Scroll Top

Βασίλης Ρούβαλης

PRESENTATION

Vassilis Rouvalis, born in Athens (1969) with studies at Byzantine Literature (University of Crete) and Creative Writing (PhD candidate, University of Western Macedonia). His work includes titles in the fields of poetry, short stories, essays and translations from Italian literature. He is the publisher of (.poema..) magazine and publishing house. A journalist and a teacher of creative writing, he is a regular member of the Journalists Union of Athens Daily Newspapers (ESIEA) and the Society of Authors; also a member of Achaia Studies Society and Circle of Poets.

 

*

Ο Βασίλης Ρούβαλης, γεννήθηκε στην Αθήνα (1969) με σπουδές Βυζαντινής Φιλολογίας (Πανεπιστήμιο Κρήτης) και Δημιουργικής Γραφής (υπ. διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας). Στο έργο του περιλαμβάνονται ποιητικές συλλογές, διηγήματα, δοκίμια και μεταφράσεις από την ιταλική λογοτεχνία. Είναι ο εκδότης του περιοδικού (.poema..) και του ομότιτλου εκδοτικού οίκου. Εργάζεται ως δημοσιογράφος και ως διδάσκων Δημιουργικής Γραφής, είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, της ΕΣΗΕΑ, της Εταιρείας Αχαϊκών Σπουδών και του Κύκλου Ποιητών.

* * *

[first + last chapter]

[1]

FAR AWAY I WAS.
Amidst the era’s ruins,
unguarded and inadequate;
fumbling for words for the uncertain cycle.

The sequence resembles
the breeze which ends upon
the heartbroken faces.
Under the sun, still blazing, against the stream.
Harkening to the fire, lest…
and the destruction.
Love, that is.

As far as I can tell from the distance,
there fade away the signs of a malevolent god,
whose demands were forcingly imposed
out of materialism and spite.
Now he’ll be convicted, like mortals are,
to eternal disbelief,
to loss of all-time favor.

So fast deleted,
burnt-out at a glance;
all these which trouble man
only near the end, consciously;
all these which life almighty, full of claims,
wears out and stores in memory.

But still the flames
at that one single moment
shall gallop and ululate
towards the sand dunes,
only to be forgotten later,
forever lost in a flowing dead-end.

The white long dot shall rattle
the creation. The eyes stand witness;
it is indulgence, the unrecognized and silent one.

Infinitives suffice to show
the truth: the making of the world.
The receiving, the given.
The restless spirit eases the anguish.
Now the hands beg no more, no fatigue or riddles
are required.

The heavenly sublime is invisible;
Imposed like rustle in the dark.
Maybe the need is drawn again,
the need for the next salvation.
The innermost and silent one.

Gold and time
are countable –and thus forever cancelled.

A watch, the thinly carved dolphin
tied to the chain, the metronome
in an old-fashioned leather case

I take notes
of desire, duration
and deception, the kingdom of thymic.

And I return. The body relaxed
after so many questions: totally undisturbed
by the wince, changes the fat
of a universe, short-lived yet painful.
And I depart; be patient, myself.

*

Λεύγες
[Πρώτο + τελευταίο κεφάλαιο]

[1]

ΒΡΙΣΚΟΜΟΥΝ ΜΑΚΡΙΑ.
Στα χαλάσματα της εποχής,
αφύλαχτος κι ανεπαρκής·
αναζητούσα λέξεις για τον αβέβαιο κύκλο.

Η αλληλουχία μοιάζει
με τον αέρα που δροσερός καταλήγει
στα σπαραχτικά πρόσωπα.
Με ήλιο ακόμη, κι αντίθετα στο ρεύμα.
Το αφούγκρασμα της φωτιάς μην…
και η καταστροφή.
Είν’ η αγάπη.

Όσο διακρίνω από μακριά, σβήνουν
τα σημάδια ενός θεού κακόβουλου,
που υλιστής κι εμπαθής επέβαλε απαιτητικά.
Τώρα θα καταδικαστεί, ως θνητός,
να μην γίνεται πιστευτός,
να χάσει την αδιάκοπη εύνοια.

Όλα διαγράφονται
γρήγορα, καίγονται μεμιάς·
όσα απασχολούν τον άνθρωπο
μόλις στο τέλος, συνειδητά,
όσα η ζωή γεμάτη αξιώσεις, παντοδύναμη,
στη θύμηση αδυνατίζει.

Αλλ’ οι φλόγες
την ορισμένη στιγμή
θα φύγουν με αλαλαγμούς
προς την πλευρά των αμμόλοφων,
για να λησμονηθούν αργότερα,
θα χαθούν διά παντός στο υγρό αδιέξοδο.

Η λευκή μακρόστενη κουκίδα θ’ αναστατώσει
την πλάση. Τα μάτια είναι μάρτυρες,
είν’ η ηδονή αυτή, είν’ η αγνώριστη και σιωπηλή.

Τ’ απαρέμφατα αρκούν για να υποδείξουν
την αλήθεια: το ποιείν του κόσμου,
το λαμβάνειν, το δεδοικέναι.

Το πνεύμα ανήσυχο, μετριάζει την αγωνία.
Τώρα τα χέρια δεν ικετεύουν, δεν απαιτείται
κάματος ή αινίγματα.

