Scroll Top

ΤΟ “ΒΡΑΚΩΜΕΝΟ ΣΥΝΝΕΦΟ” ΤΟΥ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΤΣΙΟ ΜΕ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΟ

 

Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι(1894 – 1930)

Βρακωμένο σύννεφο

Τετράπτυχο

Τη σκέψη σας,
που ονειρεύεται σε μαλθακό μυαλό,
σαν το λακέ που λίγδωσε σε καναπέ ξυγκιού,
με το κουρέλι της καρδιάς, το ματωμένο, θα την πειράζω:
χορταστικά θα την σκυλιάζω θρασύς και καυστικός.

Μήτε μιαν άσπρη τρίχα δεν θα βρείτε στην ψυχή μου,
γεροντικές θωπείες δε μοιράζει!
Τον κόσμο κεραυνώνοντας με της φωνής τους βρόντους,
βαδίζω – όμορφος,
είκοσι δυο χρονώ.

Τρυφερούλικα!
Την αγάπη στα βιολιά την ξαπλώνετε σεις.
Την αγάπη στα κρουστά την ξαπλών’ ο θρασύς.
Τον εαυτό σας, όπως εγώ, δε μπορείτε ν’ αναστρέψετε,
ώστε να μείνετε δυο μόνα χείλη!

Ελάτε να σπουδάσετε-
κι εσύ, από το μπατικό σαλόνι,
η καθωσπρέπει υπάλληλος απ’ των αγγέλων την ένωση.

Κι αυτή, που τα χείλη της ξεφυλλίζει ήρεμα,
όπως η μαγείρισσα βιβλίο μαγειρικής.

Θέλετε –
από κρέας θα ‘μαι λυσσασμένος
– κι όπως, ο ουρανός, θ’ αλλάζω ύφη –
θέλετε –
θα γίνω άμεμπτα τρυφερός,
όχι άντρας, αλλά – σύννεφο με παντελόνια!

Δεν πιστεύω, ότι υπάρχει ανθοστόλιστη Νίκαια!
Και πάλι εγώ τους άντρες θα υμνολογώ,
τους μπαγιάτικους, που το ‘στρωσαν στο ξάπλωμα σαν τα νοσοκομεία,και τις γυναίκες, που τσαλαπατήθηκαν από τη χρήση μιας παροιμίας πιότερο.

Νομίζετε, ότι παραμιλάει η ελονοσία;

Αυτό συνέβη
στην Οδησσό συνέβη αυτό.

«Θα ρθω στις τέσσερις»,- είπε η Μαρία.
Οχτώ.
Εννιά.
Δέκα.

Έφτασε και το βράδυ –
στη φρίκη της νύχτας
έφυγε απ’ τα παράθυρα
σκυθρωπό,
και δεκεμβριάτικο.

Στην παραγερασμένη πλάτη στα γέλια ξεκαρδίζονται
τα κηροπήγια, και χαχανίζουν.

Τούτη την ώρα κανείς δε θα με γνώριζε:
ένας τεράστιος κολοσσός
βογκάει κι αναστενάζει,
τον έκανε κουβάρι ο πόνος.
Και τι μπορεί να θέλει ένα παρόμοιος όγκος;
Κι ο όμως, ο όγκος θέλει πολλά!

Πράγματι, για τον εαυτού μου δεν είναι και τόσο βασικό
ότι είμαι ορειχάλκινος,
κι ότ’ η καρδιά μου πάγωσε ωσάν το μέταλλο.
Τη νύχτα θέλω εγώ τον ήχο μου
να τον σκεπάσω με κάτι μαλακό
με κάτι γυναικείο.

Και να,
εγώ ο κολοσσός,
καμπουριάζω στο παράθυρο,
λιώνω το τζάμι του παραθυριού μου με το μέτωπο.
Θα ‘χω αγάπη ή όχι;
Κι αν θα ‘χω –
θα ‘ναι μεγάλη ή τοσοδούλικα μικρή;
Πώς να ‘ναι μεγάλησε σώμα παρόμοιο:
θα ‘ναι, λοιπόν, μια τόσο δα μικρή,
φιλήσυχη κι αγαπούλα.
Στα πόδια θα το βάζει από τα κορναρίσματα αυτοκινήτων.
Των πιο μικρών αλόγων τα κουδουνίσματα της αρέσουν.

Ακόμα κι ακόμα όλο και πιο πολύ,
στη βροχή βυθισμένος,
το πρόσωπο στο πρόσωπό της με φακίδες,
καρτερώ,
πιτσιλισμένος απ’ τις βροντές των ρόχθων της πόλης.

Μεσάνυχτα, με το μαχαίρι τρέχοντας,
την πρόλαβε,
την έσφαξε,-
όξ’ από δω!

Η δωδεκάτη έπεσε ώρα,
όπως του καταδικασμένου το κεφάλι απ’ το ικρίωμα.

Στα τζάμια γκρίζες της βροχής σταλαγματιές
γίνηκαν ένα,
το μορφασμό γιγάντωσαν,
σα να ουρλιάζουν χίμαιρες
στον Καθεδρικό Ναό της Θεοτόκου των Παρισίων.

Καταραμένη!
Τί, λοιπόν, κι αυτό ειναι λίγο;
Απ’ την κραυγή, ακόμα λίγο, το στόμα θα σκιστεί.

Αφουγκράζομαι:
ήσυχα,
όπως ο ασθενής απ’ το κρεβάτι του,
πήδησε το νεύρο.
Και να,-
στην αρχή διάβηκε
μόλις και μετά βίας,
κι ύστερα έτρεξε,
συγκινημένος,
με βήμα ρυθμικό.

Τώρα οι αυτός κι οι δυο καινούριοι
στριφογυρίζουν σε απόγνωσης τρελό χορό.

Έπεσε ο σοβάς στον κάτω όροφο.

Τα νεύρα –
μεγάλα,
μικρά,

πολλά!-
πηλαλούν λυσσασμένα
και ήδη
τρικλίζουν τα πόδια των νεύρων!

Κι η νύχτα στο δωμάτιο βόρβορος πάνω σε βόρβορο,-
κι από το βόρβορο πώς να ξεφύγει το μάτι που βαραίνει.

Οι πόρτες ξάφνου τριζοβόλησαν,
σαν σε ξενοδοχείο
δόντι πάνω σε δόντι να πετύχει δεν μπορεί.

Μπήκες εσύ,
απότομη, όπως το «ε, να, λοιπόν!»,
το καστόρι των γαντιών βασανίζοντας,
και είπες:
«Ξέρετε –
παντρεύομαι».

