Scroll Top

Ο ποιητής και η όποια θέση του δεν μπορεί να έχει καθημερινότητα – Του Κώστα Λάνταβου

Έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η θέση του ποιητή στην καθημερινότητα της κοινωνίας;

Και Ναι και ΟΧΙ. Εξηγούμαι. Αν μεν εννοούμε ότι ο ποιητής παρεμβαίνει ή μπορεί να παρέμβει στην καθημερινότητα της κοινωνίας, τότε σαφώς ΟΧΙ. Διότι ο ποιητής και η όποια θέση του δεν μπορεί να έχει καθημερινότητα. Ο ποιητής έχει την ατομική του καθημερινότητα, αλλά ο λόγος του δεν μπορεί να εκφέρεται με την συχνότητα που απαιτεί η καθημερινότητα. Ο λόγος του ποιητή οφείλει να υπερβαίνει την καθημερινότητα και να παρεμβαίνει ως καταλυτικός ή αποκαλυπτικός ή παρηγορητικός (παραμυθητικός) λόγος όταν η κοινωνία δυσκολεύεται και ουσιαστικά το θέλει χωρίς να το απαιτεί. Σε παρόμοιες περιπτώσεις – που δεν είναι η καθημερινότητα – ο ποιητής έχει θέση και πρέπει να πάρει θέση. Κι αυτό μπορεί να το κάνει με δύο τρόπους. Είτε με δημόσια παρέμβασή του, είτε μέσα από την ποίησή του. Πιο ωφέλιμος είναι ασφαλώς ο τρόπος μέσω της ποίησης. Διότι είναι πια σαφές πως «η ποίηση δεν ανατρέπει καθεστώτα», μπορεί όμως να πυρπολήσει συνειδήσεις, να εμψυχώσει, να συνειδητοποιήσει ανθρώπους, να καταλαγιάσει πάθη, να εμπνεύσει, να παρηγορήσει, να ανακουφίσει, να προβληματίσει, να αποκαλύψει αθέατες πλευρές της ζωής και των ανθρώπων. Σε κρίσιμες λοιπόν φάσεις της κοινωνικής ζωής, και όχι μόνο, ΝΑΙ ο ποιητής μπορεί να έχει σημαντική θέση στην καθημερινότητα της κοινωνίας, με τα χαρακτηριστικά που ανέφερα πιο πάνω.

Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή του κορωνοϊού έχει ιδιαίτερο ρόλο η ποίηση ;

 
Σε περιόδους κρίσει γενικώς, ναι. Και περιέγραψα με ποιους τρόπους στην προηγούμενη ερώτηση. Τώρα ειδικά στην κρίση του κορωνοϊού, δεν μπορώ να φανταστώ ποιον ιδιαίτερο ρόλο μπορεί να έχει η ποίηση. Είναι τόσο ειδικό και άκρως επιστημονικό που δεν βλέπω τί επί της ουσίας μπορεί να προσφέρει. Ίσως, τώρα με την καραντίνα, μπορεί η ποίηση να συντροφεύσει τον άνθρωπο στις ατελείωτες ώρες του αυτοεγκλεισμού. Να γαληνέψει την ψυχή του, να του δώσει αισθητική απόλαυση, ερεθίσματα προς σκέψη και προβληματισμό και να μετουσιώσει την ενδεχόμενη πλήξη και ανία σε εσωτερικό πλούτο. Μπορεί εντέλει να εξουδετερώσει την πρόσκαιρη απελπισία μας.

* Ο Κώστας Λάνταβος γεννήθηκε στην Τερψιθέα της Λάρισας το 1949. Σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως ιατρός-παθολόγος στη Λάρισα. Οι πρώτες του ποιητικές συλλογές ήταν: “Πορεία” (1980), “Χαμαιλέοντες και σαλτιμπάγκοι” (1985), “Νυκτόβιος συλλέκτης” (1989), “Το σπάταλο φως” (1993), “Εκ Θεού αντιμισθία” (1997). Έχει εκδόσει δεκατρείς ποιητικές συλλογές και μία νουβέλα. Μετέφρασε στα ελληνικά ποιήματα των Ουίλιαμ Μπλέηκ, Έζρα Πάουντ, Έμιλυ Ντίκινσον, Βαλερύ κ.ά., και ασχολήθηκε με την κριτική βιβλίου.
Συμμετείχε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού “Γραφή”, του οποίου υπήρξε ιδρυτής και διευθυντής το διάστημα 1989-2004.