Scroll Top

Ηρώ Νικοπούλου

Η Ηρώ Νι­κο­πού­λου γεννήθηκε στην Νέα Σμύρνη όπου κατοικεί και εργάζεται. Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κή με τον Νίκο Κεσσανλή και τον Δημήτρη Μυταρά και σκη­νο­γρα­φί­α με τον Γιώργο Ζιάκα στην Α­νω­τά­τη Σχο­λή Κα­λών Τε­χνών της Αθήνας. Έ­χει κά­νει εννέα α­το­μι­κές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ο­μα­δι­κές στην Ελ­λά­δα και το ε­ξω­τε­ρι­κό. Κρι­τι­κές για το έρ­γο της έ­χουν δη­μο­σιευ­θεί στον η­με­ρή­σιο τύ­πο και σε ει­κα­στι­κά πε­ριο­δι­κά (Τα Νέα της Τέχνης, The Art Magazine, Arti International, εφ. Τα Νέα, Έθνος, Επενδυτής, Κέρδος, Αυγή, Εποχή, κ.ά.). Συ­γκα­τα­λέ­γεται στο Ει­κα­στι­κό Λε­ξι­κό των Ελ­λή­νων Καλ­λι­τε­χνών 16ος-20ος αιώ­νας των εκ­δό­σε­ων Μέ­λισ­σα (1999).

Έ­χει ε­πι­με­λη­θεί τα σκη­νι­κά και τα κου­στού­μια σε αρ­κε­τές θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις, ενώ έργα της κοσμούν εξώφυλλα πολλών βιβλίων και σελίδες λογοτεχνικών περιοδικών.

Έρ­γα της βρί­σκο­νται σε δη­μό­σιες και ι­διω­τικές συλ­λο­γές (Συλλογή της Βουλής των Ελλήνων, Συλ­λο­γή Βορ­ρέ, Συλλογή Νίκας, Μουσείο ΟΣΕ, Ο.Η.Ε. Τhe Netherlands Red Cross, Amsterdam, Holland, κ.ά).

Έκανε αλλεπάλληλα ταξίδια στην Ευρώπη, στην Ασία και στην Αφρική για να γνωρίσει διαφορετικούς πολιτι­σμούς αλλά και για καλλιτεχνική ενημέ­ρω­ση. Τα σημαντικότερα ήταν η τρίμηνη παραμονή της στην Ινδία – ιδιαίτερα η μαθητεία της στην Πούνα της Βομβάης και η προσέγγισή της με την Ανατολική φιλοσοφία, καθώς και η παραμονή της στην Ολλανδία με αφορμή την υποτρο­φία του ΙΚΥ (Erasmus) για την Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών στη Χάγη.

Από το 1986 ασχολείται παράλληλα με την λογοτεχνία, έχει δημοσιεύσει πέντε ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές, ένα μυ­θι­στό­ρη­μα και τέσσερις συλ­λο­γές δι­η­γη­μά­των.

Από το 2010 συνδιευθύνει την ψηφιακή επιθεώρηση για το μικρό διήγημα Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονζάι και επιμελήθηκε με τον ΓιάννηΠατίλη τις ανθολογίες μικρού διηγήματος Ιστορίες Μπονζάι για τα έτη ’14, ’15, ΄16 (Γαβριηλίδης).

Έχει συμμετάσχει ως προσκεκλημένη σε πολλά διεθνή φεστιβάλ ποίησης. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα και άρ­θρα της έ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεί στον πε­ρι­ο­δι­κό, ημε­ρή­σιο και ηλεκτρονικό τύ­πο και έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ρωσικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Ρουμανικά, Βουλγαρικά, Τουρκικά, Φιλανδικά και Κροατικά.

Στα Ισπανικά κυκλοφορεί μία ανθολογία ποιημάτων της με τον τίτλο Acepciones de la Mirada (2019, Padilla Libros Editores y Libreros, El arbol de la luz, Sevilla, σε μετάφραση του Jose Antonio Moreno Jurado).