Ε, λοιπόν, να παντρευτείτε.
Σιγά τα λάχανα!
Θα κάνω κουράγιο.
Δείτε – πόσο ήσυχος είμαι!
Σαν το σφυγμό
του μακαρίτη.

Θυμόσαστε;
Μου λέγατε:
«Ο Τζεκ Λόντον,
τα λεφτά,
η αγάπη,
το πάθος»,-
κι εγώ ένα μόνο είχα δει:
είσαστε η Τζοκόντα,
που πρέπει να την κλέψουν!

Και την έκλεψαν.

Θα ξαναβγώ και πάλι ερωτευμένος στα παιχνίδια,
με τη φωτιά φωτίζοντας των φρυδιών την πτυχή.
Δεν τρέχει και κάτι τι!
Στο σπίτι που έχει ολοσχερώς καεί,
που και που άστεγοι ζουν αλήτες!

Παίζετε με τα νεύρα μου;
«Λιγότερα κι από τις πενταροδεκάρες του ζήτουλα
τα σμαράγδια της παραφροσύνης σας».
Θυμηθείτε!
Η Πομπηία πέθανε,
όταν έπαιξαν με τα νεύρα του Βεζούβιου!

Ε!
Κύριοι!
Φίλοι
των ιεροσυλιών,
των εγκλημάτων.
των μακελειών,-
το πιο φοβερό
το είδατε,-
το πρόσωπό μου,
όταν
εγώ
είμαι απόλυτα ήρεμος;

Και νιώθω –
«εγώ»
για μένα νά ειναι λίγο.
Κάποιος από μέσα μου πάει πεισματάρικα να βγει.

Allo;

Ποιος είναι;

Η μάνα;

Μάνα!

Ο γιος σας είναι άρρωστος λαμπρά.

Άναψε στην καρδιά του πυρκαγιά.

Πείτε στις αδελφές, τη Λιούντα και την Όλια,-

δε βρίσκει τόπο να σταθεί!

Κάθε λέξη,

ακόμα και τ’ αστείο

που βγάζει απ’ το φλεγόμενο στόμα,

πετιέται, όπως η γυμνή πόρνη

από καιγόμενο οίκο ανοχής.

Μυρίζουν οι άνθρωποι –

καμένο μυρίζει!

Έφτασαν κάποιους.

Είναι γυαλιστεροί.

Με κράνη!
Δε γίνεται, βαριές οι μπότες!
Πείτε τους πυροσβέστες:
Στην καρδιά που καίγεται, με χάδια χώνονται.
Εγώ ο ίδιος.
Τα μάτια που ‘ναι πνιγμένα στο δάκρυ, με βαρέλια θ’ αδειάσω.
Δώστε να κρατηθώ, στο πλευρό στηριζόμενος.
Θα φύγω! Θα φύγω! Θα φύγω!Θα φύγω!
Κατέρρευσαν.
Απ’ την καρδιά δεν ξεφεύγεις ποτέ!

Στο πρόσωπο που κατακαίγεται
απ’ τις ρωγμές των χειλιών
καρβουνιασμένο το φιλάκι ορμώντας μεγάλωσε.

Μάνα!
Να τραγουδήσω δε μπορώ.
Στο παρεκκλήσι της καρδιάς άναψ’ ο κλήρος για καλά!

Καμένες φιγούρες λέξεων κι αριθμών
απ’ το κρανίο,
σαν τα παιδιά από το κτίριο που πήρε φωτιά.
Έτσι κι ο τρόμος
αρπάζετ’ απ’ τον ουρανό,
τα καιγόμενα χέρια της «Λουζιτάνιας».
Κι ανυψώνοντας.

Για τους ανθρώπους που τρέμουν
στο ήρεμο του διαμερίσματος
εκατοντακέφαλη της λάμψης η ανταύγεια απ’ το λιμάνι

ξεκόβεται.
Κραυγή στερνή,-
τουλάχιστο,εσύ,
για το ότι φλέγομαι στείλε τους στεναγμούς μου στις χιλιετίες!

2

Δοξάστε με!
Με τους μεγάλους δεν είμαι ταίρι.
Πάνω απ’ ότι έχει γίνει ως σήμερα,
βάζω το”nihil”.

Ποτέ
και τίποτε δε θέλω να διαβάσω.
Βιβλία;
Τί τα βιβλία!

Ως τώρα πίστευα –
ότι τα βιβλία φτιάχνονται έτσι:
ήρθε ο ποιητής,
το στόμα του άνοιξε με ευκολία
κι αυτοστιγμεί τραγούδησε ο εμπνευσμένος κουτεντές –
παρακαλώ!
Αποδεικνύεται όμως –

ότι πριν ξεκινήσει το τραγούδημα,
περπατούν με τις ώρες, βγάζοντας κάλους από τα πήγαιν’ έλα,
κι ήσυχα χτυπιέται στο βόρβορο της καρδιάς
το ανόητο ψαράκι της εξημμένης φαντασίας,
και καθώς βράζουν ανήσυχα, γρατσουνίζοντας ρίμες,
απ’ τις αγάπες, και τ’ αηδόνια βγάζουν κάποιο βραστό,
ο δρόμος σφαδάζει άγλωσσος –
δεν έχ’ αυτόςμε τί να φωνάζει, με τι να κουβεντιάζει.

Των πόλεων τους πύργους της Βαβυλώνας,
περήφανα θ’ ανυψώσουμε και πάλι,
ενώ ο θεός
τις πόλεις σε αγρούς
καταστρέφει,
ανακατεύοντας το λόγο.

Ο δρόμος έσπρωχνε την ωδίνη σιωπηλά.
Η κραυγή στο λαιμό έστεκε στητή.
Ανασηκώνονταν, κολλημένα στου λαρυγγιού το φάρδος,
τα παχουλά taxi και τα τετράτροχα τα κοκκαλιάρικα τ’ αμάξια
που ποδοπάτησαν το στήθος .
Πιο επίπεδο το χτικιό.

Η πόλη το δρόμο έκλεισε με σκοτάδι.

Κι όταν –
παρ’ όλ’ αυτά!-
η πλατεία αποφλεγμάτισε το συνωστισμό,
σπρώχνοντας το νάρθηκα που χώθηκε στο λάρυγγα,
ερχόταν η σκέψη:
στους χορούς των αρχαγγέλων το χορωδιακό
κατακλεμμένος ο θεός, πάει να τιμωρήσει!

Ο δρόμος κάθισε κι έμπηξε τις φωνές:
«Πάμε να ντερλικώσουμε!»

