Scroll Top

Σπύρος Αραβανής

PRESENTATION

Spyros Aravanis was born in 1979 in Piraeus. He read philology, specializing in Intercultural Education (post doc).He works as a Professor (EAP, University of Peloponnese). Is Editor of the Poetic Art Review “Poiein”, www.poiein.gr, and Head of the Poiein poetry series (Metronomos Publishers). Author of four books of poems and two books of educational and literature studies.His work has appeared in Poetiki, Entefktirio, Odos Panos (Greece) Osiris (USA), HQ Poetry Magazine (England), Rebstein and Iris di Kolibris (Italy), Siirden (Turkey), Poetelanden (Germany) etc.

*

Ο Σπύρος Αραβανής γεννήθηκε το 1979 στον Πειραιά. Σπούδασε ελληνική φιλολογία και είναι διδάκτορας Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης. Εργάζεται ως Σύμβουλος-Καθηγητής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ) και Ακαδημαϊκός Υπότροφος-Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. (Συν)εργάζεται ως μουσικός αρθογράφος και ερευνητής.Εκδίδει και διευθύνει την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης, «Ποιείν» (www.poiein.gr) και επιμελείται την ομώνυμη ποιητική σειρά των εκδόσεων Μετρονόμος. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία ποίησης και δυο μελέτες. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά (Ποιητική, Εντευκτήριο, Οδός Πανός κ.ά.) και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά (Osiris (USA), HQ Poetry Magazine (Αγγλία), Rebstein and Iris di Kolibris (Ιταλία), Siirden (Τουρκία), Poetelanden (Γερμανία) κ.ά.

* * *

EXISTENTIAL TRILOGY

             I.

Who can believe without attributing it to
his faith
as the breeze rustles in the leaves
without giving away its origin?
Who can desire without construing
his passion
following the cricket’s amorous call?
The dusk’s ashes scintillate without a murmur
the water’s tear leans waiting for
the glaciers’ glory
and the ivory gateway receives
the weary knees with the runner’s eagerness.
The stubborn silkworm asks for no revaluation
nor does the primeval root acknowledge debt.
The hyacinth has no need of prehistory
to effloresce
nor the Pleiades to endow their bright brooch.
All that you love is given self-sown.

              II.

And if at the bottom of the sky
you saw broken chinaware and fallen vases
it’s because the light rubbed in our palms
like thyme
became a blade in the hands of conscience converters.
And if you heard the pine tree sobbing
and the dolphin cursing
it’s because haughtiness became jet, intoxication and cicatrix.
The fishermen’s sorrow, the galaxy’s hissing
and crystallized the lava’s sperm.
Whatever you kill takes the shape of your hand.

              III.

Your age are the people hitched
on your eyes
and words digging on paper conduits
to the final sparking of the new blindness.
(they call it knowledge or starry grass).
The hum of barbarity in the world’s
morning bell full of morbid microbes contaminating
the senses,
sourts like a winged rash over the roofs
of bodies, penetrating even the most thick-skinned
reptiles.
We walk in the mud of oblivion
with the galoshes eternity,
a skull pierced by the ignorant horn
with hollow slots where cast coins
the penholders of darkness.
What you ignore brands you forever.

translation: Giannis Goumas

*

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

I.

Ποιος μπορεί να πιστεύει δίχως να ετυμολογήσει
την πίστη του
όπως θροΐζει ο άνεμος στα φύλλα
δίχως να μαρτυρά την καταγωγή του;
Ποιος μπορεί να επιθυμεί χωρίς να ερμηνεύει
τον πόθο του
ακολουθώντας το ερωτικό κάλεσμα του τριζονιού;
Η στάχτη του δειλινού σπινθηρίζει αγόγγυστα
το δάκρυ του νερού προσμένει σκυφτό
τη δόξα των παγετώνων
και η φιλντισένια Πύλη υποδέχεται
τα κουρασμένα γόνατα με τη λαχτάρα του δρομέα.
Κανένα αντίτιμο δεν ζητά ο επίμονος μεταξοσκώληκας
ούτε αναγνωρίζει χρέος η αρχέγονη ρίζα.
Καμία προϊστορία δεν χρειάζεται ο υάκινθος για να
ανθοφορήσει
ούτε η Πούλια για να χαρίσει τη λαμπερή της πόρπη.
Όσα αγαπάς δωρίζονται αυτοφυή.

