Scroll Top

Κλεοπάτρα Λυμπέρη


Cleopatra Lymperi (Chalkis, Greece) is a member of the Hellenic Authors Society and of the Poets’ Circle. She writes poetry, prose, essays, book reviews and translates from English language. She studied Music (Greek Conservatory) and Painting (Athens School of Fine Arts), and has also had free studies on Philosophy. She got published 15 books (of which six are poetry) and has translated Allen Ginsberg, Norman Mailer, Sylvia Plath, Ann Sexton, Radomir Andrich, Βecir Vucovits, Balcan Poets, Bengalian poets, etc. Her essays and poems can be fount in greek and foreign literature magazines. She worked as a book reviewer for the newspaper “Eleutherotypia”.


Η Kλεοπάτρα Λυμπέρη είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Γράφει ποίηση πρόζα, δοκίμιο, κριτική βιβλίου και μεταφράζει από τα αγγλικά. Έχει κάνει σπουδές στη Μουσική (Ελληνικό Ωδείο), τη Ζωγραφική (Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών) και ελεύθερες σπουδές στη Φιλοσοφία. Έχει εκδόσει 15 βιβλία (εκ των οποίων τα 6 ποιητικά) και έχει μεταφράσει Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Νόρμαν Μέηλερ, Σύλβια Πλαθ, Ανν Σέξτον, Ράντομιρ Άντριτς, Μπεσίρ Βούκοβιτς, Βαλκάνιους ποιητές, Ποιητές της Βεγγάλης, κ.α.. Δοκίμια και ποιήματά της υπάρχουν σε ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά. Εργάστηκε σαν κριτικός βιβλίου στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.

* * *


The lovers in the park hanged from the black nets
of noon.
Birds-aviators were flying by
spring was naming its blossoms.
This is how life becomes beautiful,
absent a grandiose scheme, said the woman,
in the simple moment
an eternal flower is looking at us.

She would cut the bread (carve time?)
blackbirds and sparrows nibbled at the tiny crumbs
eating endurance from her hand.
Then, the lovers in the wild park
touched lips and that is precisely why
they ever existed.

The world within us is changing, the sensation too,
the same human being in the same circumstances
sees differently.
Love brings rustles and caresses
and sometimes in sudden words
it roars: Ι am
closer than death.

Whereas leaves, plants, oleanders,
are a society of dissimilar creatures in similar
patterns – said the woman.



Οι εραστές μέσα στο πάρκο, από τα μαύρα δίχτυα
του μεσημεριού.
Πέρναγαν τα πουλιά-αεροπόροι
η άνοιξη ονόμαζε τα άνθη της.
Έτσι ομορφαίνει η ζωή, με απουσία μεγαλεπήβολου
σχεδίου, είπε η γυναίκα, μες την απλή στιγμή
ένα παντοτινό λουλούδι μας κοιτάζει.

Έκοβε το ψωμί εκείνη (τεμάχιζε τον χρόνο;)
έτρωγαν ψιχουλάκια τα κοτσύφια τα σπουργίτια
από το χέρι της, έτρωγαν διάρκεια.

Μετά, οι εραστές στο μαύρο πάρκο
άγγιξαν τα χείλη και γι’ αυτό ακριβώς,

Μεταβάλλεται μέσα μας ο κόσμος, η αίσθηση,
ο ίδιος άνθρωπος στις ίδιες συνθήκες βλέπει αλλιώς.
Ο έρως φέρνει χάδια και θροϊσματα,
κι άλλοτε με λέξεις ξαφνικές
βρυχάται: είμαι
εγγύτερος του θανάτου.

Ο έρως ενώνει δυο κόσμους ανόμιους
κι ας γκρεμίζεται μέσα του ο πάντα αταίριαστος.
Ενώ τα πεύκα, οι κισσοί, τα κυπαρίσσια,
είναι μια κοινωνία ανόμοιων πλασμάτων σε
ομόλογη διάταξη – είπε η γυναίκα.

* * *


Vanity looks down on things; invites me
to the ceiling, in a secret meeting; to bind me
to itself in flesh and bones
(to strip me from my essence?)

Vanity is easy to chew (I’m between its teeth too,
I’ve got a chosen fate) facing the empty plate,
I slowly become a shell
οf empty life.

Vanity looks down on things. Equally high,
α fly feigns height, wings around all corners,
until it finds a special place, a prominent place,
a stance of supremacy.

If vanity gazes at me, it’s because I don’t know
wholeness yet. As long as I am lacking,
vanity will invite me, I will invite it back
to my barren sky; I will hang it off the meanders,
like a symbol of superior life.

Holly things lay on the floor, for they are humble.
On the ceiling, knights, lovers, soldiers in borderlands,
winged, sword-carrying – of my belly, my kidneys,
my war-cries. Although high up,
being in love is usually a descent.
So is vanity.


Η φιλοδοξία κοιτάζει από ψηλά· με προσκαλεί στο
ταβάνι, σε μυστική συνάντηση· με σάρκα και οστά
μαζί της να δεθώ
(να γυμνωθώ απ’ την ουσία μου;)

Η φιλοδοξία μασιέται εύκολα (είμαι κι εγώ στα
δόντια της, μ’ έχει διαλέξει) μπροστά στο άδειο πιάτο
σιγά σιγά γίνομαι κέλυφος
άδειας ζωής.

Η φιλοδοξία κοιτάζει από ψηλά. Στο ίδιο ύψος, μια
μύγα υποδύεται το ύψος, πετά σε όλες τις γωνιές
μέχρι να βρει μια θέση ειδική, θέση περιωπής
στάση υπεροχής.

Αν η φιλοδοξία με κοιτά, είναι γιατί ακόμα δεν γνώρισα
το πλήρες. Όσο υπολείπομαι, θα με καλεί, θα την
καλώ στο γύψινο ουρανό μου· στους μαιάνδρους
σαν σύμβολο ζωής υπερτέρας
θα την κρεμώ.

Στο πάτωμα ξαπλώνουν τα ιερά, καθότι ταπεινά. Στο
ταβάνι, ιππότες εραστές, στρατιώτες σε παραμεθόριες
περιοχές, φτερωτοί, με σπαθί –κοιλίας, νεφρών
και αλαλαγμών μου. Αν και ψηλά
ο έρωτας συνήθως είναι κάθοδος.
Η φιλοδοξία ομοίως.

Μετάφραση στα αγγλικά Τατιάνα Σεργιάδη