Scroll Top

“Η αφήγηση του τόπου και ο τόπος ως αφήγηση” από τον Χρίστος Χατζήπαπας

 Η ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΤΥΧΕ

Πολλές φορές ο τόπος μάς μιλούσε με τη γλώσσα της φωτιάς. Στους βομβαρδισμούς της Τηλλυρίας το Καλοκαίρι του ’64,έτυχε να ήμουν στρατιώτης, μου λέει κάποιος φίλος. Μου έτυχε, ακόμη, μια βόμβα ναπάλμ να πέσει πολύ κοντά μου. Ένα κομμάτι μ’ έπιασε ξώφαλτσα στο πόδι. Μπορούσα, όμως, να τρέχω, προσπαθώντας να ξεφύγω από τις φωτιές που ξέσπασαν τριγύρω και με κυνηγούσαν. Μαζί με ένα λαγό που κι αυτός έτρεχε προς το ποτάμι. Δεν ξέρω αν υπήρχε πάνω μου φωτιά, καιγόμουν όταν είδα τον λαγό μέσα στο νερό. Καλή ιδέα. Έκανα βαρελάκι μέσα από πεύκα και θάμνους και βρέθηκα σε λίγο στο ποτάμι. Ευτυχώς κοντά σε δασικό δρόμο. Έμεινα εκεί μέχρι την άλλη μέρα, που δεν υπήρχαν πια αεροπλάνα στον ουρανό. Με μάζεψε ένα τζιπ του στρατού που έτυχε να περνά απ’ εκεί. Πόσα «έτυχε» μου «έτυχαν» μέσα σε λίγες ώρες. Κι ακολούθως, μέσα από τις καβουρντισμένες ράχες και κοιλάδες, βρέθηκα στο νοσοκομείο της Μόρφου.

Η εισβολή της Τουρκίας το ’74 με βρήκε στην Κερύνεια. Κι εκεί που ετοιμαζόμουν να καταταγώ στο στρατόπεδο στην άλλη άκρη της πόλης, μας πλάκωσαν οι τούρκοι στρατιώτες. Έτυχε να βρεθεί εκεί μια ομάδα Ειρηνευτών του ΟΗΕ. Όσοι ήμασταν μέσα στο καφενείο εκείνη την ώρα, μεταφερθήκαμε με το στρατιωτικό φορτηγό να φύγουμε για Τουρκία, όπως φάνηκε σε λίγο που βρεθήκαμε στο αρματαγωγό. Πριν απ’ αυτό, έτυχε η ομάδα του καφενείου να εξασφαλίσουμε εγγραφή στον κατάλογό των ΟΗΕδων. Η αιχμαλωσία μας κράτησε πάνω από τρεις μήνες, κάποιοι εξαφανίζονταν και δεν τους ξαναείδαμε, κάποιοι δεν άντεξαν το μαρτύριο και μάλλον θα φύγανε οικειοθελώς για αλλού. Η ομάδα του καφενείου, όμως επέζησε. Κάποιος είπε πως είχαμε τύχη βουνό, επειδή έτυχε να κάνουμε εγγραφή, μην τα επαναλάβω, άλλο θέλω να πω. Μπήκαμε στα λεωφορεία, για Λευκωσία. Θα μας καθάριζαν σε πάτριο έδαφος… Ο Πενταδάχτυλος μαυροντυμένος, έκλαιγε για μας αλλά κυρίως για τους χαμένους. Για εκείνους που θα έμεναν θαμμένοι στα ξένα χώματα. Αυτά μας ψιθύριζε το πυρπολημένο βουνό, που μέχρι το περασμένο καλοκαίρι μας μιλούσε και μας τραγουδούσε με πράσινα λόγια. Μας άφησαν ελεύθερους χάρη στην εγγραφή μας σ’ εκείνο τον κατάλογο. Από το προσφυγικό μου σπίτι φαινόταν ο Πενταδάχτυλος. Μου μιλούσε κάθε μέρα, απέναντί του έκανα την προσευχή μου. Μέχρι που μια μέρα φάνηκε μια μεγάλη πληγή στο μέτωπό του. Πετιόταν αίμα από ένα σιντριβάνι. Μετά από λίγο καιρό πετιόταν και αίμα τις νύχτες από το ίδιο σιντριβάνι. Κόκκινη η σημαία με το μισοφέγγαρο. Σταμάτησα να του μιλώ και να προσεύχομαι μέχρι που ένα χειμώνα, ένα πρωί, η σημαία χάθηκε. Αλλά σε δυο ώρες ξαναφάνηκε:. Του είπα εκείνο το πρωί μιαν άλλη προσευχή.