Το ουράνιο μεγαλείο είν’ αόρατο·
επιβάλλεται σαν θρόισμα μες στο σκοτάδι.
Ίσως ιχνογραφείται η ανάγκη πάλι
για την επόμενη σωτηρία.
Ενδόμυχη και κρυφή.

Το χρυσάφι κι ο χρόνος
είναι μετρήσιμες έννοιες — γι’ αυτό θα ματαιώνονται.

Ένα ρολόι χειρός, το λεπτό σκαλισμένο δελφίνι
δεμένο σ’ αλυσίδα, ο μετρονόμος
σε δερμάτινη παλαιική κασετίνα.

Κρατώ σημειώσεις
για την επιθυμία, την ισχυρή διάρκεια
και την απάτη, το θυμικό.

Επιστρέφω. Το κορμί νηφάλιο
μετά τα τόσα ερωτήματα: δεν ταράζεται
από το τίναγμα, αλλάζει τη μοίρα
ενός σύμπαντος τόσο σύντομου αλλ’ επώδυνου.
Αναχωρώ, υπομονή.

* * *

[9]
SURFACING.

The revelation hour.
The thread leading home.

Sea is my homeland.
The sound breaking in since time began.
How is this uproar silenced? …how blissful is silence?
…identity and future?

Only poetry
Deserves the pathway to those few truths—
don’t throw ballast overboard, don’t let the spirit sore.

The early night bell tolls for birth,
The preamble of countdown.
Purificatory hymns jump out from inside,
and take the form of faces at a flash.

The eternal explodes;
the world commits sin for intellect,
and writing; relishes in sanctity,
motive sophistry absurdity

Seasons come closer without a wheel,
competing one another.
Symbols are heard: for prizes,
convictions, and rebels.
It’s the body they are after once again, putting up
Bridges between things.

Transparency brings no serenity.
Mirrors and reason in the hand.
The depths do not distract the gaze,
It’s conscience they overwhelm.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . .

I mumble the labor, the questionable
mode, the habitude.
Incomplete and eternal, I become a soundboard.

Indescribable is the miracle on the walls:
A Rome, next stands the swan, the never-was
wedding dress, the grapes.

At nights I understand the pronouns.
(Chirpings of song thrushes and display of lights).
I show around my guilt, look back at affection.
I am grounded. I am the Man.

The dilated dark sign hops up.
The bright arrays are the vector.
Here at the finishing line,
the rage, the advice, the announcement.
I tell myself.

“Alpha of being and Omega of certainty”.

*

[9]
ΗΑΝΑΔΥΣΗ.
Η ώρα-αποκάλυψη.
Το νήμα της επιστροφής.

Πατρίδα ετούτη η θάλασσα.
Εμβόλιμος ο ήχος, προγονικός.
Πώς θα καλυφθεί ο πάταγος; …η σιγή πόσο μακάρια;
…η ταυτότητα και το μέλλον;

Μονάχα η ποίηση
δικαιούται το πέρασμα για τις λίγες αλήθειες —
Να μην συντριβεί το έρμα, να μην ξηρανθεί το πνεύμα.

Στην πρώτη βραδινή καμπάνα η γέννηση,
το προοίμιο της αναστροφής.
Οι ύμνοι καθαρτήριοι, εκ των έσω ξεπηδούν,
παίρνουν τη μορφή σύντομων προσώπων.

Το αιώνιο εκρήγνυται,
ο κόσμος αμαρτάνει για τη διάνοια,
μαζί και η γραφή· απόλαυση της αγιότητας,
κίνητρο σόφισμα παραλογή

Οι εποχές πλησιάζουν δίχως τροχό,
αναμετριούνται.
Τα σύμβολα ακούγονται: για τα πρωτεία,
τις καταδίκες, τους στασιαστές.
Το σώμα καταδιώκουν πάλι, στήνουν γέφυρες
στα πράγματα.

Η διαφάνεια δεν είναι γαλήνη.
Στα χέρια οι καθρέφτες και η λογική.
Τα βάθη δεν αποσπούν το βλέμμα,
κατακλύζουν τη συνείδηση.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ψελλίζω τον κόπο, τον αμφίβολο τρόπο, το έθος.
Ατελής κι αιώνιος, φερέφωνος γίνομαι.

Απερίγραπτο το θαύμα στα τοιχώματα:
μια Ρώμη, δίπλα ο κύκνος, το ποτέ νυφικό, τα σταφύλια.

Κατανοώ τις αντωνυμίες μέσα στη νύχτα.
(Τιτιβίσματα από κίχλες και φωταψίες).
Την ενοχή περιφέρω, τη στοργή αναπολώ.
Καθηλώνομαι. Είμαι ο Άνθρωπος.

Το διεσταλμένο σκοτεινό σημάδι αναπηδάει.
Οι φωτεινές συστοιχίες είναι το άνυσμα.
Εδώ στο τέρμα, η ορμή, η παραίνεση, η αγγελία.
Μονολογώ.

«Άλφα του υπάρχοντος και ωμέγα της βεβαιότητας».

Αποσπάσματα από την έκδοση Ρούβαλης, Βασίλης (2016), Λεύγες, Αθήνα: Poema

[μτφ.: Πένυ Φυλακτάκη, επιμ.: Ρίτα Ρούβαλη-Τσάπμαν]
[trans.: Peny Fylaktaki, ed.: Rita Rouvalis-Chapman]