              II.

Κι αν είδες στον πυθμένα του ουρανού
σπασμένες πορσελάνες και γκρεμισμένα αγγεία
είναι γιατί το φως που τρίβεται στις παλάμες μας
σαν το θυμάρι
έγινε λεπίδι στα χέρια των μεταπρατών συνείδησης.
Κι αν άκουσες το λυγμό του πεύκου
και την κατάρα του δελφινιού
είναι γιατί η υπεροψία έγινε πίδακας και μέθη και ουλή.
Η θλίψη των ψαράδων του γαλαξία συριστική
και το σπέρμα της λάβας κρυσταλλωμένο.
Ό,τι σκοτώνεις παίρνει το σχήμα του χεριού σου.

              III.

Η εποχή σου είναι οι άνθρωποι που γαντζώθηκαν
στα μάτια σου
και οι λέξεις που έσκαβαν στο χαρτί λαγούμια
προς το εξόδιο σπινθήρισμα της νέας τυφλότητας.
-γνώση τη λένε ή χλόη των αστεριών-.
Ο αχός της βαρβαρότητας στην πρωινή καμπάνα
του κόσμου, γεμάτος νοσηρά μικρόβια που μολύνουν
τις αισθήσεις
καλπάζει σαν φτερωτό εξάνθημα πάνω από τις στέγες
των σωμάτων, εισχωρώντας και στα πιο παχύδερμα
ερπετά·
βαδίζουμε στη λάσπη της λήθης
με τις γαλότσες της αιωνιότητας,
ένα κρανίο διάτρητο από το «αμάθειο» κέρας
με βαθουλωτές σχισμές όπου ρίχνουν κέρματα
οι κονδυλοφόροι του σκότους.
Αυτό που αγνοείς σε στιγματίζει για πάντα.

* * *

GRANADA

On the triple hill you wander like a half-caste
Quenching your lips in the rivers
You have the look of a “Mournful Madonna”
In your hands you hold roses and silver from Granada.

They make you a present of a red gem. You say nothing.
Your silence is of the art of Alhambra
And that glass bead round your neck
Marks you always wherever you go.

Strangers’ hill. Your passage.
“What earth tranquilizes a stranger when he dies?”
You are again engrossed while looking at the Fountain
With the Lions surrounding the source.

Tarrega’s “Memoirs” sound everywhere
Here, in the South, in gloomy Andalusia
A couple of questions as sole possession
“Whence did you leave?” and “where are you returning?”.

translation: Giannis Goumas

*

ΓΡΑΝΑΔΑ

Στο τρίλοφο γυρνάς σαν μια μιγάδα
Τα δυο σου χείλη στα ποτάμια ξεδιψάς
Έχεις το βλέμμα «Τεθλιμμένης Παναγιάς»
Στο χέρι ρόδα και ασήμι απ’ τη Γρανάδα.

Κόκκινη πέτρα σού χαρίζουν. Δεν μιλάς.
Είναι η σιωπή σου απ’ την τέχνη της Αλάμπρα
Και στο λαιμό εκείνη η γυάλινή σου χάντρα
Σε στιγματίζει πάντοτε όπου κι αν πας.

Λόφος των ξένων. Η δική σου διαδρομή.
«Ποια γη ηρεμεί τον ξένο σαν πεθάνει;»
Πάλι η σκέψη ενώ κοιτάς το Σιντριβάνι
Με τα Λιοντάρια να κυκλώνουν τη πηγή.

Παντού ηχούνε του Tarrega οι «Αναμνήσεις»
Εδώ, στο Νότο, στη θλιμμένη Ανδαλουσία
Δυο ερωτήματα σαν μόνη περιουσία
«Από πού έφυγες;» και «πούθε να γυρίσεις;».