Άσπρη μέρα, επιτέλους*,
σαβάνωσε την ημισέληνο
στο αμίλητο βουνό.
Αναίσθητος όμως ο ήλιος
βούρτσισε στο πι και φι
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

Σε λίγα χρόνια έβαλε τις φωνές πάλι ένα πρωί το ακίνητο βουνό. Τα μαλλιά του είχαν πάρει φωτιά υπό κατοχή. Κοιτούσαμε και κλαίγαμε από μακριά. Δεν μπορούσαμε να πάμε κοντά. Κατοχικός στρατός γαρ και όπλα. Ευτυχώς ο Πρόεδρος του κράτους, ήταν νομίζω ο Κληρίδης τότε, ζήτησε από τον κατοχικό ηγέτη να του «επιτρέψει» να στείλει βοήθεια. Εκείνος αρνήθηκε. Έτυχε να ήταν μουσουπέτης, που θα πει κακοπροαίρετος του κερατά. Λέξη τούρκικη που την «έχουμε» κι εμείς απ’ εδώ. Σε καμιά εικοσαριά χρόνια, το καλοκαίρι 2017, για την ακρίβεια, μας φώναξε το άλλο βουνό, το Τρόοδος, για βοήθεια. Είχαν πάρει φωτιά τα μπατζάκια του, οι υπώρειές του. Έτυχε να είναι μια από τις μεγαλύτερες πυρκαγιές μετά την Τουρκική Εισβολή του ’74. Έκαιγε για τρεις μέρες. Στην κατεχόμενη πλευρά έτυχε να διοικεί ένας πραγματικός Κύπριος που πονούσε τον τόπο. Ο Ακιντζί. Ο τόπος τού μιλούσε και ζήτησε να στείλει βοήθεια, πολλοί Τουρκοκύπριοι ήταν έτοιμοι να συνδράμουν τις δυνάμεις «μας», που μάχονταν τη λαίλαπα. Ο δικός μας μουσουπέτης, ο απ’ εδώ, αρνήθηκε τη βοήθεια. Ο Αναστασιάδης. Το Τρόοδος έκλαιγε και φώναζε. Κοντά ήταν και μια Παναγιά, Γαλακτοτροφούσα. Έτυχε, όμως, εκείνη τη στιγμή, να θηλάζει το βρέφος της. Έκλαιγα κι εγώ στην προσευχή μου: Νάτηνε.

Η Παναγία του Αγίου Νικολάου της Στέγης*
μ’ αρέσει καθώς θηλάζει
το ιερό τέκνο της
εκθέτοντας ανάρμοστα
το βυζί της.
Τόση έγνοια
τόση φιλαρέσκεια
τόσο δόσιμο, Θεέ μου!

Να πήρε άραγε χαμπάρι
τη φλόγα που τρύπωσε
απ’ τον φεγγίτη
έγλειψε το μάγουλό της
κι αντί για ρουζ –
φλόγες της κολάσεως άφησε
κι αποκαΐδια
το ιερό άλσος;

Έτυχε να ζούμε σ’ αυτό τον τόπο. Ακόμη…

Τα ποιήματα ανήκουν το πρώτο στην ποιητική μου συλλογή «Τα πηγάδια της Ιστορίας», 2012 και το δεύτερο στη συλλογή «Λύπη τις νύχτες», 2021.

Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «Ας μη συναντιόμασταν».

Το Σάββατο σε γύρεψε ο Αλέξης. Δεν σε βρήκε σπίτι. Πήραν τον λόγο οι γείτονες, αυτοί ξέρανε τις κινήσεις σου, ανερώτητα.

«Κάπου εδώ τριγύρω», του είπαν, «αυτός δεν το κουνάει πουθενά». Μπορεί να ήταν η Αυγή, κατάλαβες από τις περιγραφές, που σε… παρακολουθούσε. «Ρε, μα αυτή είναι γυναικάρα!» αναφώνησε ο Αλέξης «μαύρη τουλίπα». Κι εσύ δεν του είχες πει λέξη για τον άγριο πόθο στο… λεωφορείο. Στο σινεμά, καλύτερα, που το παρακολουθήσατε. Ναι, είχες βγει για λίγο, να φτιάξεις κάπως τη διάθεσή σου. Να περιδιαβάσεις όλη την πόλη παραλιακά, έπειτα πάνω προς το γήπεδο της ΠΑΕΚ μέχρι κάτω στα καινούργια διαμερίσματα της εταιρείας Λεπτός, που κρέμονταν πάνω από την ακτή. Και ξανά πάλι στο Ντόουμ Χοτέλ, το λιμανάκι, τα φύκια πίσω από το Κάστρο, με την ακαθόριστη ιωδιούχα μυρωδιά της αποστείρωσης, να μιλήσεις μαζί τους, με τους ήρωες, κατ’ ακρίβεια, ενός διηγήματος που μπερδεύονταν στα πόδια σου. Σαν γάτες ή σκύλοι ενοχής, που τα εκτρέφει ένας αδιέξοδος έρωτας, όπως πιθανό να του εξηγούσες αργότερα.

