Scroll Top

Η ” ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ” ΤΟΥ ΕΛΙΟΤ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ΚΑΤΣΑΡΟΥ

 

Η “μυθική μέθοδος” του Έλιοτ στην ποίηση του Αχιλλέα Κατσαρού

 

Γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης, MA Δημιουργικής Γραφής, κριτικός ποίησης / φιλόλογος

 

Η ποίηση, και λογοτεχνία γενικότερα, ως πολιτισμική πρακτική συνδέεται άρρηκτα με την ιστορία και την κουλτούρα. Για την Kristeva κάθε κείμενο, είναι ένα μωσαϊκό από άλλα κείμενα που συγκροτείται από υπομνήσεις. Αφομοιώνει και μεταμορφώνει ένα άλλο. Το κείμενο δεν θεωρείται πια ανεξάρτητο, αλλά σάρκα εκ της σαρκός της λογοτεχνίας. Τα κείμενα κατά τη θεώρηση αυτή συγκροτούν ένα παλίμψηστο που διαρκώς ανανεώνεται. Η σχέση την νεοελληνικής ποίησης με τον αρχαιοελληνικό μύθο έχει αναλυθεί πολύ. Όλοι σχεδόν οι σύγχρονοι ποιητές ήρθαν σε διάλογο με τη μυθολογία. Σύμφωνα με τη Στεφανία Μποτέλη ο μύθος έχει πολλαπλές λειτουργίες: τα μυθικά πρόσωπα γίνονται σύμβολα και τα αρνητικά στερεότυπα να σκεπάζονται και εντάσσονται στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Πρόκειται για αυτό που ο Έλιοτ είχε περιγράψει ως μυθική μέθοδο, ως έναν τρόπο για να ελέγξει κανείς, να δομήσει, να αποδώσει μορφή και αξία στο τεράστιο πανόραμα ματαιότητας και αναρχίας που αποτελεί η σύγχρονη ιστορία. Η επέκταση του μυθικού διακείμενου στο παρόν κάνει πιο αποτελεσματική την επικοινωνία με το κοινό∙ το παρελθόν μέσα από τα μυθικά σύμβολα ανακαλείται ως εκφραστικό καταφύγιο. Ειδικά η Οδύσσεια έχει την τιμητική της, παρέχοντας στη μοντέρνα και μεταμοντέρνα ποίηση ένα πλήθος μυθικών διακειμένων. Βέβαια τα χαρακτηριστικά των ηρώων στον χρόνο μεταβάλλονται.

Σε αυτό τον δρόμο εξέλιξης εντάσσεται και η νέα ποιητική σύνθεση του Αχιλλέα Κατσαρού «πλάγιος μπακ, γράμματα σε ένα νέο ποδοσφαιριστή» (οδός Πανός, 2018). Ο αινιγματικός τίτλος της συλλογής προκαλεί, καθώς δεν έχει άμεση επικάλυψη με το επιμέρους ποιήματα, πλην του προλόγου και του ολιγόλεκτου επιλόγου, όπου ο ποιητής συγκρίνεται με τον ποδοσφαιριστή. Στην ελληνική ποίηση υπάρχει μία σημαντική παράδοση στην οποία ο αθλητισμός επιστρατεύεται για να μιλήσει για την ποίηση ή άλλα ιδανικά σε έναν ιδιαίτερο διάλογο. Θυμίζουμε το ποίημα του Δικταίου «Επίνικος, 1959», το οποίο ακολουθεί στη δομή και στο μεγαλόπρεπο ύφος τον πινδαρικό επίνικο, όπου ο ποδοσφαιριστής με τα επιτεύγματά του δοξάζει την οικογένεια, την πόλη του, την ομάδα και γίνεται το αιώνιο παράδειγμα για τις επερχόμενες γενιές αθλητών. Αναλόγως, ο Θωμάς Κοροβίνης υμνεί τον παίκτη του ΠΑΟΚ Γιώργο Κούδα («Ο Γιώργος Κούδας»), ο Γιώργος Μαρκόπουλος τον Χρήστο Αρδίζογλου («Ωδή στον παίκτη της Α.Ε.Κ. και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου») συνδέοντας την προσωπική επιτυχία με την εθνική δόξα και υπογραμμίζοντας έμμεσα ότι το ποδόσφαιρο είναι ένα λαϊκό άθλημα. Την ποίηση με τον αθλητισμό συνδέουν και ο Ηλίας Λάγιος («Μπαλάντα του απερχόμενου ντρίπλερ του καιρού τούτου») και ο Γιάννης Κουβαράς (“EURO 2004”). Έτσι η ποιητική γλώσσα διαβάζεται ως διπλή (Kristeva), φέρνοντας τον Κατσαρό σε έναν μπαχτινικό διάλογο τον παλαιότερων ποιητών που έγραψαν για το ποδόσφαιρο και τα μυθικά πρόσωπα της Οδύσσειας με τον σύγχρονο προβληματισμό.