Την πόλη μακιγιάρουν οι Κρουππ κι οι Μικροκρούππ,
απειλώντας με των φρυδιών τους τις ζαρωματιές,
ενώ στο στόμα
τα πτώματα των πεθαμένων λέξεων αποσυντίθενται,
και ζουν μονάχα δυο, παχαίνοντας ώρα την ώρα –
η λέξη «κάθαρμα»
και δεύτερη,
θαρρώ, η λέξη «μπορς».

Οι ποιητές,
στο κλάμα μουσκεμένοι και στ’ αναφιλητό,
από το δρόμο το ‘βαλαν στα πόδια, μ’ ανυψωμένες τις κόμες:
«Με δυο απ’ αυτούς πώς να τραγουδήσεις
τη δεσποινίδα,
την αγάπη,
το λουλουδάκι κάτω απ’ της δροσιάς τις στάλες;»

Μα πίσω από τους ποιητές –
των δρόμων οι χιλιάδες:
φοιτητές,
πόρνες,
εργολήπτες.

Κύριοι!
Σταματήστε!
Δεν είσαστε ζητιάνοι,
δεν έχετε δικαίωμα να ζητάτε ψυχικό!

Εμείς, οι νταγλαράδες , μ’ όλες τις δυνάμεις μας
με βήματα κρεμανταλά,
αρμόζει όχι να τους ακούμε, αλλά να τους σκίσουμε –
αυτούς,
που κόλλησαν σαν τζάμπα παράρτημα
σε κάθε δίκλινο κρεβάτι!

Αυτούς, λοιπόν, να ικετεύσουμε:
«Βοήθησέ μας!»
Να τους παρακαλούμε για ύμνους,
για ορατόριο!
Είμαστε οι δημιουργοί σε φλεγόμενο ύμνο –
στο βουητό της φάμπρικας και του εργαστηρίου.

Τι το κοινό έχω εγώ με τον Φάουστ,
με τη φαντασμαγορία των ρακετών
του Μεφιστοφελή που γλιστράει στο ουράνιο παρκέ!
Το ξέρω –
το καρφί μέσα στη μπότα μου
βραχνάς ανομολόγητος κι από τη φαντασία του Γκαίτε!

Εγώ είμαι,
πιο χρυσόστομος,
η κάθε λέξη του οποίου
ξαναγεννάει την ψυχή,
ονοματίζει το σώμα,
και σας λέω:
κι η μικροσκοπική κι από τον κόκκο του ζωντανού η σκόνη
έχει την πιο μεγάλη αξία, απ’ ότι έχω κάνει και θα κάνω!

Ακούστε!
Κηρύττει,
παραδέρνοντας και βογκώντας,
της σήμερον ημέρας ο στραβόχειλος Ζαρατούστρας!
Το πρόσωπό μας, όπως το σεντόνι που παρακοιμήθηκε,
με τα κρεμασμένα χείλη, όπως το πολύφωτο
κατάδικοι της πόλης – καταφύγιο των λεπρών,
όπου ο χρυσός κι η ακαθαρσία φανέρωσαν τη λώβα,-
είμαστε πιο καθαροί κι από το γαλανόλευκο της Βενετίας,
που πλύθηκε από τις θάλασσες κι από τους ήλιους όλους!

Σκασίλα μου,

που οι Όμηροι και οι Οβίδιοι
δεν έχουν ανθρώπους σαν και μας,
απ’ την καπνιά στην ανεμοβλογιά.
Το ξέρω –
θα είχε ωχριάσει ο ήλιος, θωρώντας
των ψυχών μας τα χρυσοφόρα εδάφη!

Οι φλέβες και τα ποντίκια των χεριών μας – πιο πιστοί

κι από τις προσευχές.
Εμείς, θαρρώ, θα ικετεύουμε την εύνοια των καιρών!
Εμείς –
ο καθείς μας –
βαστούμε στη χερούκλα μας
των κόσμων τους κινητήριους ιμάντες!

Αυτό κι ανέβασε στο Γολγοθά των ακροατηρίων
στη Πετρούπολη, στη Μόσχα, στο Κίεβο, στην Οδησσό
και δεν υπήρξε μήτ’ ένας
που
να μη φωνάξει:
«Σταύρωσον,
σταύρωσον αυτόν!»
Εμένα όμως –
άνθρωποι είναι,
κι εκείνοι που προσέβαλαν-
αυτοί είναι κι οι πιο ακριβοί, οι πιο κοντά σε μένα.

Είδατε,
πώς γλείφει το σκυλί το χέρι αυτουνού που το δέρνει;!

Εγώ,
ο χλευασμένος από τις φυλές του σήμερα,
σαν το μακρύ
σκαμπρόζικο ανέκδοτο,
βλέπω τον ερχόμενο μέσ’ απ’ τις ράχες των καιρών,
που κανείς δεν τον βλέπει.

Όπου τ’ ανθρώπου το μάτι σχίζεται κουτσουρεμένο,
από την κεφαλή κρύων ορδών,
στον ακάνθινο στέφανο των επαναστάσεων
το χίλια εννιακόσια δεκάξι θα καταφτάσει, πέφτοντας πάνω μας,

σαν κεραυνός.

Κι εγώ για σας ο πρόδρομός σας είμαι
είμαι, όπου ο πόνος, και παντού
στη κάθε σταγόνα της ροής των δακρύων
τον εαυτό μου σταύρωσα στο σταυρό.
Τίποτε πια δεν δύναμαι να συγχωρέσω.
Έκαψα τις καρδιές, όπου η τρυφερότητα φύτρωνε
Κι είναι αυτό πιο δύσκολο απ’ το να πάρεις
χιλιάδες χιλιάδων με έφοδο Βαστίλες!

Κι όταν,
ο ερχομός του,

την ανταρσία αναγγέλλοντας –
βγείτε προς τον σωτήρα –
για σας

θα βγάλω την ψυχή μου,
θα την ποδοπατήσω,
μεγάλη για να γίνει!-
και ματωμένη θα σας τη δώσω, σαν σημαία.

3

Αχ, και τούτο γιατί,
από πού μας ήρθε τούτο
στη λαμπρή τη χαρά
των γρόνθων των ακάθαρτων η φοβέρα!

Ήρθε
και το κεφάλι μου μ’ απόγνωση κουρτίνιασε
τη σκέψη μου για τα τρελάδικα.

