Scroll Top

«7 + 1 Ποιήματα για τον Απρίλιο του 2022 στο Culture Book»

7 + 1 Ποιήματα για το Culture Book από επτά (7) και έναν (1) ποιήτριες και ποιητή που με δόκιμο τρόπο ο καθένας και η καθεμία με το δικό τους τρόπο συνομιλούν με την ποιητική τέχνη. Σε αυτή την ενότητα καταγράφουμε ποιήματα που δεν τα έχουν δημοσιεύσει ακόμα οι δημιουργοί τους.Οι συμμετέχοντες ποιήτριες και ποιητής για τον μήνα Απρίλιο είναι:  Στέλλα Δούμου, Κατερίνα Παπαδημητρίου, Κική Σαραντέα, Καίτη Τσάμη, Μαρλού Φρέι, Άννα Χατζημλάδη, Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Άνθια Χριστοδούλου Θεοφίλου.

Να σημειώσουμε πως θεωρήσαμε υποχρέωσή μας (πώς αλλιώς άλλωστε όταν ομιλούμε για λογοτεχνία) να αποδεχτούμε τον τρόπο χρήσης των σημείων στίξης και των γραμματικοσυντακτικών κανόνων του κάθε συγγραφέα.Καλή ανάγνωση!

Γιώργος Παναγιωτίδης

 

 

Στέλλα Δούμου

Τα περγαμόντα της Ανδρομέδας

Ας ηχήσουν λοιπόν τα βούκινα!

Η άνοιξη είναι παράλυτη, μα στο τέλος θα γεννήσει
Άνθη, μύγες κι άλλα φερτά υλικά.
Η ισημερία των αστικών συνηθειών
Θα μετρηθεί με μικρές φόρμες ουρανού ατάκτως ερριμμένες
Και εισπνοές ελατόριζας
Για το άσθμα των χειμωνόπληκτων.
Φεγγάρια σαν αγριόχηνες σε μαύρο βάλτο
Γεμίζουν κι αδειάζουν τα συκώτια τους κατά τα ειωθότα.

Κατά τα άλλα, το ξέρετε, θα διαβαστούν ποιήματα
−Φρίξε χάρμα ψυχώ μέγα άμα ίαμα−
Ο περιούσιος Λόγος θα κρεμαστεί αδιακρίτως
Εν μέσω χειροκροτημάτων και χασμουρητών
Με σπόγγο βουτηγμένο στο λεμόνι
Θα σβηστούν τα ύστερα του Λόγου.
Φυσικά, η φύση του είναι τέτοια
Που πάντα ανασταίνεται
−συνήθως την τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς−

Σχεδόν κωφεύω στα θαυμάσια βούκινα και
Κόβοντας με τα δόντια την ουρά μου
Εντέλει γίνομαι αβαρής χαρταετός που
Παραδέρνει ελλειπτικά μέσα στο άρρητο
−Φρούμαξε ψύχρα χάραμα ωμέγα αίμα ία−
Έτσι κι αλλιώς, λοξά μου πέφτει ο ουρανός
Στο καλογυαλισμένο τούτο σύμπαν.

§

 

Κατερίνα Παπαδημητρίου

Ευθείες ερωτήσεις

Κι ύστερα έπιασες να απαλείφεις τα κενά
και το κενό μεγάλωσε.
Λένε, την άνοιξη, όσοι πονούν δεν βιάζονται να φύγουν.
Αν αντί για το μηδέν ζωγράφιζες το άπειρο
πόσο κενό να περισσεύει;
Πόσα νεράντζια χωράνε στη χούφτα σου;
Πόσο χρώμα χωράει κάτω απ’ το χιόνι;
Να σε σκεπάσω, πάντα κρύωνες τόσο
ή τώρα που σε στράγγισαν
μου γυρεύεις σκεπάσματα και χλαίνες;
Τις πούλησα. Δύο τάλιρα μου μείνανε να σε κλάψω.
Και οι χλαίνες χάρισμα και αμανάτι.
Μήπως, στα γυρίσματα, μήπως λέω, κρυώσω.
Είναι κοντά το καταχείμωνο και
χωρίς αντίβαρο ο ένας άνθρωπος γίνεται κανείς.
Πώς να περάσω αντίπερα,
ξεμάκρυνες και δεν σε φτάνω.

Κι ύστερα, δεν πρόλαβα. Πού πας;
Κι όσα αναπάντητα τι να τα κάνω
στα τελευταία, μην με ρωτάς, μου έλεγες
Μα πώς να μάθω. Πάει καιρός που σεργιανάω
σε ξένες λέξεις. Δεν ξέρουν λένε
και οι ποιητές κι αυτοί ρωτούν ασταμάτητα.
Δεν ξέρουν λένε πώς να μάθω αν.

