Scroll Top

“Η αφήγηση του τόπου και ο τόπος ως αφήγηση” από τον Γιώργο Βέη

 Παλίμψηστα τοπία: τα κείμενα-κάτοπτρα, ο υπομνηματισμός τους

                                                     Στην Άννα Αφεντουλίδου

 

1. Βαθμίδες επαφής: η γεωγραφία ομιλεί

Θα ήταν στη μέση περίπου των γυμνασιακών μου χρόνων. Τότε, θυμάμαι, είχα προλάβει να συγκρατήσω από εκείνες τις πολύωρες, αναγκαστικές κατά κανόνα αναγνώσεις, εκτός των άλλων, τις εξής σκέψεις: «Οι άνθρωποι αναζητούν τόπους για απόσυρση, εξοχές και παραλίες και όρη και εσύ πολλάκις βρέθηκες να τα λαχταράς. Όλα αυτά όμως είναι χρήσιμα μόνον εις τους ανόητους, αφού εσύ μπορείς όποια στιγμή θελήσεις ν’ αποτραβηχτείς στον εαυτό σου. Γιατί πουθενά δεν είναι πιο ήσυχα και αμέριμνα για τον άνθρωπο παρά μέσα στην ίδια του την ψυχή και ιδίως για εκείνους που έχουν εύτακτο τον εσωτερικό τους κόσμο ώστε όταν τον κοιτάζουν καταλαμβάνονται από μεγάλη γαλήνη. Και ως τέτοια εννοώ την αρμονία. Συχνά δίνε λοιπόν τού εαυτού σου, τού είδους αυτού την απομόνωση και ανανέωσέ τον».

Τα είχα αποθησαυρίσει όλα αυτά από το περιώνυμο εκείνο σύγγραμμα του Μάρκου Αυρήλιου Αντωνίνου Αυγούστου. Ο τίτλος του μάλιστα Εις εαυτόν δεν σήμαινε για μένα κάτι το εκκωφαντικά αυτιστικό ή παθιασμένα αυταρχικό. Στη λέξη «εαυτός» ίσως να φώλιαζε κάτι το αδιαμφισβήτητα οικείο. Kάτι το εμφανώς φίλιον. Την ίδια περίοδο, στη διάρκεια των πολυπόθητων διακοπών, επισκεπτόμουν και την ιδιαίτερη πατρίδα της μητέρας μου, τη Σαντορίνη και το γενέθλιο, αντίστοιχα, νησί του πατέρα μου, τη Σάμο. Επρόκειτο για τα δεδομένα δώρα, τα ανεκτίμητα, των συγκυριών της ζωής. Ακριβώς τότε, στη διάρκεια εκείνων των πρώτων ανακαλύψεων τοπίων, αισθάνθηκα για πρώτη φορά ένα είδος εισαγωγής στην πληρότητα του είναι.

2. Η μαθητεία στο άπω

«Η πραγματικότητα προσεγγίζεται με τα σύνεργα της απόλαυσης»
Ζακ Λακάν

Ακολούθησε η σταδιοδρομία μου στον διπλωματικό κλάδο του Υπουργείου Εξωτερικών. Διήρκησε, όπως προβλεπόταν, τριάντα πέντε ακριβώς χρόνια. Τοποθετήθηκα σε δέκα σημεία του πλανήτη, μοιρασμένα μάλιστα και στις πέντε Ηπείρους. Ήτοι, διαδοχικά: Νέα Υόρκη, Ντόρτμουντ, Πεκίνο, Μελβούρνη, Χονγκ Κονγκ, Σεούλ, Γιαουντέ, Χαρτούμ, Τζακάρτα και Παρίσι. Ο εαυτός μου, έτοιμος ή μη, υποδεχόταν κατ’ ανάγκην κάθε φορά, όσο καλύτερα γινόταν, το άλλο. Χωρίς περιστροφές και με όση ειλικρίνεια διέθετε. Το νέο τοπίο διεκδικούσε αποφασιστικά μια θέση εντός μου. Το μέχρι λίγο πριν «ξένο» ή εννοούμενο πρόχειρα, σε ορισμένες περιπτώσεις και ως «εξωτικό», άρχιζε να γίνεται το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο σπίτι μου και ούτω καθεξής. Ο εαυτός φώλιαζε κατά συνέπεια σε πτυχές του εκεί.