Και –
όπως στο θάνατο τεράστιου θωρηκτού
από τους αποπνικτικούς σπασμούς
ρίχνονται στην ορθάνοιχτη μπουκαπόρτα –
μέσ’ απ’ το δικό του
ώς την κραυγή βγαλμένο μάτι
σκαρφάλωσε, τα λογικά του χάνοντας, ο Μπουρλιούκ.
Ματώνοντας σχεδόν τα δακρυσμένα του ματόφυλλα,
βγήκε,
σηκώθηκε,
κι άρχισε να βαδίζει
μ’ αναπάντεχη για παχύ άνθρωπο τρυφερότητα,
άνοιξε το στόμα και είπε:
«Πολύ καλά!»

Πολύ καλά, όταν με κίτρινη ζακέτα
η ψυχή από τους ελέγχους είναι κουκουλωμένη!
Πολύ καλά,
όταν με πεταμένο το ικρίωμα στα δόντια,
φωνάζεις:
«Πιέστε κακάο του Βαν-Γκούτεν!»

Κι αυτό το δευτερόλεπτο,
το βεγγαλικό
το δυνατό,
δεν θα το αντάλλαζα με τίποτε,
με τίποτε δεν θα…

Κι απ’ τον καπνό του τσιγάρου,
βαστώντας ποτηράκι του λικέρ
τεντώνεται το πιωμένο πρόσωπο του Σεβεριάνιν.

Και πώς τολμάτε να λεγόσαστε ποιητής
και, γκριζοπούλικος, να τιτιβίζετε, σαν ορτύκι!
Σήμερα
πρέπει
τη σιδερογροθιά
να κατεβάζεις στου κόσμο το κρανίο!

Εσείς,

που ανησυχείτε με μια μόνα σκέψη –
«χορεύω, άραγε, κομψά»,-
δείτε, πώς διασκεδάζω
εγώ –
ο τροφός κι ο χαρτοκλέφτης στις πλατείες
της πόρνης.

Από σας,
που από αγάπη γινόσασταν μούσκεμα,
το δάκρυ

των οποίων έτρεχε στις εκατονταετίες,
θα φύγω,
τον ήλιο μονόκλ
θα φορέσω στο ορθάνοιχτα ξεγυμνωμένο μάτι.

Απίθανα στολίζοντας τον εαυτό μου,
θα πάρω σβάρνα τη γη,

για να αρέσω και να καίγομαι,
ενώ πιο μπροστά
το Ναπολέοντα θα σέρνω μ’ αλυσίδα, σα mops σκυλί.

Και σύμπασα η γη θα ξαπλώσει σα γυναίκα,
τις σάρκες θα στριφογυρίζει, μπάρεμ, για να δοθεί
τα πράγματα θα ξαναζήσουν –
τα χείλη των πραγμάτων
θα ψελλίζουν:
«τσάτσα, τσάτσα,τσάτσα!»

Και ξαφνικά
τα νέφη
και το υπόλοιπο παν

συννεφιασμένο
ξεσήκωσε στον ουρανό ένα απίθανο κούνημα,
σάμπως να διαλύονται λευκοί εργάτες,
κηρύσσοντας κατά του ουρανού την απεργία.

Η βροντή πίσ’ απ’ τα σύννεφα, θεριό γινόμενη, ξεπρόβαλε,
τα τεράστια ρουθούνια της προκλητικά αδειάζοντας,
στον ουρανό ο ήλιος στραβομουτσούνιασε για μια στιγμή
με μια γκριμάτσα δριμύτατη ωσάν του σιδηρού Βίσμαρκ.

Και κάποιος,
που μπερδεύτηκε στων σύννεφων τα δεσμά,
άπλωσε χέρι προς το καφενείο-
σάμπως γυναικεία,
και σάμπως κάτι κάπως τρυφερά,
και σάμπως ο κιλλίβαντας του πυροβόλου.

Νομίζετε –
ότι ο ήλιος τρυφερούλικα
τρίβει τα μάγουλα του καφενείου;
Πάλι για να πυροβολήσει στασιαστές

θα καταφτάσει ο στρατηγός Γκαλιφέ!

Βγάλτε, οι βόλτες κόβοντας, τα χέρια από τις τσέπες

των παντελονιών-
αρπάξτε πέτρα, μαχαίρι ή βόμβα,
κι αν κάποιος δεν έχει χέρια –
ήρθε κι αυτός να χτυπηθεί με το μέτωπό του!

Ελάτε, οι ξεθεωμένοι από την πείνα,
οι καταϊδρωμένοι,
οι πειθήνιοι,
κι εκείνοι που μουχλιάσατε σε βόρβορο με ψύλλους!

Ελάτε!
Δευτέρες και Τρίτες
με αίμα να τις βάψουμε στις γιορτές!
Κι η γη με την απειλή μαχαιριών ας ξαναθυμηθεί
με προστυχιές ποιον ήθελε να λούσει!

Τη γη,
που παρα πάχαινε, σα γκόμενα,
και την αγάπησε πολύ ο Ρότσιλντ!

Για να φλυαρούν οι σημαίες στων πυροβολισμών τον πυρετό,
πως στις γιορτές της προκοπής –
ψηλά σηκώστε των φαναριών τους στύλους –
τα ματωμένα παχύσαρκα των κατεργάρηδων της πιάτσας.

Έλουσα με βρισιές πατόκορφα,
εκλιπάρησα,
έσφαξα,
έπεσα πάνω σε κάποιον
για να χώσω τα δόντια μου στης σάρκας τα πλευρά.

Στον ουρανό, κόκκινο, σα ‘Μασσαλιώτιδα’,
ανασκιρτούσε, το ηλιοβασίλεμα, ψοφώντας.

Σκέτη παραφροσύνη.

Δε θα συμβεί τίποτα.

Η νύχτα θα ρθει,
θα τσιμπήσει κάτι
και θα το φάει.

Βλέπετε –
ο ουρανός και πάλι ιουδαΐζει
με μια χούφτα ροκανισμένων από προδοσία άστρων;

Ήρθε.
Ωσάν Μαμάης ξεφαντώνει,
καθισμένος με τον πισινό του στην πόλη.
Τούτη τη νύχτα δε θα τη σπάσουμε με τα μάτια,
τη μαύρη σαν τον Αζέφ!

Πετάγομαι μ’ ορμή στων καπηλειών τις γωνίες,
με κρασί περιχύνοντας ψυχή και τραπεζομάντηλο
και βλέπω:
στη γωνία – δυο μάτια στρογγυλά,-
με τα μάτια της στην καρδιά μου ριζώθηκε η θεομήτωρ.

Τί να δωρίζει κανείς με στερεότυπα λάμψης

τον συρφετό των καπηλειών!
Βλέπεις – και πάλι
τον Βαραββά προτιμούν
από τον λουσμένο με φτυσίματα στο Γολγοθά;

Μπορεί κι εγώ, επι τούτου,
στο ανθρώπινο μίγμα
το πρόσωπό μου από κανένα να μην είναι πιο νέο.
Εγώ,
μπορεί,
να είμαι ο πιο όμορφος
απ’ όλα τα πλάσματά σου.

