Scroll Top

Η έννοια της κριτικής στη λογοτεχνία | της Ασημίνας Ξηρογιάννη

Υπεύθυνη στήλης | Ασημίνα Ξηρογιάννη

Η στήλη αυτή ασχολείται με την ιστορία, τη θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας. Φιλοξενούνται κείμενα- θεωρητικά ως επί το πλείστον- που αναφέρονται στην ποίηση, την πεζογραφία και το θέατρο.

Κείμενα  για πεζογράφους, ποιητές, θεατρικούς συγγραφείς, για σχολές, ρεύματα, θεωρητικά ζητήματα, ζητήματα κριτικής σκέψης και στοχασμού. Η λογοτεχνία σήμερα και πάντα. Η λογοτεχνία που γοητεύει και ασκεί επίδραση πάνω στην γράφουσα, γεννώντας της διαρκώς ποικίλα ερωτήματα που ζητούν απάντηση, αλλά και βοηθώντας την να αντέχει την πραγματικότητα. Η μελέτη και η έρευνα πάντα διαρκούν, έχουν εύρος και ουσία, καλλιεργώντας την ψυχή και τη νόηση.

Η έννοια της κριτικής στη λογοτεχνία

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

Μαλλιά κουβάρια ’πιάσθηκαν οι δύο κριτικοί μας.Ο ένας λέγει: «Ποιητήν διά να ’βγάλη η γη μαςνα γείνη πριν ποιητική κ’ η ατμοσφαίρα πρέπει»·κ’ εις τον ’δικόν μας ουρανόν ό,τι ζητεί δεν βλέπει.«Ο ποιητής δεν γίνεται, γεννάτ’», ο άλλος λέγει,αλλ’ όμως της γεννήσεως τα όρια εκλέγει·την Ποίησιν απ’ την οδόν Σταδίου εξορίζει,κ’ εις λόγγους μόνον κ’ εις βουνά μάς την περιορίζει.

[…]

Δ[ημήτριος] Β[ικέλας], «Οι κριτικοί και η ποίησις», περ.Εστία, τόμ. Β΄, τχ. 78 (26 Ιουν. 1877) 414

Οι έννοιες “κριτική” και “κριτικός” είναι παρεξηγημένες από πάντα. Προκαλούσαν, προκαλούν και θα προκαλούν αμηχανία σε αναγνώστες και δημιουργούς.’Οπως γράφει και ο Σεφέρης στις “Δοκιμές” του, ο κριτικός κάνει “έργο ευαισθησίας”. Βρίσκει μέσα μας “τις νέες πηγές ευαισθησίας”. Εχει ρόλο ραβδοσκόπου. Οφείλει και πρέπει να είναι έντιμος, αντικειμενικός και ακέραιος. Οφείλει και πρέπει να είναι απαλλαγμένος από μικρότητες, συμπάθειες, εμπάθειες και κακεντρέχειες.

Το ζητούμενο είναι να δείχνει νέους δρόμους στους δημιουργούς και στους αναγνώστες, να δείχνει “πώς να αισθάνονται την τέχνη που τριγύρω τους υπάρχει”. Να κάνει έναν σωστό και εποικοδομητικό διάλογο με το έργο τέχνης που έχει μπροστά του. Να μην εξαντλείται σε απλοϊκές, φθηνές, αβασάνιστες και άστοχες κρίσεις. Να είναι αυστηρός, ευθύβολος, διαυγής, ακριβολόγος, ώστε να δώσει σωστές κατευθύνσεις, αναφορικά με την ποιότητα και την αλήθεια του κειμένου προσανατολίζοντας σωστά την ευαισθησία μας. Να μην πηγαίνει να σώσει τις ιδέες, τις εμμονές και τις κρίσεις του, αλλά ατέρμονα να αναζητεί την αλήθεια και την αξία των πραγμάτων, έχοντας πάντα ένα αληθινό πρόσωπο,έχοντας πάντα ήθος. Αλλά και μια σοβαρότητα και το σωστό ύφος κάθε φορά, ανάλογα με τις περιστάσεις. Κριτικός και μικροπρεπής ή κακεντρεχής δεν γίνεται. Δεν συμβαδίζουν αυτά τα δύο. Οταν συμβαίνει να συμβαδίζουν σημαίνει πως ο “κριτικός” δεν επιτελεί σωστά το ρόλο του ή, τέλος πάντων, πως κάτι δεν λειτουργεί σωστά.