Το 2019 το λογοτεχνικό περιοδικό Σίσυφος αφιέρωσε το 17ο τεύχος του στο ποιητικό και πεζογραφικό της έργο.

Διατηρεί την ιστοσελίδα: www.ironikopoulou.gr

31-K----II-

31-K—-II-.jpg

Figoura-se-dio-epipeda—-ladi-se-pani-150×75

Sfendona—-ladi-se-pani-150×75

Epafi-Sto-Orio-akriliko-se-pani-55x45a.

36——-70×100

Nyfiko-Se-Eksarsi-akriliko-se-pani-100×50

Piptousa-akriliko-se-pani-68×46.

Dia-To-Einai-Aytous-Sarkas—-ladi—meikti-texniki-sepani100x100

Arsis—ladi-se-pani-160×140

Adeios-Xitonas—-ladi-se-pani-150×170

36—-1

Labrys–ladi-se-pani-150×75

–No-2—3545

Entasi-Stin-Ypoteinousa-akriliko-se-pani-150x100a-1998

6040

Agelika-sximata-ladi-se-pani-150X80

Sfondiloi—-ladi-se-pani-115×65

Puknoma-Chronou-akriliko-se-ksylo-84×78

Μάνος Στεφανίδης

Ο Δον Μανουέλ Οζόριο και οι μικρές του φίλες

Ιστορίες από τη ζωγραφική της Ηρώς Νικοπούλου.

Η τέχνη είναι μονάχα μια ιδέα∙ μια ιδέα πιο μακρινή απ’ τη δική σας.
                                                                             Αλέξης Ακριθάκης

