Scroll Top

Νικόλας Άσιμος – Τα τραγούδια (Πρόλογος: Σωτήρης Παστάκας)

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ/2020

Νικόλας Άσιμος | σε μαγεμένη τροχιά

«Μπορείτε να φανταστείτε τον Άσιμο να ζητάει λεφτά απ’ το κράτος, επίδομα από τον περιφερειάρχη, οικονομική ενίσχυση από τον αντιδήμαρχο πολιτισμού;». Άφησα το σχόλιό μου στον τοίχο κάποιου φίλου που είχε βάλει στην εικόνα του προφίλ το ετοιματζίδικο «Στηρίζουμε τους καλλιτέχνες», όπως και πάμπολλοι άλλοι κρατικοδίαιτοι ποιητές που στριμώχνονται στους διαδρόμους του Υπουργείου πολιτισμού -τρομάρα τους- και αλληλοσπρόχνονται με ερασιτέχνες και μη ηθοποιούς με ζωγράφους, χορευτές, πανηγυρτζήδες με τσαρούχια και μουσικούς μικρού μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς κι επιχειρηματίες θιασάρχες -βεβαίως, βεβαίως- και παραγωγούς και μεγαλοεκδότες εφημερίδων και καναλαρχών (Των δεσποτάδων, κυβερνητάδων, χοντροτζεπάδων και δικαστών). Τέχνη κρατικοδίαιτη και επιχορηγούμενη δεν είναι τέχνη…είναι καταναλωτικό αγαθό! Όλα γνωστά θα μου πείτε, εδώ κι έναν αιώνα πλέον από την εδραίωση της πολιτιστικής βιομηχανίας και τη μαζική παραγωγή ψυχαγωγικών προϊόντων, καλά κάνουν και επαιτούν χρήματα από τους φορείς του Δημοσίου από τη στιγμή που αισθάνονται ότι παράγουν ψυχαγωγία. Στηρίζουμε τους διασκεδαστές, ναι, τους ψυχαγωγούς μας ναι. Τους καλλιτέχνες αφήστε τους στην κοσμάρα τους. Στο ερώτημά μου λοιπόν για τον Άσιμο, η ευγενική απάντηση που έλαβα ήταν «πως έχουν αλλάξει πλέον οι καιροί». Αλλάζουν όμως οι εποχές, οι χρόνοι ή παραμένει «θωρακισμένος ο καιρός»; Ο πραγματικός δημιουργός που παράγει τέχνη βρίσκεται πάντα σε μαγεμένη τροχιά, τίποτα δε τον ακουμπά στον παράξενο του χρόνο. Με δίχως σημαίες και δίχως (έτοιμες) ιδέες, δίχως καβάντζα καμιά κι η ψυχή του να πηδά στου απέραντου τη ψύχρα. Πρέπει να νοιώσει ηττημένος αυτού του κόσμου, στο μαγγανοπήγαδο να γυρνά και να ξαναγυρνά, για να νικήσει. Ο Νικόλας Άσιμος τα κατάφερε. Τα κατάφερε με τις ιδέες του: Εγώ δεν χρειάζομαι τον κόσμο, κακώς έχεις νομίσει. Για μένα δεν υπάρχει κόσμος. Χρειάζομαι απλά να δημιουργώ κόσμους.

Εγώ με τις ιδέες μου κι εσείς με τα λεφτά σας. Σε ποιον απευθύνεται; Στην οικογένειά του, στους ομότεχνους, στους πολιτιστικούς χορηγούς; Δεν μας νοιάζει. Μας ενδιαφέρει πως μοιάζει με χρησμό του κυνικού φιλοσόφου Διογένη. Το φανάρι του Διογένη κρατούσε ο Άσιμος στο χέρι του, όταν τον γνώρισα. Περιττό να πω πως ήταν ο μοναδικός κυνικός φιλόσοφος που είχα την τύχη να συναντήσω στη ζωή μου. Ήταν περίπτωση ιδιαίτερα αντισυμβατικού σε όλους τους τομείς καλλιτέχνη, κυρίως όσον αφορά στον τρόπο ζωής κατά γενική αποδοχή όλων όσων τον γνώρισαν. Ακολουθούσε με τη στάση του τους κυνικούς: ντυμένος πτωχικά, με την κιθάρα του στον ώμο και λιτοδίαιτος, ατημέλητος και προκλητικός τόσο στα λόγια όσο και στα έργα του, καθιέρωσε μία φιγούρα στάσεως, μορφής και συμπεριφοράς που δεν έχει προηγούμενο στην ελληνική βιομηχανία του πολιτισμού. Καμία σχέση με τους υπόλοιπους μητροπολιτικούς μας μύθους, παίδες. Μην συγχέεται τον Άσιμο με τους υπόλοιπους των Εξαρχείων. Ουδεμίαν σχέση είχε. Ο Άσιμος κατά κανόνα ως κυνικός φιλόσοφος, δεν τιμούσε ακόμη κιεκείνους τους συγκεκριμένους τομείς της κοινωνικότητας που μας επιβάλει ο καθημερινός εκπολιτισμένος βίος μας. Οι συμπεριφορές του και τα τραγούδια που έγραψε θεωρήθηκαν συχνά για την εποχή του, προκλητικά. Για να τα δούμε ένα-ένα τα όπλα του, όπως τα χρησιμοποιούσε στα τραγούδια του:

Τον αστεϊσμό (Ρέω ρέω καταρέω θα ερωτευθώ τον παπανδρέο τον ποπάι το ζορρό. Θα φύγεις θα με χέσεις αυτά γεννούν οι σχέσεις).

Το λογοπαίγνιο (Κι έτσι θα έχουμε χαότη, σχιζοφρενοβλαβίωση, μουνοκρατορία, τζιτζιμιτζιχοτζιριά)

Πίστευε πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στη φυσική ζωή (Ζήτω η κοινωνία των παιδιών και των ζώων, όχι όλων. Αυτών που δεν έχουν αποχτήσει ακόμη ανθρώπινες συνήθειες).

Την αυτάρκεια (Μη διαταράξεις τη θεία αταραξία του θνητού όντος που εμμένει. Κανένα δε θα αφήσω εμένα να κερνάει).

Τη λιτότητα (Κι ας με νομίζεις κολλημένο στο ίδιο σημείο. Προτιμώ, προτιμώ να μην ξέρω κανέναν).

Την αυτογνωσία (αν φτάσεις στην ακινησία, μπορείς παντού να ταξιδέψεις).

Την άσκηση(Δεν αποκαρδιώθηκα στις κακουχίες γυμνώθηκα. Πάγωσε η ψείρα μου και παραπαίουσα μ’ ένα τικ τακ μου ματώνει τ’ αυτιά. Γίναν οι φτέρνες μου σαν τροχαλίες).

Ταρατατατζούμ! Για τα δεσμά μας, δεν φταίει πάντα η σκλαβιά μα η υποταγμένη μας καρδιά! Τα Εξάρχεια δεν υπάρχουν. Ταρατατατζούμ! Αμφιβάλουμε αν υπήρξαν ποτέ. Τατραττατζούμ! Ωϊμέ, ωϊμέ, πως έλιωσα; Ωϊμέ, τ’ άλογο μου σέλωσα. Δεν τα κάνω εγώ πλακάκια με κανένα κερατά, μη μ’ ανάψουν τα γλομπάκια και σου κάνω σαματά. Όπου κράτος χορωδία των σπιούνων τα σκατά. Έχω ένα παπάκι να μου κάνει πα να μου κάνει πα, πα, πα. Σου στέλνω μήνυμα μ’ ένα ταμ ταμ να μαγειρεύεις με βιτάμ. Κι ο εαυτούλης σας πέταξε βζούμ ταρατατατζούμ, ταρατατατζούμ!. Σύρε κι έλα να με λούσεις κι ας είμαι της καθαρευούσης. Δες θα φτιάχνουμε στιχάκια να περπατάν σαν καβουράκια. Έχεις ομορφιά φιδίσια, τί γυρεύεις στα Πατήσια. Παρέθεσα λίγες μόνο από τις αιφνιδιαστικές ρίμες του Νικόλα, αφήνοντας τον αναγνώστη να ανακαλύψει τις δικές του. Ο αναγνώστης αυτού του βιβλίου θα πρέπει να υπερβεί τον εαυτό του: θα πρέπει να ξεχάσει τις μουσικές (αν τις γνωρίζει) και να αντιμετωπίσει τους στίχους στη γυμνή τους ομορφιά. Αν δεν γνωρίζει τις μουσικές του, αυτό το βιβλίο να τον παρακινήσει να τις ψάξει. Φαντάζομαι, εδώ από τον Πλαταμώνα, το μελλοντικό αναγνώστη του Άσιμου να γυρνά τις πλάτες του στην ιλουστρασιόν μπητογειτονιά που μας πλασάρουν τελευταία ως Εξάρχεια, να ανηφορήσει στο Λόφο του Στρέφη, να καθίσει σ’ ένα παγκάκι με παχυλή σκιά, ν’ ανάψει το τσιγάρο του και ν’ ανοίξει αυτό το βιβλίο σε μια τυχαία σελίδα. Να ευφρανθεί και να χαμογελάσει. Να κοιτάξει κατάματα το Θωρακισμένο Καιρό και να του ψιθυρίσει στ’ αυτί, «Θα σε νικήσουμε». Venceremos, Venceremos!

Σωτήρης Παστάκας, πρώην κάτοικος Εξαρχείων και νυν Πλαταμώνος