Στα πεζοποιήματα οι ήρωες της Οδύσσειας αναγεννώνται μέσα στις νέες κοινωνικές συνθήκες. Τα μυθικά διακείμενα, όπως σημειώνει ο Σιαφλέκης, στο νέο σημασιολογικό περιβάλλον αναφορτίζονται και αποτελούν στοιχεία μιας ιστορικής του νέου κειμένου, στο οποίο διατηρούν την προσωπική στρατηγική και ιδεολογία του. Λυρικές ανάσες μέσα σε έναν λόγο συνυποδηλωτικό με υπερρεαλίζοντα -συχνά- χαρακτηριστικά (Σκύλα και Χάρυβδις, κύκλωπας, Λωτοφάγοι, Αίολος, Σειρήνες) διανθίζουν όλες τις αυτόνομες συνθέσεις (Τηλέμαχος, Νέστορας). Οι μεταφορές διαμορφώνουν μία ιδιότυπη δισημία μέσα στην ελιοτική “μυθική μέθοδο”, που ενδύει το στοχαστικό περιεχόμενο (Νέστορας, Καλυψώ, Εύμαιος). Η επιλογή των λέξεων κατευθύνει τη ροή του νοήματος σε ένα παιχνίδι ποιητικών σημαινόντων και πολυσημίας (Λαιστρυγόνες, Σειρήνες).

Η ήπια κρυπτικότητα που διαμορφώνεται, δεν εμποδίζει ούτε την αισθητική πρόσληψη ούτε την αναγνωστική ανταπόκριση. Αντίθετα, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν (Λωτοφάγοι, Σκύλα και Χάρυβδις) δημιουργεί ερωτήματα στο κοινό. Προκαλεί τον αναγνώστη να αναστοχαστεί πάνω στο ποιητικό κείμενο τη ζωή (Αίολος). Η ποιητική ειρωνεία, σύμφυτη του παρωδιακού χαρακτήρα των συνθέσεων, γίνεται εντονότερη μέσα από την αντίθεση του στερεότυπου και της νέας οπτικής του ποιητή (Σειρήνες, Κύκλωπας, Ναυσικά, Πηνελόπη) ή τη στοχαστική του διάθεση (Συμπληγάδες, Εύμαιος). Η διαφορετική αξιοποίηση του μύθου μέσα στον παρωδιακό τόνο και το υπερρεαλίζον ύφος λειτουργεί ανήκει ανοικειωτικά για τον αναγνώστη και τον ξαφνιάζει (Κίρκη).

Για τον Barthes κάθε κείμενο είναι ένα υφαντό παλαιότερων αναφορών. Αποσπάσματα κώδικα, φόρμες, ρυθμικά πρότυπα, όλα περνούν στο κείμενο και διαχέονται σε αυτό, οδηγώντας στη συγκρότηση ενός πολυφωνικού λόγου και ενσωματώνοντας τη φωνή του παλιού ποιητή στη ρητορική του σύγχρονου.