Η ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ και κατ’ επέκταση η εικονολατρία είναι κομμάτι της ελληνικής οπτικής μας παράδοσης, όπως εξάλλου είναι και η πολυφορεμένη ορθοδοξία. Αυτή η τελευταία επέβαλε την αναγωγή-αναφορά του σημαίνοντος προς το σημαινόμενο (της εικόνας προς το απεικονιζόμενο) σε βαθμό ώστε να συγκροτήσει, διατρυπώντας το Μεσαίωνα, ολόκληρο αισθητικό δόγμα κατά την εποχή της Αναγέννησης. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η ζωγραφισμένη εικόνα δεν εξαντλείται σ’ αυτό που απεικονίζει, αλλά διεκδικεί μιαν, οιονεί, μαγική δυνατότητα. Και λέγει και κρύπτει και σημαίνει και υπαινίσσεται. Ακόμη και σήμερα, που δεσπόζουν η φιλμική ή η τηλεοπτική εικόνα. Η πανάρχαια μητέρα τους, η ζωγραφική, ξέρει να παίζει, ακόμη, παιχνίδια υποβολής, γοητείας, εκμαυλισμού. Ξέρει να τρομοκρατεί, αλλά και να καταπραΰνει. Πρωτίστως ξέρει να αφηγείται φτιάχνοντας ρήγματα στο κορμό της ιστορίας και στο υποσυνείδητο του θεατή.
Η ζωγραφική της Ηρώς Νικοπούλου ισορροπεί, με τη σειρά της, ανάμεσα στην αφήγηση και την εξομολόγηση, στην τρυφερότητα και τον ενδιάθετο τρόμο, στις προσωπικές αναφορές και στον απρόσωπο χρόνο που άλλοτε ευλογεί κι άλλοτε καταριέται τις πράξεις των ανθρώπων. Κι η ζωγραφική γενικότερα; Αυτή παραμένει μαρτυρία και μαρτύριο∙ η πρώτη γραφή και η πιο αρχέγονη καταγραφή. Η εικόνα πριν το λόγο, που πάντως τον προϋποθέτει. Ένα συμβολικό, αισθητικό σημείο, στο οποίο εγκιβωτίζονται περασμένες ζωές και μελλούμενες (ακόμη και οι πιο αναίσθητες…). Η ζωγραφική, για να επιβιώσει σ’ αυτές τις μέρες του τόσο εργαλειακού ορθολογισμού, οφείλει να καταστεί ένα μετέωρο ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, που όμως υπάρχει. Και ως τέτοια οφείλει, επίσης, να υποστηρίξει μιαν έκφραση άγρια, απόλυτη, που ν’ αμφισβητεί την ωραιοπάθεια ή την αισθητική των μικροαστών και ν’ αποστρέφεται τους καλλιεπείς συμβιβασμούς. Η ζωγραφική για να υπάρχει πρέπει να είναι. Με φόβο Ιστορίας, αλλά και με μια παρθενικότητα που θ’ ανανεώνει συνεχώς τον υμένα της σαν εκείνη τη θεά του αρχαίου μύθου.
Η Ηρώ Νικοπούλου ως σκεπτόμενη δημιουργός επιχειρεί μια φόρμα που αρδεύεται από χθόνια χρώματα, που οργανώνεται μέσα από σκιάσεις και γαιώδεις ποιότητες ώστε το φως, όποτε κι αν εκπέμπει, να εμφανίζεται και ως λύτρωση και ως τιμωρία. Γνωρίζει πως αυτό που επιδιώκει με τα ζωγραφικά της μέσα δεν είναι εύκολο, όσο κι αν το διεκδικεί με επιμονή και με συνέπεια. Δηλαδή, το να καταβυθιστεί στην παιδική Εδέμ και να συμφιλιωθεί σήμερα, στην ωριμότητά της, με τους τότε αγγέλους και τα τότε φαντάσματα. Μ’ επιθυμίες