Scroll Top

Ξενιτιά λέξη πικρή / Migrazione parola amara – Πέντε ποιήματα δίγλωσσα της Αλεξάνδρας Ζαμπά

Η ιταλική ανθολογία αφορά την γυναικεία μετανάστευση στην Ιταλία. Συλλέγει ιστορίες και ποιήματα 21 συγγραφέων από διάφορα μέρη του κόσμου οι οποίες γράφουν ποιήματα στην ιταλική γλώσσα. Μεταξύ τους και η κύπρια συγγραφέας Αλεξάνδρα Ζαμπά. Η ανθολογία εντός από τα ποιήματα, αναφέρεται στους λόγους του ταξιδιού, και τις ψυχοκοινωνικές διαστάσεις της προσφυγικής συνθήκης.

Ξενιτιά λέξη πικρή / Migrazione parola amara

 

Ό,τι απέμεινε απ’ το ταξίδι

έμεινε το χέρι της άθικτα σηκωμένο
κάθε βράδυ να χτυπά το παράθυρο

η μάνα μου έμεινε
με τεντωμένο τ’ αυτί για χρόνια
όρθια να καρτερά στη πόρτα
ήταν η γιορτή της – ήταν καθημερινή

όπως κάθε μέρα, η οποιαδήποτε μέρα

το βλέμμα μου πάντα προς την πόρτα
να τρέχω με την καρδιά στο στόμα
να την προλάβω που μπαίνει, ν’ ακούσω το γέλιο της
να της στεγνώσω τα δάκρυα

η μάνα μου δεν ήταν,
μήτε ο ταχυδρόμος

Quello che resta del viaggio

rimase alzata intatta la sua mano
a bussare ogni notte alla finestra

mia madre rimase
con l’orecchio teso per anni
dritta sugli stipiti ad aspettare
era la sua festa era un giorno qualunque

come ogni giorno ogni giorno qualunque

il mio sguardo rivolto alla porta
con il cuore in bocca a correre
per vederla arrivare, sentirla ridere
asciugarle le lacrime

lei, non era lei, nemmeno il postino

*

Στα ξένα

το ταξίδι ήταν βέλος
τρελό να σχίζει τα βουνά

μερικά σπίτια κι ένα δέντρο
έσβηναν μοναξιασμένα
διψασμένα για φως

η καρδιά σ΄ αναβρασμό
κύματα αχαλίνωτης θάλασσας

σε αναζήτηση κάποιας εξήγησης
κάποιες εικόνες τρέφουνε
μια νέα παράσταση στα γρήγορα

ένα ταξίδι ξαναρχίζει
κάθε μέρα ως τη σιωπή της νύχτας

τα όνειρα μετράνε τις απουσίες
μέχρι το ξέσπασμα του νέου πρωινού,
μια αλαργινή περιπλάνηση στη γη της επαγγελίας

με την πάροδο του χρόνου μόλις που ξεχωρίζεις
κάποια φώτα
και το κατώφλι του σπιτιού.

Andar lontano

il viaggio era la freccia
folle volo a strappare i monti

sfumavano solitarie
alcune case e un albero
assetati di luce

il cuore in tumulto
onde lunghe di un mare famelico

alla ricerca di una spiegazione
immagini che nutrono
la nuova recita affastellata

un viaggio che si riprende
ogni giorno fino al silenzio del buio

i sogni a contare le assenze
fino allo scoppio del nuovo mattino
lungo andare verso la terra promessa

nel tempo si intravedono a malapena
alcune luci e la soglia di casa.

*

Εκτός ορίων

το παρελθόν παραμένει
στον λάρυγγα
σαν σύνορο υπέρβασης
λέξη μοναξιασμένη στα δόντια
να την μηρυκάζεις ατέρμονα

γεύση γάλακτος
μυρωδιά χλόης

μια άλλη λέξη σχηματίζεται στα δόντια
μια άλλη άγνωστη λέξη προχωρά
κατευθύνεται γοργά στο μέλλον
μεγαλώνει
εξελίσσεται
υπερχειλίζει

οι λέξεις στυλοβάτες
ξεπερνούν τα όρια

Sconfinamento

sulla laringe resta il passato
un confine da superare
parola solitaria tra i denti
masticare ruminare senza fine

sapore di latte odore d’erba

un’altra parola si forma tra i denti
un’altra parola sconosciuta avanza
verso il futuro si dirige veloce
cresce evolve sconfina

le parole tengono l’asta saltano i confini

*

Ζητιανεύουν βλέμματα τα μάτια μου

ερημικές φιγούρες
σ’ ένα άλμπουμ
λέξεις εγκλωβισμένες
συμπυκνώνονται
σε μια γκριμάτσα
η συγκίνηση τρέμει
στα βλέφαρα
αφήνει τον ορίζοντα
σε πτώση
χρωματιστές κορδέλες λέξεων σβήνουν
πεταγμένες στο βυθό οδύρωνται
άλλες λέξεις μάχονται
να τες αντικαταστήσουν

άλλες τρέχουν αντικαθιστώντας τες

Mendicano sguardi i miei occhi

figure recluse in un album
le parole messe in gabbia
si condensano in una smorfia
l’emozione
sulle palpebre tremante
lascia cadere l’orizzonte

nastri colorati di parole si spengono
buttate in fondo si dimenano
altre parole fremono a sostituirle

altre corrono a sostituirle

*

Ξενιτιά

οι Κυριακές είναι γλυκόπικρες
κρέμονται στο κενό μελαγχολικές
γυρνάνε, ξαναγυρνάνε σέρνοντας
αδέσποτες επιθυμίες – τα πρωινά στον αέρα –
χωρίς λαβές ορκίζονται να φύγουν
να επιστρέψουν
να επιστρέψουν
να επιστρέψουν
παίρνουν βιαστικά σακάκι και καπέλο
κάνουν μια αργή στροφή στέκονται στον ήλιο

μέρες σαλαμάνδρες περιμένουνε το άλμα

*

Migrazione

le domeniche sono aspre
appese nel vuoto melanconiche
girare e rigirare pigliando desideri
randagi – le mattine a mezz’aria –
senza appigli giurano di scappare
tornare
tornare
tornare
prendono in fretta giacca e cappello
fanno un lento giro e restano al sole

giornate salamandre in attesa del salto

Σημ. Τα πέντε ποιήματα στα ιταλικά βρίσκονται στην Ιταλική συλλογική ανθολογία “Confine donna” V.A.N, 2022