Scroll Top

Παναγιώτης Νάννος – Το ασανσέρ/Αφόρετο λευκό

Το ασανσέρ

Πάει καιρός που αποφεύγω τα ασανσέρ.
Φοβάμαι τις ξαφνικές διακοπές ρεύματος.
Και το σταμάτημα ανάμεσα
σε δυο ορόφους ακινητοποιημένος.

Είναι αβάστακτη η μοναξιά
του εγκλωβισμένου, ειλικρινά,
ο χρόνος κυλά απελπιστικά αργά, προτιμώ
την ασφάλεια και την κούραση στις σκάλες.

Αποφεύγω τον χώρο όπου κάποτε
κλείναμε το διακόπτη του ανελκυστήρα
για να πνιγούμε στα φιλιά,
μέχρι να χορτάσουν τα στόματα,

ώσπου ν’ ακουστούν τα πρώτα
νευρικά χτυπήματα στην πόρτα.
Πονούν οι θύμησες της βίας των χειλιών.
«Πιέσατε το κομβίον άπαξ»

ο θάλαμος ανεβοκατέβαινε με κλειστά μάτια
από τον πέμπτο όροφο στο υπόγειο,
από εκεί ξανά στον έβδομο ουρανό,
φιλί ακόρεστο, παρατεταμένο, ώσπου

να μπει ο πρώτος ένοικος, ανίδεος,
μόλις είχε διακόψει τη θεία μυσταγωγία,
την ευλογία ενός χάους ανελέητου.
Λίγοι διέκριναν στο πρόσωπο

εκείνη την αθανασία και το διάχυτο άρωμα
έτσι όπως άνθιζαν σώματα και μάτια,
έτσι όπως ευωδίαζε η αναπνοή του έρωτα,
-τί εποχή, αλήθεια, χάρο δεν φοβόταν!

Πάει καιρός που αποφεύγω τα ασανσέρ.
Φοβάμαι τις πετρωμένες σκιές.
Προπάντων τον ανελέητο καθρέπτη, στιγμή
δεν παύει την απουσία της να υπενθυμίζει.

Κατά βάθος περισσότερο φοβάμαι
τον άγνωστο που έχω απέναντί μου,
ανέκφραστο, έτσι όπως κοιτώ
βαθιά στα μάτια τον εαυτό μου…

*

Αφόρετο λευκό

Αφόρετο το λευκό σου φόρεμα, Ιφιγένεια,
με την κόκκινη εσάρπα σου εδώ,
χρόνια τα βλέπει και δακρύζει η ψυχή
έτσι όπως σε θυμάμαι αμέριμνη να παίζεις,
καλάθι να κρατάς και με τις φίλες σου
τα κάλαντα να λες της αθωότητας.

Μετά σκέφτομαι, αλήθεια, πόσο ήσουν τυχερή!

Με την αγνότητα ασπίδα, παιδούλα εσύ,
δίχως να θέλεις βρέθηκες στων αθανάτων τη χορεία,
με τους θεούς για να ορίζεις στους αιώνες
τί είναι θυσία, ποίος ο θύτης και τι θύμα.

Με σύμμαχο την άγνοια
και με πίστη στην αγάπη του πατέρα,
από το τραγικό του χέρι σε ιερό βωμό οδηγήθηκες
δίχως να έχεις αντίληψη της πράξης,
ούτε εκείνη τη δόλια σκοπιμότητα
που κρύβει το δράμα και το θαύμα…

Αν δεν σε άρπαζε τελευταία στιγμή η Άρτεμις

εις την αιωνιότητα για να σε διασώσει,
ένα ελάφι άλλο η ζωή σου,
θυσία σε συνοικιακό βωμό
έτσι όπως θα ζούσες ήσυχα στο Άργοςֹ

λίγα χρόνια μετά θα σε στεφάνωναν
με γόνο υψηλής οικογενείας,
παιδιά θα γένναγες και ρόλο θα σου έδιναν
να παίζεις μέχρι να αποθάνεις γριά και ξεχασμένη
θα ζούσες τη ζωή με τις χαρές και τα φαρμάκια της,
όπως για εσένα των Ατρειδών όριζε η κατάρα.

Ευτυχώς που υπήρξε εκείνη η θυσία,

για κρατάει αιώνια αθωότητα και εφηβεία,
για να θυμίζει ότι κάθε απόπλους έχει τίμημα,
ειρήνη ή πόλεμος,
όλα θέλουν γενναίες στην ώρα αποφάσεις…

* Δύο ποιήματα από την αδημοσίευτη ποιητική συλλογή και φωτογραφικό λεύκωμα «Φωτό+γραμμα»

Ο Παναγιώτης Νάννος ασχολείται με εκδοχές του Λόγου: ποίηση, πεζογραφία, Τοπική Ιστορία, Λαογραφία, και για 12 χρόνια ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Εργασίες έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά, εκδόσεις βιβλίων και CDμε δημοτικά τραγούδια. Από ανασφάλεια κάποτε συμμετείχε σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Έλαβε Α βραβείο μυθιστορήματος («Σκιές οδοιπόρων», εκδόθηκε από «Μεταίχμιο»), Α Βραβείο Λαογραφίας «Άγις Θέρος» για λαογραφική μελέτη, Αριστείο για δοκίμιο στην Κύπρο, λοιπά βραβεία και διακρίσεις σε Διήγημα και Ποίηση. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Παραμυθία» (χαϊκου 2005), «Τιθωνού Σιωπές», (πεζά ποιήματα 2014), «Ες Κύπρον» (20-7-2020), «Ο πάγος φλέγεται», «Φωτο+γραμμα» (υπό έκδοση).

Το 2019 εκλέχθηκε δήμαρχος Λίμνης Πλαστήρα.