Ριζώνει άραγε κανείς στο ξένο μπαλκόνι;
Πόσες Ταναγραίες χωρούν σ’ ένα ράφι δανεικό;
Πόσες ψυχές χωρούν στοιβαγμένες στον δικό μου ποδόγυρο;
Πόσες φορές σε ρώτησα αν μ’ αγαπάς;
Πόσες ρωγμές αντέχει η ευτυχία;
Πόσα κλειδιά χωράνε στη χούφτα σου;
Το κρεβάτι σου, αλήθεια, έχει πόδια; Πόσα;
Πόσο αίμα ν’ αρμέξει κανείς από μια συνεύρεση;
Τι κρύβεται ανάμεσα στα πόδια σου;
Σκύψε, μου έλεγες. Αν καταφέρεις να το αγαπήσεις
μην λυπηθείς, έχεις κάμψει την ευθεία.
Να το ξέρεις οι ευθείες οδηγούν στη λήθη. Όλες.

Édouard Manet – Berthe Morisot in mourning

 Edouard Manet – Berthe Morisot With a Bouquet of Violets

Κική Σαραντέα

Άνθηση

Έμαθα στην πορεία
ότι δεν είναι οι λέξεις μόνο που λείπουν,
το ποίημα θέλει φυλακτό στη διαδρομή,
εκπνοές, μία ακινησία για λίγο,
και έναν εαυτό σπουργίτι
να τσιμπολογάει στιγμιότυπα του ουρανού.
Και σήμερα, αυτήν την ίδια μέρα,
αισθάνθηκα την έναρξη.
Και βουρκώνω νιτρογλυκερίνη,
δάκρυα χαρακώνουν
το πιο παλιό μου πρόσωπο,
να το καθαρίσουν,
οι βαθιές αυλακιές μόνιμες
να τις στεγνώσει η βύθιση στον εαυτό
να σταλάζει η μεταλαβιά,
ν’ ανθίζουν ποιήματα.

 

§

 

Καίτη Τσάμη

Εψές, στη Φιλαδέλφεια

Δίπλα στη γέφυρα, εκεί στο πέρασμα του επέκεινα
με μία πεντάχορδη κιθάρα ρωτούσαμε τον Ουρανό
πέντε φίλοι, εψές, στη Φιλαδέλφεια
για παραφροσύνη, αμαρτίες, αγάπες, μάνες που περιμένουν
«Όχι σ’ εμένα», αποκρίθηκε ο Ουρανός, «στη Δήμητρα να τα πείτε αυτά,
χρόνια τώρα, σβήνω της Ελευσίνας τα κεριά».

Αργότερα, ανάψαμε φωτιά, τις αγάπες μας βάλαμε προσάναμμα
ο ένας στον άλλον, πάνω απ’ τις φλόγες, πετούσαμε τις αμαρτίες μας
αιθάλη οι μάνες, μας αγκάλιαζαν, διαλύονταν ύστερα
κάποια θλίψη στα μάτια έσβησε με τη νύστα
ομίχλη, σκοτάδι, ένας άλλος φώναξε την Καλλιρρόη,
δίπλα στο ρέμα, πάσχιζε να λευτερωθεί, εκεί στην κοίτη
πάνω από έναν βράχο από ασβεστόλιθο ρίχτηκε στη λεωφόρο
εκεί συνάντησε, εψές, ο Ουρανός τη Γη κι εμάς.
Μόνος, ο τρίτος, το άλλο πρωί, μάζεψε τις στάχτες.

Édouard Manet – Young Lady in 1866

Edouard Manet – The Balcony

Μαρλού Φρέι


Η τελευταία κλοπή
Σε διαμέρισμα μικρό και φτωχό μπήκα,
ούτε από το παράθυρο, ούτε από το μπαλκόνι.
Το κλειδί στην πόρτα βρήκα,
σαν να με περίμενε η οικοδέσποινα.
Διακριτικά, την παρατήρησα από τον διάδρομο:
τα λευκά εύθραυστα πόδια της
αναπαύονταν σε βελούδινο, ερυθρό σκαμπό,
αδυνατούσαν πλέον να στηρίζουν τα κόκκαλά της.
Τόσο εύκολος στόχος!
Κι όμως η εικόνα της με πάγωσε, με παρέλυσε
εμένα έναν μικροκλέφτη.
Η οικοδέσποινα καθόταν σε μία πολυθρόνα,
σχεδόν θαμμένη σε μια ρόμπα με χρυσάνθεμα.
Τα άκρα της έμοιαζαν με μαραμένα κλαδιά.
Στο αριστερό της χέρι,
μπόρεσα να διαβάσω χαραγμένα
σε ξηρό και λεπιδώδες δέρμα
πρασινωπά ψηφία μιας ξεχασμένης εποχής τρόμου.
Η οικοδέσποινα – το αισθάνθηκα – με είχε καταλάβει
Δεν έστρεψε όμως το βλέμμα της.
Σαν να έβλεπε από ψηλά.
Τα στενά άχρωμα χείλη της
ψιθύριζαν κάτι ακαταλαβίστικο
που δεν απευθυνόταν όμως σε μένα, έναν απλό μικροκλέφτη.
Απευθυνόταν στον μεγάλο κλέφτη της ζωής.
Του άφησα ελεύθερο το πεδίο
και όπως μπήκα, βγήκα από το μικρό, πλούσιο διαμέρισμα

με την πόρτα ξεκλείδωτη.