«Στάθη, δεν μου τα λες καλά! Αυτό που σου χρειάζεσαι είναι ένα κονιάκ στην ταβέρνα του Κλείτου. Άντε τράβα!» και σε έσυρε μαζί του. «Εκεί θα βρεις τους ήρωές σου. Μόλις που πέρασα απ’ έξω. Μύριζε φρέσκια μαρίδα».

Εκεί συναντήσατε και τον κύριο Μενέδημο, τον πατέρα της Αδριανής, μαζί μ’ ένα φίλο του. Δυο δάσκαλοι χωρίς έδρα πια, εξήγησε ο Αλέξης. Είχανε βγει με πρόωρη, κάνανε άλλες δουλειές. Κτηματομεσιτικά με ξένους. Έμοιαζαν να κουβεντιάζουν εμπιστευτικά στη γωνιά. Δεν ξέρεις γιατί, χάρηκες που είδες τον Μένιο, τον πατέρα της. Σας φώναξαν κοντά τους. Συστηθήκατε. Κι εκείνος σε θυμήθηκε από τον γάμο. Δεν ένιωθες καλά που την τελευταία στιγμή την είχες κοπανίσει, για να μην γραφτείς κουμπάρος. Την κρίσιμη ώρα, θυμάσαι, κάτι σκυλιά είχαν τυλιχτεί στα πόδια σου και σε έσυραν έξω από το μοναστήρι. Από μυστήριο σε μυστήριο… Το πιο παράδοξο όμως, ήταν που είχαν προτιμήσει να τελέσουν το μυστήριο του γάμου τους σε μαρωνιτική εκκλησία. Στο μοναστήρι Άις Λιας, του χωριού Αγίας Μαρίνας. Ο τέως δάσκαλος, κατάλαβες, δεν τα πήγαινε καλά με τις εκκλησίες και τους ορθόδοξους παπάδες, τους μεγάλο-, εννοείται. Μα και επειδή ο παπά Αντρέας και συνάμα ηγούμενος του μοναστηριού, ήταν φίλος του. Είχανε συμφοιτήσει κάποιες τάξεις στο λύκειο και η φιλία τους δεν ξεθώριασε ποτέ. Ούτε και ο Φίλιππος, ο γαμπρός του, προέβαλε ένσταση. Αντίθετα. Σαν ήταν στρατιώτης εκεί πάνω την έβγαζε, στις βουνοκορφές, σε τόπους εξορίας αριστερών. Κατέβαιναν κάποτε στο μοναστήρι και τους έστρωνε τραπέζι. Άλλωστε η θέα απ’ εκεί πάνω μαγευτική. Με κανένα κρασάκι ομόρφαινε παραπάνω. Ο παπά Αντρίκος έλεγε πόσους τουρκόφωνους είχε γλιτώσει, μέσα στην τουρκανταρσία, όπως τη λέγει το ραδιόφωνο. Ήταν μια ομάδα κρούσης, κάτι κωλόπαιδα από την Κοκκινοτριμιθιά, το κεφαλοχώρι κάτω, με τα «φράγκικα λαγούμια» στις όχθες του ποταμού. Εκεί φιλοξενούνταν τα πτώματά τους. Τότε που διάβολος Κυρίου επλανάτο επί της νήσου Κύπρου, με νύχια γερακιού που κυνηγούσε ψοφίμια. Η ίδια ομάδα είχε φάει κάποιους και στα γύρω χωριά, στο δικό του όμως, μικτό χωριό, οπ!, τους σταμάτησε. «Ή εμένα ή αυτούς!», είπε. «Μα δεν βλέπετε την Τουρκιά απέναντι με τα σαράντα εκατομμύρια; Θα επιστρέψει μια μέρα να πάρει πίσω τους νεκρούς της. Εμείς παντρευόμαστε μεταξύ μας, ρε! Χριστιανοί και μωαμεθανοί. Άνθρωποι του θεού κι αυτοί κι εμείς». Ο Μενέδημος είχε δει και την επιστολή που του είχε στείλει ο Δρ Κουτσιούκ, ο «έκπτωτος» Αντιπρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προτού τον φάει λάχανο ο Ντενκτάς το Τέρας, όπως τον αποκαλούσε ο ηγούμενος. Για να τον ευχαριστήσει. Ακολούθως μετοίκησαν κι αυτοί παραδίπλα, στον θύλακα του Κιόνελι για προστασία. Το κομμάτι που προοριζόταν για τους Τούρκους στο Σχέδιο Άτσεσσον και επί Χούντας τις μέρες εκείνες, να το δώσουν ως αντάλλαγμα την Ένωση, τάχα…

