Scroll Top

Θέμης Λιβεριάδης

Για τον Μίλτο Σαχτούρη

(απόσπασμα από εκτενέστερο κείμενο)

Τον Μίλτο Σαχτούρη για πολλά χρόνια προσπαθούσα να τον γνωρίσω από κοντά, που κάτι τέτοιο δε θυμάμαι να επιδίωξα ποτέ άλλοτε και για κανέναν. Εκείνος όμως όλο προφασιζόταν αρρώστιες και κακοδιάθεση… Ώσπου μια μέρα του 1998, με την παραίνεση του Λευτέρη Ξανθόπουλου, με δέχθηκε. Έκτοτε τον επισκεπτόμουνα συχνά, άλλοτε μόνος κι αργότερα συνοδεύοντας την ανήμπορη, κι αυτή, σύντροφο της ζωής του Γιάννα Περσάκη.
Μια μέρα του εξομολογήθηκα πως του οφείλω την παράταση της ζωής μου… Και ζήτησε να εξηγήσω, να διηγηθώ με λεπτομέρειες ‘κείνο το περιστατικό.
Ήταν 30 Νοεμβρίου του 1996…
…Όταν τέλειωσα την αφήγηση σήκωσα το βλέμμα στο πρόσωπο του Μίλτου και πρόσεξα ένα χονδρό δάκρυ να αυλακώνει το μάγουλό του.
«Σ΄ευχαριστώ…» ψιθύρισε βραχνά. Κι ύστερα κάπως απότομα: «Πήγαινε τώρα και κλείσε πίσω σου την πόρτα».

Τελευταία φορά τον είδα στις 21 Μαρτίου 2005, «Ημέρα της Ποίησης». Είχε ξεκινήσει για το τελευταίο ταξίδι. Ήθελε πια να φύγει. Γύρισε και με έβλεπε αμίλητος. Φορούσε πάντα ΄κείνο το σκουλαρίκι στο αυτί. Μ΄αυτό τον θάψανε. Κοίταζε επίμονα ένα άσπρο άλογο. Κάποια στιγμή άπλωσε το αδύναμο χέρι του, το ίδιο χέρι που… γύρισε τα ρολόγια ανάποδα, και έστρεψε το άλογο προς τη μεριά μου…
«Πώς το λες;» ρώτησα αμήχανα και ταραγμένος.
«Πατισάχ…»
Αυτή ήταν η τελευταία λέξη που άκουσα από αυτόν.
Πέθανε στις 31 Μαρτίου του 2005. Η Εταιρεία Συγγραφέων, στην κηδεία του, με «αξίωσε» τη θλιβερή τιμή να τον αποχαιρετήσω. Το κατευόδιο αυτό δημοσιεύτηκε στην Οδό Πανός του Γιώργου Χρονά.