και έρωτες, σαν νεογνά που δεν επέζησαν, σαν βρέφη που κάποιος τιμώρησε την αθωότητά τους, σαν παιχνίδια που έσπασαν πριν ακόμη βγουν απ’ τα κουτιά τους, σαν χαρταετοί καταδικασμένοι να πετούν μέσα σε κελιά. Πώς γίνονται όλα αυτά εικόνα, δηλαδή μορφοποιημένος λόγος; Η Ηρώ Νικοπούλου επιλέγει μια θεματική που θα μπορούσε να στοιχηθεί στην feminine art, αν μας ενδιέφεραν οι ταξινομήσεις και οι συρμοί και οι επικαιρότητες. Πράγμα που δεν συμβαίνει…
Πιστεύω πως τα κορίτσια της και οι ιστορίες τους, μικρές μητέρες που μεγαλώνουν μεγάλα μωρά, ρόλοι που αντιστρέφονται, μεγέθη που συγχέονται σαν τα παραμύθια των αδελφών Grimm, έρχονται από πολύ μακριά κι έχουν λούσει τα μαλλιά τους στα νερά του πιο καίριου Ρομαντισμού, κι έχουν πλέξει τις πλεξούδες τους σε παλαιά κείμενα και βιώματα. Έτσι, αινιγματικές και σιωπηλές, όπως προβάλλουν, μου θυμίζουν έναν πίνακα που μ’ έχει στοιχειώσει από όταν τον πρωτοείδα στις αρχές του ’90 στην Εθνική Πινακοθήκη και στην περιοδική έκθεση «Από τον Θεοτοκόπουλο στον Cézanne». Πρόκειται για το έργο του πρίγκιπα του Ευρωπαϊκού Ρομαντισμού Francisco Goya (1746-1828) «Don Manuel Osorio», που ζωγραφίστηκε το 1787-8 και ανήκει σήμερα στο Metropolitan Museum της Νέας Υόρκης. Απεικονίζει έναν μικρό ευγενή ενδεδυμένο με απαστράπτοντα κόκκινα του μαρτυρίου και με ένα σκοτεινό βλέμμα που προαναγγέλλει τα επερχόμενα. Όταν πόζαρε ήταν μόλις τεσσάρων ετών και στα οκτώ του χρόνια πέθανε. Ο Goya ήταν τότε είκοσι δύο ετών και ήξερε ήδη πάρα πολλά για τις ψυχές των ανθρώπων. Ο Manuel εικονίζεται μαζί με τις συμβολικές μοίρες του, που πάντως δεν τον συμπονούν. Σπάνια έχει αποδοθεί ο παιδικός ψυχισμός, η σκληρότητα, αν προτιμάτε, με πιο άμεσο, πιο εικαστικό τρόπο. Ο μικρός κρατάει μια κίσσα δεμένη, από το ράμφος της οποίας κρέμεται ένα επισκεπτήριο (;). Θα το λέγαμε και «σήματα λυγρά». Πίσω, στο ημίφως, τρεις γάτες απειλούν το ειμαρμένο πουλί, η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος. Ο Manuel αριστερά του κουβαλάει κι ένα κλουβί με καρδερίνες. Αυτές δεν απειλούνται. Είναι ασφαλείς μέσα στη φυλακή τους. Είναι ήδη καταδικασμένες. Ο Goya παίρνει ένα κοινότοπο θέμα του ευρωπαϊκού Ροκοκό και από ηθογράφημα το απογειώνει στα ερέβη του πιο ρομαντικού στερεώματος.
Πάντως ο αμφίσημος Don δεν πρέπει να παραπονείται. Η Ηρώ Νικοπούλου τον προίκισε πια με χαρισάμενες φιλενάδες. Εξίσου σκοτεινές και αποκαλυπτικές. Τουλάχιστον για όσους βαρέθηκαν να δηλώνουν αθώοι. Και για όσους η τέχνη δεν είναι άλλοθι, αλλά τρόπος. Ή για εκείνους που έμαθαν πια πως τα νιάτα είναι η πιο επώδυνη εφεύρεση των γηρατειών.

