Scroll Top

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΝΤΑΒΟΣ

Κική Δημουλά

Η γνωριμία μου με την ποιήτρια ξεκίνησε μ’ έναν μάλλον ασυνήθιστο τρόπο, αλλά μετά από μία πάροδο αρκετών ετών επανήλθε σε καλή βάση. Εξηγούμαι: Το 1981, όταν σύχναζα στον Δημήτρη Δούκαρη, μου έγινε μια απρόσμενη πρόταση από τον εκλεκτό ποιητή που τότε διηύθυνε ίσως το καλύτερο λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής, τις αλησμόνητες Τομές. Μου πρότεινε λοιπόν να γράψω μια κριτική για την ποιητική συλλογή Το τελευταίο σώμα μου της Κικής Δημουλά. Νέος στον χώρο και μ’ ένα μόλις βιβλίο στο ενεργητικό μου, δίστασα, αμφέβαλα εντόνως για τις δυνατότητές μου ν’ αναλάβω μια τέτοια ευθύνη. Πέραν αυτού, ούτε που ήξερα ποια ήταν η Δημουλά, δεν είχα ξανακούσει αυτό το όνομα, πολύ δε περισσότερο δεν ήξερα καν το έργο της. Το εξομολογήθηκα στον Δούκαρη ο οποίος μου απάντησε, επιμένοντας στην πρότασή του: «Να ένας λόγος παραπάνω να γράψεις. Θα γνωρίσεις μια ποιήτρια που δεν ξέρεις το έργο της και επιπλέον θα δοκιμάσεις τις δυνάμεις σου στην κριτική. Απ’ όσο γνωρίζω, μπορείς να το κάνεις». «Μα δεν την έχω ακούσει ποτέ μου», αντέτεινα. «Μα δεν ξέρεις τίποτα για το ζεύγος Δημουλά;» Δεν ήξερα… «Λοιπόν», συνέχισε, «είναι ένα ζευγάρι ποιητών γνωστών στο χώρο. Εκείνος εργάζεται στον ΟΣΕ, εκείνη σε μια τράπεζα. Εκείνη είναι καλή ποιήτρια, πιο καλή από τον άντρα της. Εκείνος, ως έξυπνος άνθρωπος, το ξέρει κι αυτό είναι το δράμα του, μάλλον το δράμα τους. Θέλω να γράψεις γιατί το αξίζει». Δέχτηκα.   Μου έδωσε το βιβλίο, μια εξαιρετική έκδοση από τις εκδόσεις Κείμενα του Φίλιππου Βλάχου σε μονοτυπία. Πήρα το βιβλίο-εννοείται πως το έχω ακόμη και είναι αφιερωμένο στον Δούκαρη-το διάβαζα και ανακάλυπτα μια ποίηση εντελώς ιδιαίτερη, με ευδιάκριτο προσωπικό ύφος, με υπαρξιακή κυρίως θεματολογία, μια ποίηση την οποία δεν μπορούσες να προσπεράσεις, να πεις: «εντάξει, καλή ποίηση πάμε παρακάτω…» Η ποίηση της Δημουλά, πέραν του ουσιώδους που πραγματεύεται , πέραν του λυρισμού που την στολίζει, συνεχώς στον επόμενο στίχο και στον επόμενο σε εκπλήσσει. Άλλο περιμένεις κι άλλο σου έρχεται. Διαβάζεις τρεις-τέσσερις στίχους, καταλαβαίνεις (νομίζεις πως καταλαβαίνεις) πού το πάει και, ενώ προετοιμάστηκες για μια πιθανότατη κατάληξη, έρχεται η Δημουλά και σου «σερβίρει» έναν στίχο απροσδόκητο, πέρα από κάθε προϊδεασμό και σε «βγάζει οφ-σάιντ». Χρησιμοποιώ αυτόν τον ποδοσφαιρικό όρο γιατί πράγματι κάθε φορά που διαβάζω Δημουλά νιώθω να με «ξεγελάει», πιάνω αδύναμο το πνεύμα μου να συλλάβει το απρόσμενο, την αποκάλυψη που μου έχει ετοιμάσει η ποιήτρια. Στην αρχή θύμωνα, και μαζί της και με τον εαυτό μου, γιατί ένιωθα πως κατά κάποιον τρόπο «με περιπαίζει, μας περιπαίζει». όταν όμως κατάλαβα πως αυτή, η κάθε φορά καινούργια έκπληξη ήταν και η γοητεία της ποίησής της, ο πρώτος θυμός άρχισε να ημερεύει, ώσπου κατέληξε να γίνει θαυμασμός.