Απαιτείται αυτοκριτική από μέρους του, αναθεώρηση πραγμάτων, στοχασμός και επανατοποθέτηση. Ακόμα, ο λογοτεχνικός κριτικός οφείλει να “ενθαρρύνει τις τεχνικές του κριτικού διαβάσματος”. Το αν ο λογοτεχνικός κριτικός αποτελεί “μια σοφή κοινωνική συνείδηση” ή “μια αυθεντία στο χώρο του πολιτισμού” αυτό επιδέχεται μεγάλης συζήτησης. Πάντως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση, θαρρώ.

H “αξιολόγηση” αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λογοτεχνικής κριτικής και είναι όρος πολυσυζητημένος και ευρύς. Ο κριτικός που καλείται να αξιολογήσει ένα λογοτεχνικό έργο οφείλει να απαντήσει στο ερώτημα αν το έργο αυτό συνιστά λογοτεχνία ή όχι. Και,φυσικά να παραθέσει τα κατάλληλα επιχειρήματα για να τεκμηριώσει την όποια άποψή του. Όλα τα πεζογραφήματα ή τα ποιήματα ενός δημιουργού μπορεί να μην είναι το ίδιο ενδιαφέροντα ή σημαντικά. Άλλο μπορεί να παρουσιάζει μεγαλύτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον,άλλο λιγότερο,άλλο καθόλου.Είναι κάτι που δεν είναι διόλου παράξενο ή σπάνιο στην ιστορία των γραμμάτων. Και αυτό είναι δουλειά του κριτικού να το εντοπίσει και να το επισημάνει. Δουλειά του είναι και να εξετάσει το θέμα της “λογοτεχνικότητας”, δηλαδή να εξετάσει το σύνολο των στοιχείων που χαρακτηρίζουν ένα έργο ως λογοτεχνικό.Να δει πώς ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το υλικό του, πώς φιλτράρει δημιουργικά τα ερεθίσματα που δέχεται, πώς συνταιριάζει μορφή και περιεχόμενο, ώστε να εισάγει τον “νέο τρόπο”, το “νέο βλέμμα” για τα πράγματα, πετυχαίνοντας συνάμα να δώσει βάθος και ένταση στο ποιητικό ή πεζό του κείμενο.

Κατά καιρούς διάφοροι έχουν μιλήσει για ποικίλα αξιολογικά κριτήρια, που συχνά το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Ο Ρενέ Ουέλλεκ μιλά για σύστημα αξιών βάσει του οποίου πρέπει να αξιολογήσουμε ένα έργο τέχνης. Η καθαρά περιγραφική κριτική δεν θεωρείται έγκυρη από πολλούς. Τι είναι όμως αυτό που αξιολογούμε; To ίδιο το κείμενο αυτό καθαυτό; Oχι, λένε κάποιοι. “Πρέπει να το εξετάζουμε μέσα στα συμφραζόμενα των δυναμικών σχέσεων που όλες μαζί αποτελούν τη λογοτεχνική διαδικασία”. Κατά τον Χιρσς “η λογοτεχνική αξία πρέπει να βρίσκεται στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ του έργου και των αναγνωστών του”. Tα κλασικά, διαχρονικά στην συνείδηση όλων είναι τα κείμενα που θαυμάζονται από όλους πάντα και πάντοτε και αγγίζουν βαθιά θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κάποιοι που πιστεύουν στην αναπαραστατική αξία της λογοτεχνίας την αξιολογούν με κριτήριο την πιστότητα με την οποία απεικονίζει την πραγματικότητα. Κάποιοι κάνουν λόγο για βάθος των γραφομένων. Το βάθος κατά καιρούς θεωρήθηκε το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της “μεγάλης” λογοτεχνίας. Επιπροσθέτως,είναι και το κατά πόσον ένα έργο είναι καθολικό και αφορά όλους,είναι και αυτό που εξετάζεται. Αν ένα έργο είναι αυτιστικό, δεν έχει απεύθυνση κάπου, δεν έχει κάποιο νόημα και η έκδοσή του, δεδομένου ότι η τέχνη έχει πρόσωπο κοινωνικό. Αλλοι, ένας από αυτούς ήταν και ο Ξενόπουλος, έκαναν λόγο για τέχνη διασκεδαστική μετρώντας πόση ευχαρίστηση και απόλαυση προκαλεί ένα λογοτεχνικό έργο, πέρα από τη συγκίνηση, διανοητική ή συναισθηματική. Οι φιλόλογοι πάλι παγιδεύονται συχνά σε τούτο: κατά πόσο ένα έργο ικανοποιεί ορισμένες ειδολογικές προδιαγραφές. Eνώ θεωρείται από όλους “τους ειδικούς” ελάττωμα η μελοδραματική έκφραση και ή άκρατη αισθηματολογία που δεν επιτρέπει να διατηρηθούν οι αποστάσεις και οι ισορροπίες, για να αναπνεύσει η έκφραση.