ΥΓ. Ο Blanchot έγραφε πως η τέχνη είναι μια πάλη, η πάλη του δημιουργού με το χάος. Πρόκειται όμως για εκείνο το χάος που έχει τη δυνατότητα να γεννά συνείδηση (Jung), την «καταποντισμένη μέσα μας θάλασσα» (Ελύτης). Δεν ξέρω αν έχει θέση σ’ αυτό το κείμενο η παρακάτω σκέψη, αλλά με καίει και θα τη γράψω: Καμία τέχνη δεν μπορεί να απαλύνει τη στοιχειωμένη εικόνα εκείνων των εννιά παιδιών που αφέθηκαν να πνιγούν αβοήθητα στο Φαρμακονήσι, σε μια θάλασσα σπαρακτικά αληθινή, καθόλου μεταφορική, που θα μας κατατρύχει. Καμία ελεγεία, καμία αισθητική, κανένα μοιρολόι της φώκιας, δεν μπορεί να τη δικαιώσει. Σαν συλλογική ντροπή θα μας κυνηγάει, θα φτύνει στον πολιτισμό μας, θα καταριέται τον ευτελισμένο εφησυχασμό μας.
Πόσα ακόμη Φαρμακονήσια-Λαμπεντούζες μας περιμένουν; Πόσες θάλασσες σκοτεινές μας αξίζουν; Πόσο ασφαλή μπορούν να είναι τα παιδιά μας μέσα σε τόση επίσημη, θεσμοποιημένη βία; Α, τα κορίτσια της Ηρώς, πόσους ακόμη φίλους μέλλεται ν’ αποκτήσουν;

Μάνος Στεφανίδης

12.02.2014

(Κείμενο για τον κατάλογο της έκθεσης «Δωμάτια-Ένοικοι-Ανοίγματα+» που πραγματοποιήθηκε στην Γκαλερί Περιτεχνών τον Φεβρουάριο του 2014). 

