Scroll Top

Τόμας Μπέρνχαρντ – ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (Μετάφραση: Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, Ιωάννα Διαμαντοπούλου)

Τόμας Μπέρνχαρντ
ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Μετάφραση: Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου,
Ιωάννα Διαμαντοπούλου
Πρόλογος: Ευριπίδης Γαραντούδης
Εκδόσεις ΒακχικόνΜΟΝΟ ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ ΝΑ ΕΧΕΙΣ…

Μόνο ένα τοπίο να έχεις, σκέφτομαι, και ένα σπίτι,
Έναν ποταμό και τη θέα προς τα βουνά,
Και πάνω από τους ανέμους, μακριά πάνω από την κοιλάδα
Ένα βασίλειο μεγαλύτερο απ’ αυτήν τη γη.
Δεν θα αρρώσταινα, θα το άντεχα.
Θα μπορούσα τα πιο βαθιά βάθη να δω.
Θα φορούσα τον πόνο και την έσχατη ευτυχία.
Θα έβρισκα πάλι το σημείο εκκίνησης.
Έτσι σκέφτηκα χθες: έναν ποταμό, ένα σπίτι
Όπου η ζωή κυλάει και ξοδεύεται.
Έναν αγρό βαθιά μέσα στο τοπίο ομίχλης,
Ένα αλέτρι οδηγημένο απ’ το χέρι μου –
Μόνο ένα τοπίο, μόνο ένα σπίτι,
Όπου οι τάφοι ορθώνονται κόντρα στον άνεμο,
Μια χώρα πολύ βαθιά από αυτήν τη γη.
Και ζούσα με το σκοτεινό ρεύμα.

* * *

ΚΟΡΑΚΙΑ

Σύντομα θα ‘ρθει το φθινόπωρο και θα σώσει τα πουλιά,
σε σκοτεινά δωμάτια αδελφός κι αδελφή μαζεύουν
τα σπόρια για το χειμερινό γεύμα.
Στο μαύρο χωριό είναι αλυσοδεμένο το γουρούνι.
Στον αγρό ψοφάνε τα κοράκια του πόνου.
Πίνουμε την μπίρα της απελπισίας
και σταυρώνουμε τα χέρια εμπρός στην περιφρόνηση του πατέρα.
Η γη γεύεται απ’ τα κορδόνια του κρέατος.
Καπνός ανεβαίνει πάνω απ’ τις αυλές
κι αφήνει πίσω τον φόβο των μεθυσμένων γεωργών.
Η πλευρά του πηγαδιού κραυγάζει μπροστά απ’ το σάπιο παραθύρι…
Εγώ όμως δεν φοβάμαι.

* * *

ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ

Όλοι τους ρωτούσαν για το όνομα του χειμώνα,
τίναζαν τα παπούτσια μπροστά απ’ την εξώπορτα και ορμούσαν
στα τραπέζια,
μεθούσαν
και πλάγιαζαν με μια δούλα,
ώστε τα πουλιά να φτερουγίζουν από τα ζεστά φιλιά τους.
Στα βαρέλια ανάβραζε η πρώτη τους χιλιετία, αυτός τους έκανε
σκεπτικούς σαν ηλίθιες χοντροκοιλιές,
ατένισαν μακριά προς τη χώρα και πέθαναν, άσπροι, γιατί ο θάνατος
τους κατακρήμνισε
όλους με το σφυρί του,
τους σακάτεψε και αδιαφορούσε για τους θρήνους τους,
που σε λίγο, μόνοι παρατημένοι έσβησαν.
Στο έμπα του φεγγαριού, ανακάλυψε ένας ανάμεσά τους τα ίχνη
του βασιλιά των κοράκων
και έτριβε τα χέρια του πάνω από τη φωτιά,
οι άλλοι ήταν εκείνη την ώρα στα κρεβάτια τους,
στην κρεμάλα των ονείρων τους.