Οι μέρες του καλού και του κακού, σκεφτόσουν, οδεύοντας μονάχος προς το σπίτι. Ο Αλέξης έφυγε κι εκείνος συλλογισμένος. Η Ιστορία γελούσε μαζί μας, στέλνοντάς μας ανέκδοτα. Πολλοί τ’ ακούγανε, μένανε παγεροί, δεν γελούσαν. Άλλοι σκάγανε στα γέλια. Η ίδια καθόριζε εμάς και την ιδιοσυγκρασία μας, τους γείτονες, τα σύνορα, τους θεούς και τους διαβόλους μας, τους ανθρώπους, το μέλλον; Ρωτούσε τον εαυτό του ο Αλέξης. Που αν σκάψεις λίγο το γενεαλογικό μας δέντρο, ίσως ανακαλύψεις εκείνα τα ριζίδια από τα οποία δύσκολα μπορείς να ξεμπλέξεις. Τότε που ο αρχιεπίσκοπος τάδε, δεν δέχτηκε τους λινοπάμπακους πίσω στους Έλληνες, γιατί, λέει, ομολογώ εν βάπτισμα… ο κατάρατος! Ακόμη και στα ίδια πηγάδια σμίγουν κόκκαλα αλλόθρησκων. Εκτός κι αν τους ξεχωρίσουν από την περιτομή. Όπως το τραγικό παράδειγμα που είχε γίνει πρωτοσέλιδο εκείνες τις μέρες. Για τον νεαρό Γαλατάκη που είχε χάσει τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό, μαζί με άλλους τρεις συμφοιτητές του της Κτηνιατρικής, στην Τεχεράνη. Βρέθηκαν εκεί με μια τρίμηνη υποτροφία της ΦΑΟ. Οι δυο Πέρσες είχαν ταφεί στη χώρα τους ενώ οι άλλοι δυο, ο Κύπριος και ο Τούρκος στάλθηκαν στις πατρίδες τους ανάποδα. Των Κυπρίων ο γιος από ανοιχτόχρωμος έμοιαζε μελαψός, νόμισαν πως τούτο οφειλόταν στο δυστύχημα και την ταρίχευση και προχώρησαν στην ταφή. Μόλις, όμως, φτάσανε σπίτι, ειδοποιήθηκαν από την Αστυνομία. Οι Τούρκοι πήρανε ένα ξανθό νεκρό αλλά, κυρίως, χωρίς περιτομή. Τους ανταλλάξανε, βέβαια. Οι μοιρολογήτρες θρηνήσανε όπως και χτες. Τον μη περιτετμημένο νεκρό τους.

*  Ο Χρίστος Χατζήπαπας εξέδωσε τέσσερεις ποιητικές συλλογές,, τρία μυθιστορήματα και πέντε συλλογές διηγημάτων, με τελευταία την Αλλόφυλοι εραστές. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση. Το μυθιστόρημά του Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου επανεκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδ Γκοβόστη. Δύο μυθιστορήματα και δύο συλλογές διηγημάτων του τιμήθηκαν με Κρατικό βραβείο.

Το μυθιστόρημά του Στο μάτι του φιδιού, εκδ. Καστανιώτης, 2000, κυκλοφόρησε στα βουλγάρικα, ενώ συλλογές διηγημάτων του κυκλοφόρησαν στα γαλλικά, βουλγάρικα, τούρκικα, αγγλικά και αλβανικά. Ο Χρ. Χατζήπαπας διετέλεσε επί σειρά ετών Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή.

Το 2017 του απονεμήθηκε το βραβείο «Γ.Φ.Πιερίδης» από την Ένωση Λογοτεχνών για τη συνολική προσφορά του στην Κυπριακή Λογοτεχνία.