Δώσε σ’ αυτούς,
που μούχλιασαν στη χαρά,
στο σύντομο θάνατο του καιρού,
να γίνουν παιδιά, που πρέπει να μεγαλώσουν,
παιδιά οι πατεράδες,
δεσποινίδες οι γγαστρωμένες.

Και στους νιογέννητους δώσε να περιβληθούν
τα φιλοπερίεργα γκρίζα μαλλιά των μάγων,
και θα ‘ρθουν-
και θα βαφτίζουν τα παιδιά τους
μ’ ονόματα των στίχων των δικών μου.

Εγώ που τραγουδώ τις μηχανές και την Αγγλία,
μπορεί, απλώς,να είμαι
στο πιο συνηθισμένο Ευαγγέλιο
ο δέκατος τρίτος απόστολος.

Κι όταν η φωνή μου
ουρλιάζει χυδαία –
από ώρα σε ώρα,
ολόκληρο εικοσιτετράωρο,
μπορεί, ο Ιησούς Χριστός να μυρίζει
το ‘μη με λησμόνει’ της δικής μου ψυχής.

4

Μαρία! Μαρία! Μαρία!
Άφησέ με, Μαρία!
Δε μπορώ στους δρόμους να μένω!
Δε θες;
Περιμένεις,
κατά πως τα μάγουλα θα γκρεμιστούν σα λακκάκια,
δοκιμασμένος απ’ τους πάντες,
ανούσιος,
θα ρθω
και ξεδοντιασμένα θα μου ξεφύγει να σου πω,
ότι σήμερα είμαι
«καταπληκτικά τίμιος».

Μαρία,
βλέπεις –

άρχισα ήδη να καμπουριάζω.

Στους δρόμους
οι άνθρωποι το λίπος θα τρυπήσουν στις τετραώροφες

βρογχοκήλες,θα βγάλουν τα ματάκια τους,
σκουπισμένα στο σαραντάχρονο σούρσιμο,-
θα χαχανίζουν δεόντως,
ότι στα δόντια μου
– και πάλι!-
η ξερή φραντζόλα του χτεσινού χαδιού.

Η βροχή θρηνολογεί τα πεζοδρόμια,
με νερόλακκους στριμωγμένη η λωποδύτισσα,
βρεμένη, γλύφει τους δρόμους γεμισμένους
με το λιθόστρωτο των πτωμάτων,

ενώ στις γκρίζες βλεφαρίδες –
ναι!-
στις βλεφαρίδες των παγωμένων κρούσταλλων
τα δάκρυα από τα μάτια –
ναι!-
απ’ τα χαμηλωμένα μάτια των υδροσωλήνων.

Τους πεζοπόρους όλους τους ρούφηξε η μουτσούνα της βροχής,
ενώ στα πληρώματα στιλβωνόταν πίσω από τον παχύ αθλητή

ένας άλλος αθλητής
έσκαγαν οι άνθρωποι,
χορταίνοντας μέχρις εσχάτων,
κι η λίγδα έτρεχε από τις σχισματιές,
σάμπως θολό ποτάμι απ’ τα πληρώματα κυλούσε
μαζί με την πιπιλισμένη φραντζόλα
το μασούλισμα μπαγιάτικων κεφτέδων.

Μαρία!
Στο στρουμπουλό αφτί τους πώς να χώσω γαλήνια λέξη;

Το πουλί
ζητιανεύει τραγούδι,
ο ποιητής,
πεινασμένος και ηχηρός,
κι είμαι άνθρωπος, Μαρία,
απλός,
που με ξέρασε μια φθισική νύχτα στο ακάθαρτο χέρι

της Πρέσνιας.

Μαρία,παρόμοιο τον επιθυμείς;
Άνοιξέ μου,Μαρία!
Με των δακτύλων μου το σπασμό το σιδερένιο λάρυγγα

του κουδουνιού σου θα πατήσω.

Μαρία!

Τα βοσκοτόπια των δρόμων εξαγριώνονται.
στο λαιμό η πληγή απ’ την πατημασιά των δακτύλων.

Άνοιξέ μου!

Πονώ!

Βλέπεις – μπηγμένες
στα μάτια μου οι καρφίτσες από καπέλα γυναικών!

Μου άνοιξε.

Παιδούλα!
Μη φοβάσαι,
που στο βοδίσιο λαιμό μου

γυναίκες με ιδρωμένες κοιλιές κάθονται σαν μουσκεμένο βουνό,-

είναι που μες απ’ απ’ τη ζωή σέρνω

εκατομμύρια τεράστιων καθαρών ερώτων,
κι εκατομμύριο εκατομμυρίων από μικρά κι ακάθαρτα ερωτικά

μεράκια.

Μη φοβάσαι,
ότι και πάλι,
στης προδοσίας την κακοκαιρία,
θα κολλήσω σε χιλιάδες ομορφούλικα πρόσωπα,-
«που αγαπούν τον Μαγιακόφσκι!» –
αφού ολόκληρη δυναστεία από ενθρονισμένες βασίλισσες
βολεύτηκε στην καρδιά του τρελού.

Μαρία, έλα πιο κοντά!

Στην ξεγυμνωμένη αδιαντροπιά,
στο φοβισμένο τρέμουλο μπορεί,
αλλά δώσ’ μου των χειλιών σου την ανθισμένη γοητεία:
η καρδιά μου κι εγώ μήτε μια φορά δε ζήσαμε ως το Μάη,
ενώ στα χρόνια που έζησα
μόνον εκατοστός Απρίλης υπάρχει.

Μαρία!
Ο ποιητής με σονέτα τραγουδάει την Τιάνα,
ενώ εγώ –
από κρέας είμαι όλος,
μόνο άνθρωπος–
το σώμα σου απλώς παρακαλώ,
όπως παρακαλούν οι χριστιανοί –
«τον άρτον ημών τον επιούσιον
δος ημίν σήμερον».

Μαρία – δώσ’ μου!

Μαρία!
Φοβούμαι μην ξεχάσω τ’ όνομά σου,
όπως ο ποιητής φοβάται μην ξεχάσει
κάποια λέξη
που γεννήθηκε σε ολονύχτιες ωδίνες,
που το μεγαλείο της ισούται με το θεό.

Το σώμα σου
θα το φυλάγω και θα το αγαπώ,
όπως ο στρατιώτης,
κατακρεουργημένος στον πόλεμο,
άχρηστος,
κανενός,
φυλάγει το μοναδικό του πόδι.