 

*

 

Α. Κ. Χρι­στο­δού­λου 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΑΓΓΕΛΟΥ

ΕΝΑΣ ΧΡΩΣΤΗΡΑΣ ΠΟΥ ΣΚΕΠΤΕΤΑΙ

Μιὰ σπου­δὴ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ τῆς Ἡ­ρὼς Νι­κο­πού­λου 

Ἡ Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου στὰ σα­ράν­τα πέντε ἔρ­γα τοῦ καταλόγου συγκε­ντρώνει ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κοὺς πίνακες τῆς πε­ρι­ό­δου 1995-2010. Ἡ ζω­γρα­φι­κή της πι­στὴ στὴ ρή­ση τοῦ Φλωμ­πὲρ πε­ρὶ Κάλ­λους καὶ Ἤ­θους (Τὸ Ἦ­θος εἶ­ναι ἡ βά­ση, τὸ θε­μέ­λιο τῆς Αἰ­σθη­τι­κῆς) ἀ­να­ζη­τᾶ τὶς ἀ­ξί­ες καὶ τὶς ἔν­νοι­ες τοῦ κε­νοῦ καὶ τοῦ πλή­ρους μὲ τὰ με­τα­φο­ρι­κά τους ἀν­τί­στοι­χα «ἀ­που­σί­α/πα­ρου­σί­α» πλά­θον­τας τὴν ἰ­δι­ό­τυ­πη μυ­θο­λο­γί­α της. Ἐ­πι­τυγ­χά­νον­τας νὰ πο­δη­γε­τή­σει τὶς ἀλ­λοι­ώ­σεις τοῦ προ­σω­πι­κοῦ της εἰ­κα­στι­κοῦ συν­τα­κτι­κοῦ, φτά­νει κά­ποι­α στιγ­μὴ στὴν ὁ­ρια­κὴ δι­α­τύ­πω­ση τῆς αὐ­το­προ­σω­πί­ας (ἰ­δι­ο­προ­σω­πί­ας), ἰ­στο­ρών­τας μὲ ἐ­ξαί­ρε­το τρό­πο τὴν «δι­α­λυ­τι­κὴ ἔλ­λει­ψη», τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ χά­σμα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς. Ἡ Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, ἀ­πὸ νω­ρίς, ὑ­πο­θέ­τω, ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­πο­δο­μεῖ τὸν οἰ­κεῖ­ο ἑ­αυ­τὸ της χτί­ζον­τας μὲ τὰ ἐ­ρεί­πια ποὺ σώ­ρια­ζε γύ­ρω της ἕ­να ἄλ­λο ἦ­θος, ἕ­να ἄλ­λο πλη­γω­μέ­νο πρό­σω­πο, ποὺ υἱ­ο­θέ­τη­σε σὰν γνή­σιο παι­δί της καὶ ἀ­να­τρέ­φει ἔ­κτο­τε μὲ πα­ρα­δειγ­μα­τι­κὴ ἀ­φο­σί­ω­ση καὶ σε­μνό­τη­τα. Τὰ ἔρ­γα της κα­λοῦν τὴν ἐ­νερ­γὴ συμ­με­το­χὴ καὶ πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­γρή­γορ­ση τοῦ φι­λό­τε­χνου γιὰ τὴν (ἀ­νὰ)πα­ρα­γω­γὴ τῆς ζω­γρα­φιᾶς καὶ πε­ραι­τέ­ρω τὴν (ἀ­νὰ)δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ νο­ή­μα­τος καὶ τὴν ἀ­νέλ­κυ­ση τῶν κρυ­φῶν ση­μα­σι­ῶν τῆς εἰ­κό­νας. Ὅλες ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως οἱ λε­ζάν­τες τῶν ἔρ­γων, μὲ τὴν με­λε­τη­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐκ­φο­ρά τους, συ­νερ­γά­ζον­ται στε­νὰ μὲ τὰ εἰ­κα­στι­κὰ στοι­χεῖ­α κά­θε πί­να­κα γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ συγ­κε­κρι­μέ­νου καὶ προ­σχε­δι­α­σμέ­νου πάν­τα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος. Συ­χνά τὸ νό­η­μα στὰ ἔρ­γα της ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται καὶ το­νί­ζε­ται μέ­σα ἀ­πὸ μι­κρὲς ἀλ­λὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ση­μαν­τι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες, ὅ­πως πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν ἡ λε­πτὴ κόκ­κι­νη γραμ­μὴ στὰ ἔρ­γα: «Ἔν­τα­ση στὴν Ὑ­πο­τεί­νου­σα», «Σφεν­τό­να», «Κόκ­κι­νη κλω­στή». Οἱ πίνακές της μαρ­τυ­ροῦν πὼς πρὶν ἀρχίσει να ζω­γρα­φί­ζει προ­η­γου­μέ­νως ἔχει στοχαστεῖ γιὰ νὰ δεῖ κα­θα­ρὰ καὶ βα­θιά τὸ νο­η­τὸ «πρό­τυ­πο» ποὺ θέ­λει νὰ ἀ­να­πα­ρα­στή­σει, γι’ αὐ­τὸ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ἄ­σκο­πο ἢ τυ­χαῖ­ο· ἐ­νῶ ταυ­το­χρό­νως ἀρ­νεῖ­ται μὲ πεῖ­σμα νὰ δι­α­κο­σμή­σει. Στὴν τολ­μη­ρὴ τέ­χνη της δι­α­κρί­νω μιὰ τε­χνί­τρα ποὺ πει­θαρ­χεῖ ἀ­πό­λυ­τα