§

 

Άννα Χατζημλάδη

Μέσα στο χαρτόκουτο η τροφή κυλά νωχελικά σε σταγόνες σ’ένα τεντωμένο μπράτσο

Μέσα στο χαρτόκουτο η περιεκτικότητα σε αγάπη ελέγχεται κάθε τρεις ώρες ευλαβικά και
τα αποτελέσματα καταγράφονται σε πίνακες

Μέσα στο χαρτόκουτο άγνωστες γυναίκες φτεροκοπούν γύρω από ένα κρεβάτι,
παρηγορούν και διηγούνται ιστορίες

Μέσα στο χαρτόκουτο η θερμοκρασία παραμένει πάντα σταθερή και ο αέρας πλούσιος σε
οξυγόνο

Μέσα στο χαρτόκουτο οι ρωγμές στους τοίχους δεν καλύπτονται με στόκο, δεν υπάρχει
κανένας λόγος για να το κάνει κανείς και κανείς για να το κάνει

Μέσα στο χαρτόκουτο τα τρένα φτάνουν πάντα στην ώρα τους

Μέσα στο χαρτόκουτο οι επιβάτες έχουν ήδη αργήσει

Μέσα στο χαρτόκουτο αυτοί που ξέρουν εξηγούν σε αυτούς που δεν ξέρουν αυτό που δεν
καταλαβαίνουν

Μέσα στο χαρτόκουτο αυτοί που προσπαθούν να αποδράσουν δεν έχουν πουθενά να
κρυφτούν

Μέσα στο χαρτόκουτο αυτοί που διαμαρτύρονται πιο έντονα είναι αυτοί που αισθάνονται
περισσότερο ένοχοι ή αυτοί που θα έπρεπε

Μέσα στο χαρτόκουτο παίζεται η ίδια απογευματινή, θα ήταν τρέλα να περιμένεις με
ανυπομονησία το τέλος.

Édouard Manet – Berthe Morisot au soulier rose 

Édouard Manet – Portrait de Berthe M.

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης
 

Α, Ζωή!

del viver ch’è un correre a la morte

Dante (Purg. 33. 54)

Α, Ζωή! Πόσο κακοπαιγμένο έργο ήταν αυτό!
Κι όμως δεν πάψαμε στιγμή με στόμφο
(έτσι, εις πείσμα σου) να αλαλάζουμε
πως παίξαμε όμορφα, σωστά και συνετά,
πως δεν σκοτώσαμε την ολιγόπνοη ώρα μας
λίγο πριν το σκοτάδι πέσει και μας θάψει.

Πόσο κακόγουστο αστείο ήσουν!
Κι όμως στα σοβαρά σε παίρναμε
ωσότου πλήτταμε, βαθιά στο προσωπείο μας,
σαν νυσταγμένοι άνθρωποι που πρέπει συνεχώς
ν’ αφουγκράζονται το ίδιο έργο,
απαγγελμένο από κακό αφηγητή.

Μια σκέψη σύντομη ήσουν σαν κι αυτές
που πριν προλάβουνε να ειπωθούν ακόμα,
είχε σφραγίσει η λήθη, της φωνής το διάβα.
Μια σκέψη ανόητη, ανοήτου ανθρώπου,
ξεσκολισμένου για απολαβή στο χαμοσούρσιμο,
παραδομένου στον θυμό, στο μανιασμένο πάθος.

Α, Ζωή! Σαν τον αναίσθητο πυρσό
φωτίζεις σταθερά την σκονισμένη δημοσιά
που οδηγεί στο μαρμαρένιο στόμα της αβύσσου.
Κι είναι στα χείλια σου η φωνή καμπανολόι θλιβερό
σε ξόδι φίλου που αποδήμησε
και περιμένει πέραμα σαν ορφανού ψυχή . . . .

§

Άνθια Χριστοδούλου Θεοφίλου

Ψαλίδι

Γυαλιστερό και κοφτερό
κρύο και χρησιμοποιημένο
προτιμώ να με αγνοούν.
Κατέχομαι απ’ όλους.
Δυσανασχετώ γι’ αυτά τα χερούλια.
Ανησυχώ για τη σκουριά
πριν προλάβω ν’ ανακαλύψω
έναν διαφορετικό τρόπο
για να χρησιμοποιώ τον εαυτό μου.
Θα ήθελα να σκεφτούν:
Έχω και ψυχή
Το μόνο που κάνουν είναι να με βάζουν
πίσω στη δουλειά.

Όλο αυτό το κόψιμο
σε κρατάει ξύπνιο το βράδυ.
Κόβοντας μια κλωστή
-ό, τι καλύτερο έχεις κάνει ποτέ-
με τόσο αιχμηρές λεπίδες
έχεις επίσης πληγώσει κάποιον.
Και πάλι τα μεσάνυχτα
απομένεις μόνος.
Το κόψιμο είναι το μόνο
νόημα που κατέχεις
ενώ όλα όσα λαχταράς
είναι να είσαι ολόκληρος.

Post cover: Berthe Morisot, Jeune femme cousant dans le jardin, περ. 1883