Μαρία–
Δε θες;
Δε θες!

Χα!

Δηλαδή -και πάλι
στα σκοτεινά και με σκυμμένο το κεφάλι
θα πάρω την καρδιά μου,
στα δάκρυα θάβοντάς την,
θα την κουβαλάω,
όπως το σκυλί,
σέρνει

στο κονάκι
το πόδι που πάνω του πέρασε τρένο.

Με αίμα της καρδιάς χαροποιώ το δρόμο,
με άνθη θα κολλήσει του αμπέχονου η σκόνη.
Χίλιες φορές θα χορέψει Ηρωδιάδα
ο ήλιος τη γη –
το κεφάλι του Βαπτιστή.

Κι όταν η ποσότητα των χρόνων μου
θα χορέψει ως το τέλος –
μ’ εκατομμύριο σταλιές του αίματος το ίχνος θα στρωθεί
στο πατρικό μου σπίτι.

Λέτσος

θα βγω (από διανυκτερεύσεις σε χαντάκια),
θα σταθώ πλευρό με πλευρό,
θα σκύψω
και θα του πω στ’ αφτί:

-Ακούστε με, κύριε θεέ!
Πώς δε βαριέστε
σε σαλέπια από σύννεφα
να μουσκεύετε καθημερινά τα καλοκάγαθα μάτια;

Ελάτε – ξέρετε –
να φτιάξουμε καρουσέλ
στο δέντρο σπουδής του καλού και του κακού!

Ο πανταχού παρών,θα είσαι σε κάθε σερβάντα,
και τέτοια κρασιά θ’ αραδιάσουμε στο τραπέζι,
για να θελήσει να περάσει κανείς γυαλιά

στο σκυθρωπό Απόστολο Πέτρο.
Στον παράδεισο θα μπάσουμε ξανά τις Ευούλες:
διάταξε,-
σήμερα κι ετούτη τη νύχτα
απ’ όλες τις λεωφόρους θα σου κουβαλήσω

τις πιο όμορφες κοπέλες.

Θέλεις;

Δε θέλεις;

Κουνάς το κεφάλι σου πέρα δώθε, αναμαλλιάρη;
Τα γκρίζα φρύδια σουφρώνεις;
Θαρρείς-
πως αυτός,
ο από πίσω σου φτερωτός,
ξέρει τι είναι αγάπη;

Άγγελος είμαι κι εγώ, ήμουνα τέτοιος-
ζαχαρωτό προβατάκι φαινόμουν,
αλλά δε θέλω πια να χαρίζω στις φορβάδες
λαξευτά βάζα από πορσελάνη της Νίκαιας.
Πανίσχυρε, εσύ σκαρφίστηκες τα δυο χέρια,
έκαμες,
ώστε στον καθένα να υπάρχει κεφάλι,-
και γιατί να μην σκαρφιστείς,
χωρίς βάσανα
να φιλούμε, να φιλούμε, να φιλούμε;!

Νόμιζα, ότι παντοδύναμος θεόρατος θεός είσαι,
και συ να είσαι ημιμαθής, μικρούτσικος θεούλης.
Βλέπεις,σκύβω,
πίσω απ’το λαιμό της μπότας
πιάνω της μπότας το μαχαίρι!

Χαμένα κορμιά φτερωτά!
Στριμωχτείτε στον παράδεισο!
Σηκώστε των φτερών τα πούπουλα στο τίναγμα του φόβου!
Κι εσένα, τον ποτισμένο με λιβάνι,θα ξεσκεπάσω
από δω ίσαμε την Αλάσκα!

Αφήστε με!

Δε θα με σταματήστ’ εμένα.
Ψέματα λέω,
να έχω, άραγε,δικαίωμα,
αλλά δε μπορώ να είμαι ήσυχος.
Κοιτάξτε –

τ΄ άστρα τ’ αποκεφάλισαν πάλι
και μάτωσαν τον ουρανό με μακελειό!

Ε, σεις!
Ουρανοί!
Το καπέλο βγάλτε!
Βαδίζω εγώ!

Κουφή σιωπή.

Το σύμπαν κοιμάται,
αποθέτοντας στο χέρι

το τεράστιο αφτί με τη μέγγενη των άστρων.

[1914 – 1915]

Απόδοση – μετάφραση από το πρωτότυπο

Γιάννης Μότσιος

Πεδινή Ιωαννίνων, 4/3/2015

Σημειώσεις:

«Το ποίημα που άρχισε το 1913 – 1914 ως επιστολή,αρχικά ονομαζόταν «Δέκατος τρίτος απόστολος». Όταν μ’ αυτό το ποίημα πήγα στη λογοκρισία, με ρώτησαν: «Μα τί λέτε, σας ενδιαφέρουν, μήπως, τα κάτεργα;» Κι εγώ απάντησα: σε καμία περίπτωση,αυτό δε θα με βόλευε με τίποτα. Τότε έσβησαν από το γραπτό μου έξι σελίδες, συμπεριλαμβανομένου και του τίτλου. Σαν λέω από πού προέκυψε ο τίτλος. Με ρώτησαν πώς μπορώ να συνδυάζω το λυρισμό με την τόση σκληράδα, τραχύτητα. Τότε τους είπα: «Εντάξει, θα είμαι, αν θέλετε, σαν λυσσασμένος, αν θέλετε, όμως, θα είμαι ο πιο τρυφερός, όχι άντρας, αλλά σύννεφο με παντελόνια» (Μάρτης 1930, από ομιλία του στο Μέγαρο της Κομσομόλ στην Κόκκινη Πρέσνια).

Στον πρόλογο της έκδοσης του 1918 ο Μαγιακόφσκι έγραψε:Το «Σύννεφο με παντελόνια» (πρώτη ονομασία «Δέκατος τρίτος απόστολος» που την έσβησε η λογοκρισία. Δεν την αποκαθιστώ. Συνήθισα),το θεωρώ κατήχηση της σημερινής τέχνης «Κάτω η αγάπη σας», «Κάτω η τέχνη σας», «Κάτω το κοινωνικό σας σύστημα», «Κάτω η θρησκεία σας» – τέσσερεις κραυγές των τεσσάρων μερών του ποιήματος.

Χίμαιρες του Καθεδρικού ναού της Θεομήτορος – είναι τα αγάλματα των μυθικών τεράτων στο κτίριο του ναού.

Τζοκόντα -το διάσημο έργο του Λεονάρντο ντα Βίντσι: η γυναικεία προσωπογραφία. Το 1911 την είχαν κλέψει από το μουσείο του Λούβρου. Το 1913 επιστρέφει στο μουσείο.

