Scroll Top

Giorgos Panaguiotidis (Version castellana: Giorgos Hatzitriantafillou)

Descripción pequeña de piso

Mi última compañera de vida, sola
una mosca de otoño, exigua, incomprensible
se sienta en mi escritorio sin razón
a veces vuela en torno a la lámpara

a la ventana, no, no llega jamás allí
abandonarme y marcharse no es capaz
fuera tal vez las nubes sean aún más densas

día prolongado y pensamiento apagado
más allá del piso mío llegan interferencias
a la radio, a la tele imagen congelada

mis pertenencias todas subestimadas por la mosca esa
el sofá cómodo, el suelo -mosaico excelente-
el dormitorio de líneas simples -madera de roble-
los electrodomésticos que me compré a plazos

mi escritorio patas arriba es lo que prefiere,
haya que una vez sacerdotes daban sus oráculos
interpretando el susurro de su follaje,

y los cristales baratos de la lámpara,
mis sobras es lo que en efecto quiere
y mi presunción mofada por la mosca

a la ventana no, no llega jamás allí
abandonarme y marcharse no es capaz
así que me evoca de modo exiguo e incomprensible

por su vuelo en torno a la lámpara
cada esfuerzo mío, todos mis ciclos
recorridos por cosas deslumbrantes
y todos mis versos escritos por sobras ajenas.

*

Μικρή περιγραφή διαμερίσματος

Τελευταία σύντροφος μου στη ζωή, μόνη
μια μύγα φθινοπωρινή, ισχνή, ακατανόητη
κάθεται πάνω στο γραφείο μου δίχως σκοπό
κάποτε πετάει γύρω από το φωτιστικό

στο παράθυρο, όχι, δεν φτάνει ποτέ εκεί
να μ’ εγκαταλείψει και να φύγει δεν είναι ικανή
έξω η συννεφιά ίσως είναι ακόμη πιο πολλή

ημέρα μακρυσμένη και σκέψη σκοτισμένη
πέρα από το διαμέρισμά μου φτάνουν παράσιτα
στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση εικόνα παγωμένη

τα υπάρχοντά μου όλα τα περιφρονεί η μύγα αυτή
τον άνετο καναπέ, το δάπεδο -εξαίσιο μωσαϊκό-
την απλών γραμμών κρεβατοκάμαρα -ξύλο δρυός-
τις ηλεκτρικές συσκευές που αγόρασα με δόσεις

το ακατάστατο γραφείο μου είναι που προτιμάει,
οξιά που κάποτε ιερείς έδιναν τους χρησμούς τους
ερμηνεύοντας των φύλλων της το θρόισμα,

και τους φτηνούς κρυστάλλους του φωτιστικού,
τ’ αποφάγια μου δηλαδή είναι που αγαπάει
και την ξιπασιά μου που περιγελάει η μύγα

στο παράθυρο όχι, δεν φτάνει ποτέ εκεί
να μ’ εγκαταλείψει και να φύγει δεν είναι ικανή
κι έτσι μου υπενθυμίζει ισχνά, ακατανόητα

με το πέταγμά της γύρω απ’ το φωτιστικό
την κάθε προσπάθειά μου, όσους διέγραψα
κύκλους γύρω από πράγματα γυαλιστερά
κι όσους έγραψα στίχους με άλλων αποφάγια.

* * *

Narración inversa 

En la mesa de madera tallada de la abuela
se alzaba el reloj despertador de cuerda
su rojo giraba minutero
como si contara las gotas
del grifo vetusto que goteaba su agua
dentro de la pila de fregar de zinc
que no se desperdicie, llenaba la casa de golpeteos
canciones tejían los dedos de la abuela
del nieto pequeño que contaba y giraba
en torno a la mesa de época pasada
y crecía a cada paso suyo
cada minuto goteado a la pila-abrazo

se fundirán las manos de la abuela
el corazón de zinc lámina en el despertador
su minutero metrónomo
el moho que recibe las gotas
señal de que el grifo derrocha su agua
se campanea de luto dentro de la pila
algo se desperdicia con todo golpeteo ese
oráculos contados por piñones y dedos
a quién podía despertar el reloj que giraba
en torno al nieto pequeño y la mesa
al dilatarse de repente -¿ha sido un paso?-
para caerse él también al abrazo de la muerte

*

Ανάδρομη αφήγηση

Στο ξυλόγλυπτο τραπέζι της γιαγιάς
στεκόταν το κουρδιστό ρολόι ξυπνητήρι
ο κόκκινος γύριζε λεπτοδείκτης του
και θαρρείς μετρούσε τις σταγόνες
της παλιάς βρύσης που έσταζε το νερό της
στου νεροχύτη μέσα το τσίγκινο σκαφίδι
να μην πάει χαμένο, γέμιζε το σπίτι κτύπους
τραγούδια πλέκανε της γιαγιάς τα δάχτυλα
του μικρού εγγονού που μετρούσε και γύριζε
γύρω από το περασμένης εποχής τραπέζι
και μεγάλωνε με κάθε του βήμα
κάθε λεπτό που στάλαζε στο σκαφίδι-αγκαλιά

θα λιώσουνε τα χέρια της γιαγιάς
η τσίγκινη καρδιά έλασμα στο ξυπνητήρι
ο μετρονόμος λεπτοδείκτης του
η σκουριά που υποδέχεται τις σταγόνες
σημάδι πως σπαταλάει η βρύση το νερό της
καμπανίζει πένθιμα μέσα στο σκαφίδι
κάτι πάει χαμένο μ’ όλους αυτούς τους κτύπους
χρησμούς λέγανε γρανάζια και δάχτυλα
ποιον μπορούσε να ξυπνήσει το ρολόι που γύριζε
γύρω από τον μικρό εγγονό και το τραπέζι
με μια αιφνίδια διαστολή -έκανε ένα βήμα;-
στου θανάτου να πέσει κι αυτό την αγκαλιά.

* Ο Γιώργος Χατζητριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Είναι αριστούχος του τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου με μετεκπαίδευση στην Επαγγελματική Μετάφραση (ΙΣΠ-ΕΛΛ & ΕΛΛ-ΙΣΠ). Ασχολείται με τη διδασκαλία της Ισπανικής ως ξένη γλώσσα (ELE) και τη λογοτεχνική μετάφραση.

https://perianagnosis.blogspot.com/

https://www.facebook.com/perianagnosis/

* Πίνακας:Παιδί που καπνίζει / Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904)