στὴ λο­γι­κὴ ἐ­νάρ­γεια τοῦ ἔρ­γου, ἔ­στω κι ἂν στὸ βά­θος τὴν ὑ­πο­νο­μεύ­ει, δὲν ἐ­φη­συ­χά­ζει πο­τὲ καὶ φρον­τί­ζει νὰ ἀ­να­νε­ώ­νε­ται δια­ρκῶς μὲ πρω­τό­τυ­πες καὶ και­νο­τό­μες με­τα­φο­ρὲς-ἐκ­φρά­σεις, πάν­τα ὅ­μως μέ­σα σὲ λει­τουρ­γι­κὰ νο­η­μα­τι­κὰ πλαί­σια. Ὅ­λα τὰ ἔρ­γα της λοι­πόν, ποὺ σὲ κα­μιὰ πε­ρί­πτω­ση δὲν πρέ­πει νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στοῦν «ἀ­φη­ρη­μέ­να», για­τί κι ἐ­κεῖ­να ποὺ φαν­τά­ζουν ἀ­φη­ρη­μέ­να κρύ­βουν πάν­τα συγ­κε­κρι­μέ­να νο­ή­μα­τα, εἶ­ναι ἀ­πο­λε­πι­σμέ­να ἀ­πὸ κά­θε ὡ­ραι­ο­ποι­η­τι­κό, ἄ­ρα πε­ριτ­τὸ καὶ ἀ-νό­η­το, στοι­χεῖ­ο.
Ἐν­δει­κτι­κὰ εἶναι δύο ἔργα τοὺ καταλόγου μὲ «θε­ο­λο­γι­κὸ» πε­ρι­ε­χό­με­νο («Οὐκ ἔ­στιν ὧ­δε» / «Δί­α τὸ εἶ­ναι αὐ­τοὺς σάρ­κας») και η ἑ­νό­τη­τα ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἔρ­γα τῆς ἐ­πι­λε­κτι­κῆς καὶ ἰ­δι­ό­τυ­πης «Ἀγ­γε­λο­λο­γί­ας» της. Καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ἡ ζω­γρά­φος ἀλ­λοι­ώ­νει μὲ ἰ­δυ­ο­φυ­ὴ τρό­πο τὶς ἱ­ε­ρὲς γρα­φὲς καὶ οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται ἀλ­λό­τρι­ες ἐμ­πει­ρί­ες γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σει τὸ Ἀ­πε­ρι­νό­η­το καὶ Ἀ­βυσ­σα­λέ­ο Κε­νό τῆς Ὕ­παρ­ξης, ζω­γρα­φί­ζον­τας καὶ προσ­δί­δον­τας βά­ρος καὶ ὑ­λι­κό­τη­τα ἀν­τὶ στὰ ὑ­λι­κὰ στοι­χεῖ­α τοῦ πί­να­κα (εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα, το­πί­ο, βρά­χια), στὸ κε­νὸ ποὺ τὰ πε­ρι­βάλ­λει. Στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα Ἀγ­γε­λο­λο­γι­κὰ ἔρ­γα αὐ­τῆς τῆς ἑ­νό­τη­τας, ὅ­πως στὰ «Ἀγ­γε­λι­κὰ σχή­μα­τα», κυ­ρια­ρχεῖ τὸ «πυ­ρο­ει­δὲς» χρῶ­μα (ποὺ ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης Δα­μα­σκη­νὸς) δι­ά­φα­νο καὶ λαμ­πε­ρὸ νὰ συμ­φύ­ρε­ται μὲ ἴ­χνη λευ­κοῦ, μὲ αἰ­θέ­ρια ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­να μέ­λη καὶ ἄ­δεια ἀγ­γε­λι­κὰ ἐν­δύ­μα­τα «Χι­τώ­νας». Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ πὼς ἡ Νι­κο­πού­λου δου­λεύ­ει μέ­σα στὴν πα­ρά­δο­ση, χω­ρὶς ὅ­μως ὁ ἀ­πο­δο­μη­τι­κὸς χρω­στή­ρας της νὰ ἀ­με­λεῖ καὶ ἐ­δῶ τὶς ἀλ­λοι­ώ­σεις. Αὐ­τὴ ἡ προ­δι­ά­θε­σή της πρὸς τὸ ἀ­βυσ­σα­λέ­ο κε­νὸ εἰ­κο­νί­ζε­ται καὶ στὰ ἔρ­γα «Δι­ά­χυ­ση σὲ γκρί­ζο», «Ἐ­πα­φὴ στὸ ὅ­ριο» καὶ «Πύ­κνω­μα Χρό­νου». Στὰ ἔρ­γα «Δύ­σκο­λη μνή­μη» καὶ «Φι­γού­ρα σὲ δύ­ο ἐ­πί­πε­δα» δι­α­πι­στώ­νου­με πὼς στὸ πνεῦ­μα της κυ­ρια­ρχεῖ μιὰ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη τά­ση (κα­τὰ)πτώ­σης ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων στὴ δι­ά­λυ­ση τῶν ἐν­νοι­ῶν καὶ ση­μα­σι­ῶν τους. Τὸ δρά­μα ποὺ φι­λο­τε­χνεῖ εἶ­ναι κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ καὶ πνευ­μα­τι­κὸ καὶ ἀ­πο­τυ­πώ­νει μὲ σπά­νια τι­μι­ό­τη­τα, τόλ­μη καὶ παρ­ρη­σί­α ὅ,τι αἰ­σθά­νε­ται κά­θε ἄν­θρω­πος στὰ κα­τά­βα­θά τῆς ψυ­χῆς του.

Τὸ κεί­με­νο συ­νι­στᾶ πε­ρί­λη­ψη ἀ­πὸ τὸν Α. Κ. Χρι­στο­δού­λου τοῦ δο­κι­μί­ου του ποὺ συμ­πε­ρι­λή­φθη­κε ὡς ἐ­πι­μέ­τρο στὸ εἰ­κα­στι­κὸ λεύ­κω­μα Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου «Πύ­κνω­μα Χρό­νου», ἔρ­γα 1995-2010, Ἐ­πι­λο­γή, Ἐ­πί­με­τρο Α. Κ. Χρι­στο­δού­λου (ἐκδ. Gutenberg, 2016).