Πομπηία – πόλη που βρισκόταν στους πρόποδες του ηφαιστείου του Βεζουβίου και καταστράφηκε στον 1 ο αιώνα από την έκρηξή του.

Λουζιτανία – επιβατικό καράβι που το ανατίναξε Γερμανικό υποβρύχιο στις 7 Μαΐου 1915 και κάηκε σε ανοιχτή θάλασσα.

Ζαρατούστρας – μυθικός δημιουργός θρησκείας στην αρχαία Περσία. Ο Μαγιακόφσκι το χρησιμοποιεί με την προσηγορική σημασία του ονόματος: κήρυκας.

Λεπροκομείο – απομονωμένος χώρος για τους λεπρούς.

Ακροατήρια του Γολγοθά – ο Μαγιακόφσκι έχει υπόψη του το ταξίδι του σε πόλεις της Ρωσίας στα τέλη του 1913 – αρχές του 1914, όταν η αστική δημοσιογραφία χλεύαζε τις ομιλίες του.

Μπουρλιούκ, Νικολάι Νταβίντοβιτς, 1890-1920 – Ρώσος ποιητής που ήταν μονόφθαλμος.

«Πιέστε κακάο του Βαν-Γκούτεν!» -καταδικασμένος σε θάνατο συμφώνησε να φωνάξει την ώρα της εκτέλεσής του την παραπάνω διαφημιστική φράση, για την οποία υποσχέθηκαν στην οικογένεια του καταδικασμένου σημαντική χρηματική αμοιβή.

Γκαλιφέ – ο στρατηγός που με ιδιαίτερη σκληρότητα εξόντωσε τους οπαδούς της Κομμούνας του Παρισιού το 1871.

Σεβεριάνιν, Ίγκορ – 1887-1941, Ρώσος ποιητής.

Ωσάν Μαμάηςξεφαντώνει,
καθισμένος με τον πισινό του στην πόλη.

Λόγος γίνεται για τους νικητές που γλεντοκοπούσαν, καθήμενοι σε σανίδια, τοποθετημένα πάνω στα πτώματα ηττημένων νεκρών τους. Στην πραγματικότητα όμως κατ’ αυτό τον τρόπο συμποσίαζε όχι ο Χάνος Μαμάης της Χρυσής Ορδής, αλλά οι ανώτατοι αξιωματούχοι του Τσενγκίς Χαν μετά τη μάχη επί του ποταμού Κάλκα, όπου έσφαξαν το 1223 όλους τους αιχμαλώτους.

Αζέφ, του κόμματος των Εσσέρων. Το όνομά του εξισώθηκε με την προδοσία και τους προδότες.

Πρέσνια, οδός στο ευρύτερο κέντρο της Μόσχας όπου ζούσε ο Μαγιακόφσκι.

Τιάνα – ηρωίδα από ποίημα του Ίγκορ Σεβεριάνιν.

Κι-κα-πού, χορός του συρμού της εποχής.

λαξευτά βάζα από πορσελάνη της Νίκαιας. Βάζα από το πολύ φημισμένο εργοστάσιο στη Νίκαια (του Γαλλικού Νότου).

Ε Π Ι Λ Ο Γ Ο Σ

Η νέα μετάφραση του συνθετικού ποιήματος του Μαγιακόφσκι με τον τίτλο «Σύννεφο με παντελόνια», θα μπορούσε να εκληφθεί ως μεταφραστικό θράσος, αφού υπάρχει εκείνη του Γιάννη Ρίτσου. Κι άλλες κανα δυό.

Θέλω, όμως, να κάνω μια διευκρίνιση.

Ο Ρίτσος απέδωσε τους στίχους όχι άμεσα από το πρωτότυπο, γιατί δεν ήξερε Ρωσικά, αλλά από κατά λέξη μετάφραση ή από άλλη γλώσσα. Με την ποίηση και με το δοκίμιο του Μαγιακόφσκι ασχολούμαι πάνω από 60 χρόνια. Τον διαβάζω κι απολαμβάνω τη γλώσσα και το ύφος του στο πρωτότυπο. Έχω μεταφράσει και δημοσιεύσει αρκετούς από τους στίχους του. Αλλά μόνο τώρα, στην ηλικία των 85 μου χρόνων, αποφάσισα να καταπιαστώ μ’ αυτό το ποίημα, το τόσο δύσκολο ακόμα και για την απλή ανάγνωσή του. Εννοώ τις δυσκολίες όχι μόνο της κατανόησης των στίχων, αλλά, ίσως, πιο πολύ το δυσκολότατο της εξοικείωσης με το ύφος, το τόσο πρωτόγνωρο κι ανεπανάληπτο. Θεωρώ, ότι ο ποιητής δεν αποτεινόταν στους αναγνώστες της εποχής του, αλλά του μέλλοντος που δεν έφτασε ακόμα μήτε στις μέρες μας. Και δεν εννοώ τόσο την ενεργή συμμετοχή του στο κίνημα των φουτουριστών (των ‘ποιητών του μέλλοντος’), όσο τα καλλιτεχνικά αποτελέσματα της ποιητικής του γραφής.

Η μετάφραση αυτών των στίχων είναι έργο και τόλμης (παράτολμου εγχειρήματος), αλλά και σιγουριάς ως προς το αποτέλεσμα, αφού δεδομένη θεωρώ την ακριβέστερη απόδοσή του από το πρωτότυπο. Οι αντιδράσεις των πρώτων αναγνωστών του ποιήματος από το χειρόγραφο με ενθαρρύνουν για περαιτέρω ενέργειες που σχετίζονται με την έκδοσή του. Που μάλλον θα την προγραμματίσω.

Η μετάφραση του συνθετικού ποιήματος του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι κράτησε πάνω από μήνα. Δουλεύοντας σε καθημερινή βάση. Απόλαυσα την απίστευτη δυσκολία της απόδοσης. Το εξονυχιστικό ψάξιμο για τη μεταφορά της κάθε λέξης από τα Ρωσικά στη γλώσσα μου. Και προπαντός – για τη μεταφορά των νεολογισμών του όχι μόνο σε επίπεδο λέξεων, αλλά κυρίως στη δυσκολία της απόδοσης των ποιητικών εικόνων και των ποιητικών παραστάσεων. Εννοείται με τη μέριμνα των κινήσεών μου στο οικείο κλίμα της ποιητικής του τέχνης. Πράγμα πολύ δύσκολο για να μην πω σχεδόν αδύνατο. Το προσπάθησα για να πετύχω τα μέγιστα: για το ποίημα, αλλά όχι λιγότερο και για μένα.

