠΩ

Σε νίκησε η απάθεια
ούτε να χαρείς ούτε να λυπηθείς
μπορείς
ήρθαν κι οι δαίμονες και στήσανε
χορό εκεί
που τα μωρά της γένναγε η αγάπη

Σε κοιτάζω, όπως κοιτάζει κανείς
ένα άδειο πιάτο
Τι βλέπω; μπορείς να δεις;

Μνήμη είναι η εξορία που γίνεται πατρίδα
στην άκρη μιας αποβάθρας
πιο έρημης από ποτέ

μαζί κι εγώ εκεί
πιο πολύ από ποτέ

Έτσι που σκέφτεται κανείς πως πεθαίνει
με ένα θάνατο που δεν είναι σαν των άλλων
Με ένα θάνατο που καρφώνει το δόντι του
στη μαδημένη σάρκα της σιωπής
Με ένα θάνατο που ξέφτισε σα κίτρινη λαδομπογιά
κι απόμεινε έτσι μαζί μας εκεί στην αποβάθρα
Αύγουστο μήνα

Μια νύχτα που δεν ήταν σαν τις άλλες
Αγία ,θηριώδη που άλεθε όλα τα σταφύλια της
μαζί με τα τσαμπιά τους
κι άλεθε ,συνέχεια άλεθε
Αύγουστο μήνα
μέχρι το πρωί

§

 

Έλσα Κορνέτη

Ο Κυρίαρχος Αριθμητικός

Ο άνθρωπος θεώρησε
ότι μπορεί να γίνει αριθμός
στη θέση του αριθμού
και το κατάφερε
Αυτός ο ζωντανός ανθρώπινος αριθμός
με χρόνους με καιρούς
στρογγυλοποιήθηκε
Έβγαλε άκρα τσιγκελωτά
στολίστηκε μηδενικά
στην κορυφή ενός άσσου
εξακοντίστηκε

Τότε μια τραγωδία οικουμενική
κυριάρχησε:

Ο άνθρωπος
ο Κυριαρχοαριθμητικός

Μα ο ζωντανός ανθρώπινος αριθμός
άρχισε να πέφτει όλο και πιο συχνά
θύμα της λαιμαργίας του
γιατί ενώ ήταν χορτάτος
πεινούσε όλο και πιο πολύ
για το χρήμα του χρόνου του
για τον χρόνο του χρήματός του
ώσπου σύντομα το κέρδος του φαγώθηκε
ο χρόνος του εξαντλήθηκε
κι έμεινε το χρέος του
να μην τρώγεται με τίποτα

Κάποτε ήρθε το τέλος το άδοξο
όπου ακόμα κι αυτός ο Κυριαρχοαριθμητικός
που έμεινε να σέρνεται συρρικνωμένος κι αχαμνός
με τη σειρά του φαγώθηκε
από ένα πεινασμένο πουλί με μάτι θολό
που τον πέρασε για σκουλήκι

Το σκουλήκι
του αριθμού

§

 

Γιώργος Λίλλης

ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Το μονοπάτι έγινε λεωφόρος.
Το ποδηλατάκι μετατράπηκε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία
σε οχταθέσιο βαν.

Όταν μιλάμε για σκυταλοδρομία εννοούμε εδώ προφανώς
το ότι αφήνεις τον άλλο να συνεχίσει αυτό που άρχισες

όσο και να μην θέλεις να το παραδεχθείς
φρενάρεις απότομα πάνω στο ζενίθ σου

φτάνεις να αγγίξεις την άκρη του νήματος αλλά ως εκεί

σου διαφεύγει μέσα από τα χέρια το σταθερό σημείο
επιστρέφοντας μουτρωμένος στα συνήθη τιμαλφή.

Αφού το ξέρεις. Νικητές με δόσεις υπήρξαμε

και η ζωή συνεχίζεται
σαν πεδίο μάχης που γέμισε αγριολούλουδα.

§

 

Αντωνία Μποτονάκη

1 4 6 2

“ενήστευσα, έπιον τον κυκεώνα, έλαβον από κιάστης και αφού εγεύθην, ετοποθέτησα
πάλιν από τον κάλαθον εις την κύστην”

           (Από το τελετουργικό των Ελευσινίων Μυστηρίων)

Χιονίζει απ’ το πρωί
Οδύνη
Της μνήμης η λαβωματιά
Η αίσθηση της ερημίας
Το άλογο που γέρασε πίσω απ’ το φράχτη -κι εσύ
Που περιμένεις ν’ ακούσεις
Τ’ όνομα σου
Να δεις περασμένο
Στο μεγάλο του κόσμου βιβλίο
Για να μη φύγουν τ’ αγάλματα απ’ την πόλη
Τα μεγάλα δώρα
Των πηγαδιών οι Χαιρετισμοί
Που τα νερά τους αναδεύει -κι είπα ”δόξα σοι ο θεός”
Ένας μικρός μελισσοφάγος
Να μας δείχνει τον τόπο
Πού δουλεύει ο άγγελος
Πού τελειώνει ο κόσμος
Πού ξεψυχά η μνήμη
Πού τα δέντρα εμβολίζουν τα πλοία

Ώρες πλεγμένες με ξερές πευκοβελόνες
ε κ ε ί ν ε ς
Της απελπιστικά σύντομης ζωής που με ένα δάκρυ τελειώνει

Άωροι παίδες κουνώντας τα λευκά κεφάλια τους μονολογούν ”πέραν φθόνου
και χρόνου”

Ιεροφάντη κατατρεγμένε και ασυνάρτητε,
αξυπόλητε της βροχής, άκακε, άσκοπε, αμέριμνε,

                     ”Εκάς οι βεβηλοι”

(Από την τρίτη υπό έκδοση συλλογή της)

 

§

Κατερίνα Χατζηγιαννάκη

“Πτήσεις Κύκνων”

Κόπασε ο αέρας,
ο τόπος στη λιμνοθάλασσα χόρταινε την Άνοιξη,
ήταν εκεί στην μεγάλη εξέδρα με τα σχισμένα μαδέρια.
Ο ήλιος οδοιπόρος στο κορμί της,
χρυσά τα μαλλιά της ένα πρωινό του Μάη,
στα χείλη της πουλιών κελαηδήματα, στέλνει φιλιά αποδημητικά.
Θέλει να ζήσει με τον τρόπο των πουλιών,
θέλει να ζήσει τη γέννα της θάλασσας
όπως τότε που όρισε την Τροία ταξίδι του κορμιού της.
Το βλέμμα της λεπίδα στους αιώνες των χαμένων ελπίδων
γνέφει μυστικά των θαρραλέων Ιπποτών στην άκρη της λιμνοθάλασσας.
Τους είδε ψηλά στις πολεμίστρες του άτιτλου χρόνου
να πολεμούν γενναία για την ωραία Ελένη τους στη δόξα των αιώνων.
Κόπασε ο άνεμος και αυτή με φόρεμα ουρανό
όρισε στο στήθος της τα κάστρα του γητευτή της.
Νύχτωσε στο κορμί της θάλασσα δυο φτερά κατάλευκα.
Την Ανατολή ένας κύκνος με πυξίδα την ψυχής
πέταξε στο πιο γενναίο κάστρο των ονείρων της.

Πίνακας: Στάθης Ανδρουτσάκης/Νυχτερινό, 20×21 εκ., Χαρακτικό σε Λινόλεουμ Stath