Δύο ακόμα σημεία θα ήθελα να θίξω εν συντομία: το πρώτο έχει να κάνει με τις προθέσεις του συγγραφέα και αν αυτές έχουν πραγματωθεί και ολοκληρωθεί. Οι προθέσεις σαφώς και πρέπει να υπάρχουν, ως κατευθυντήριες γραμμές. Όπως και πρέπει να υπάρχει η εσωτερική συνοχή στη σύνθεση. Εκείνη η εσωτερική λογική που θα δίνει την αίσθηση της ολότητας που χρειάζεται το ποίημα για να υπάρξει. Και αναφέρομαι στο ποίημα, γιατί κυρίως στην ποίηση είναι επιτακτική ανάγκη να συμβαίνουν έτσι τα πράγματα. Οι μοντέρνες τάσεις έχουν συχνά επιφέρει μια διάλυση στις ισορροπίες και μια αποδόμηση ολέθρια θα έλεγα. Με την έννοια ότι πολλά μοντέρνα και μεταμοντέρνα ποιήματα είναι βυθισμένα σε ένα ανούσιο χάος και πέρα από μια εναλλακτική μορφική θέση και ένα φλύαρο περιεχόμενο δεν έχουν τίποτα νέο και ουσιαστικό να κομίσουν στην τέχνη της ποίησης. Μοντερνισμός για τον μοντερνισμό και τίποτα άλλο. Δεν υπάρχει αποστροφή για τις μοντέρνες τάσεις στην λογοτεχνία. Η κοινωνία εξελίσσεται, η γλώσσα εξελίσσεται, η λογοτεχνία δεν μπορεί να μένει αδιάφορη ή να εθελοτυφλεί μπροστά στα νέα δεδομένα. Εκείνο που είναι επίφοβο είναι να γίνει κατάχρηση εις βάρος πάντα του αισθητικού αποτελέσματος.

Η λογοτεχνία οφείλει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα με έναν ιδιαίτερο τρόπο, να την ανανεώνει, να την κρατά ζωντανή, να την δραστηριοποιεί. Ο κριτικός εξετάζει αν και πως ένα έργο πετυχαίνει τα παραπάνω, επιφέροντας συνάμα ένα αξιομνημόνευτο “ανοίκειο” για τον αναγνώστη αποτέλεσμα. Η αξιολόγηση είναι στην ουσία μια αμφίδρομη διαδικασία, όπως επεσήμαναν οι φεμινιστές κριτικοί: διότι ακριβώς έχει να κάνει με την ανταλλαγή και την αντιπαράθεση αξιακών κόσμων ή συστημάτων αξιών, του αναγνώστη ή του κριτικού από τη μία και του συγγραφέα ή του κειμένου από την άλλη.

Βιβλιογραφία

Άννα Τζούμα, H Διπλή ανάγνωση του κειμένου, εκδόσεις Επικαιρότητα, 1991
Jeremy Hawthorn, Ξεκλειδώνοντας το κείμενο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1995
Εagleton Terry, Εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας, 1996

Βιογραφικό Ασημίνα Ξηρογιάννη