Με το πέρας της μετάφρασης ένιωσα ότι ανέβηκα πιο ψηλά, απ’ ότι ήμουν πριν. Στην ποιητική θεώρηση του κόσμου από μια νέα σκοπιά. Στις δυνατότητες που παρέχει η ελεύθερη διαπραγμάτευση νέων ποιητικών μοτίβων που οδηγεί στην ανακάλυψη μιας εντελώς και εξίσου νέας αντιστοιχίας ανάμεσα στη σύλληψη της πρωταρχικής ιδέας (νοήματος) και την χειροπιαστή καλλιτεχνική ενσάρκωσή της.

Η σύζευξη του αγοραίου με το υψηλό, του άγαρμπου με τη λεπτο λόγο καλλιέργεια της λεπτομέρειας, του τρυφερού χαδιού της ανθρωπιάς, της καλοσύνης και της αγάπης με τα βροντερά χαστούκια προς τους κακόγουστους μικροαστούς, αποδίδει με ζηλευτή συνέπεια τη διάσταση ανάμεσα στο προσωπικά αποδεκτό με το προσωπικά κατακριτέο, κι επομένως απορριπτέο. Το νέο που θέλει να δημιουργήσει ο ποιητής, προετοιμάζοντας τη γέννηση τού ηθικά και κοινωνικά καινούριου κόσμου – κοινωνίας, και το παλιό που πολεμάει με πείσμα και με συνέπεια. Αυτήν τη συνέπεια πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή ο Μαγιακόφσκι. Δεν την άντεξαν και δεν τον συγχώρεσαν μήτε οι φορείς του νέου που κλήθηκε να δημιουργήσει η σοβιετική εξουσία με όλα τα παρακλάδια της: ομαδικά και ατομικά. Αυτοί, σε τελική ανάλυση, του δημιούργησαν την αποπνικτική ασφυξία για ελεύθερη έκφραση και δράση που τόσο επεδίωκε ο ποιητής μέσω του έργου του και των προσωπικών του παρεμβάσεων. Με τη θλίψη και την κατάθλιψη που τον καταπλάκωσε από το γεγονός, ότι και οι νέοι άνθρωποι, του νέου και δικού του κοινωνικού συστήματος, του πρώτου στην ιστορία της ανθρωπότητας σοσιαλισμού, αποδείχτηκαν κατώτεροι της εποχής τους με τα εντελώς νέα ανοίγματά της, ανίκανοι να κατανοήσουν την ίδια τηνποίησή τους – τη δική τους 100%. Την αληθινή ποίηση ενός καινούριου κόσμου που δεν έφτασε ακόμα. Που κίνησε κι έρχεται. Μάλλον ολοταχώς.

Ο Μαγιακόφσκι ανήκει σε κείνους τους μεγάλους λογοτέχνες που, όταν νιώθουν, ότι έχουν εξαντλήσει σχεδόν πλήρως κάθε μέσο και κάθε μορφή διαλόγου με τους ανθρώπους και τους επίσημους φορείς της εποχής τους, φεύγουν εθελοντικά από το σήμερα, κερδίζοντας την εύνοια και την κατανόηση των ανθρώπων και των επίσημων φορέων του μέλλοντος. Προς εκείνη τη μεριά είναι στραμμένα τα μάτια τους, όντας σίγουροι, ότι εκείνοι οι άγνωστοι- γνωστοί όχι μόνο θα τους καταλάβουν, αλλά θα είναι ανοιχτοί, καλοπροαίρετοι και πρόθυμοι στον συνεχή κι ανεξάντλητο διάλογο ποίησης και κοινού με στόχο το ανέβασμα ψηλότερα ολόκληρης της κοινωνίας που αποβλέπει στην προσφορά του πολιτισμού και δέχεται ως δικές της τις μεγάλες αξίες της. Με τη δυνατότητα της κοινής πορείας στους δύσκολους δρόμους της ζωής ατόμου και κοινωνικού συνόλου. Και προπαντός με την ευκταία έως τη δελεαστική προσπάθεια νέων αποκαλύψεων και ανακαλύψεων, όσων παραμένουν ακόμα άγνωστα στα περιθώρια των ήχων, των σιωπών και προπαντός των ανολοκλήρωτα διαβασμένων στίχων.

Είχα την τύχη, το 1959, φοιτητής στο πέμπτο έτος της Φιλολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Κιέβου, να ακούσω με τα αυτιά μου την αυτοκριτική ενός από τους πιο βδελυρούς εν ζωή επικριτές του Μαγιακόφσκι: τον Γερμίλοφ, που τον αναφέρει πολλές φορές στο έργο τουο Μαγιακόφσκι. Σηκώθηκα από τη θέση μου και ρώτησα: -Καλή η αυτοκριτική σας, σύντροφε Γερμίλοφ, αλλά άχρηστη. Με τον τρόπο σας συντελέσατε στην ακραία απόφαση της μοναδικής επιλογής που αφήσατε για τον μεγάλο Ποιητή. Μόνο γι’ αυτό θα σας θυμούνται οι σημερινές και προπαντός οι κατοπινές γενιές. Οι κριτικές σας είναι εξοντωτικές και με πολλή κακία, αλλά δεν κράτησαν τίποτε από την αντικειμενική και γόνιμη δημοσιογραφική παρέμβαση.

Ο Όμηρος (οι Όμηροι) έγραψε μόνο δυο επικά συνθετικά ποιήματα. Οι εργασίες για την Ιλιάδα και την Οδύσσεια δεν μετριούνται όχι μόνο στα δάχτυλα των τεσσάρων άκρων του ανθρώπινου σώματος, αλλά είναι αδύνατο να τα συγκρατήσει ακόμα και η μεγαλύτερη ως σήμερα και, ίσως, διαβολική σε δεινότητα μνήμη, μήτε και η πλουσιότερη ανθρώπινη φαντασία. Την ίδια καλή τύχη θα έχει το έργο και η πανέμορφη ζωή του Μαγιακόφσκι. Με το εύρος και τους θησαυρούς της έντονης κι αποτελεσματικής δράσης του. Ίσως η κοινωνική αποτελεσματικότητα έργου και δράσης του να ενόχλησε σφόδρα ανθρώπους και φορείς που εξίσωναν τον σοσιαλισμό με τις προσωπικές τους επιλογές, γι’ αυτό και βιάστηκαν (έμμεσα, αλλά με ακρίβεια στόχευσης) να τον πάρουν από τη μέση: από το επίκεντρο των νέων κοινωνικών και αισθητικών διεργασιών.

15.08.2015