Κατ’ αυτό τον τρόπο οι πρωτεύουσες και οι πόλεις της αλλοδαπής, η μια μετά την άλλη, επρόκειτο να καταστούν τα διακριτά μέρη ενός ψηφιδωτού σημασιών. Τα ελληνικά μας εύρισκαν ταυτοχρόνως τρόπους να οικειοποιηθούν χωροχρόνους. Έτσι, η ουσία του τοπίου ενσωματώνεται στο ρήμα. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Κλάουντιο Μάγκρις, «ορισμένοι τόποι ενίοτε ταυτίζονται με το είναι μας, συγκροτούν τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τον κόσμο. Τόποι σημαίνει τοπία, φυσικά ή οικοδομημένα από τον άνθρωπο ή μάλλον και τα δύο, η λίμνη και το μικρό σπίτι στην όχθη της είναι άρρηκτα συνδεδεμένα σ΄ ένα ποίημα του Μπρεχτ. Τόποι σημαίνει κυρίως πρόσωπα, λιγότερο ή περισσότερο οικεία ή σχεδόν άγνωστα, αλλά πάντως μάρτυρες, μολονότι μεροληπτικοί, της δικής μας ύπαρξης»(βλ. Στιγμιότυπα, σελ. 145 εκδόσεις Καστανιώτη).

Nα προσθέσω ότι σχεδόν πάντα κρατώ σημειώσεις – πρώτες εντυπώσεις – αυτόματες διασυνδέσεις ποσοτήτων και ποιοτήτων ενός τόπου με μια έννοια, με ένα σύμβολο – απλά συμβάντα – συνόψεις γεγονότων. Νύξεις βιωμάτων. Προσπάθεια να μείνει το εγώ στη θέση του υποψιασμένου θεατή και όχι του αυτοσχέδιου πρωταγωνιστή. Και φυσικά διατηρώ ένα καλό φωτογραφικό αρχείο. Λειτουργεί ως να ήταν η ικανή και αναγκαία γραμματειακή υποστήριξη. Κι έχω πάντα την αίσθηση ότι γράφοντας, επιστρέφω στα ινδάλματα των κρίσιμων τοπίων. Δεν γράφω-ας τον επισημάνω αυτό – όπως ομιλώ. Γράφω όπως ακριβώς σκέπτομαι. Και είμαι αναγκασμένος, λόγω ακριβώς των περιστάσεων, να σκέφτομαι με σωτήρια ταχύτητα. Η επεξεργασία που ακολουθεί, η ανάπλαση ή κι η αναπαλαίωση δηλαδή των όσων αποτελούν αναπόσπαστα πλέον τμήματα της παρακαταθήκης των τοπίων μου, συνιστά ένα είδος τελετής. Κοντολογίς, είναι η προετοιμασία και η συνακόλουθή εμπειρία ενός ακόμη ταξιδιού. Όχι στο πεδίο του φαντασιακού ή έστω του συμβολικού, αλλά στο πεδίο του πραγματικού.

3. Οι γραμματικές εικόνες ως αλήθεια

«Η Λάδη είναι μικρό νησί που βρίσκεται κοντά στη Μίλητο»
Ηρόδοτος, Ιστορίαι, ΣΤ΄

Έχω συγκρατήσει μεταξύ άλλων, ότι «η μορφή ενός βιβλίου έχει κάτι από τη μορφή μιας πόλης: η σχέση τους είναι υπόγεια και μόνο οι αμετανόητοι διαβάτες μπορούν να την αντιληφθούν. Χάνεσαι, επιστρέφεις, φωλιάζεις μέσα τους. Δεν υπάρχει καλύτερος οδηγός από την εσωτερική μας πυξίδα με το χαραγμένο από ένστικτα και προαισθήσεις ανεμολόγιό της [. . .] Το λιγότερο που μπορεί να ισχυριστεί κανείς είναι ότι ο τόπος εμπνέει τη συγγραφή. Ιδίως αν πρόκειται συγχρόνως για τον τόπο της έρευνας που αποτελεί και αφετηρία της συγγραφής. Ο καθένας έχει τον δικό του» (βλ. Pierre Assouline, Οι βίοι του Ιώβ, , Πόλις, 2013). Αναλόγως λοιπόν συντάσσω κειμενοχωροχρόνους. Οίκοθεν νοείται: η γραφή μου δεν αποδέχεται τα δεδομένα των αισθήσεων ως δήθεν έχουν, δηλαδή στην πρώτη μορφή τους. Αφού τα επεξεργαστεί στο βαθμό του δυνατού, επιχειρεί να αφουγκραστεί και στη συνέχεια να διερμηνεύσει τις όποιες τυχόν στο βάθος κεκρυμμένες ουσίες. Το όντως ον, για να θυμηθούμε τον Πλάτωνα. Δεν ακυρώνω, για να το διατυπώσω διαφορετικά, την αμεσότερη πραγματικότητα. Απλώς τη διευρύνω, την ακτινογραφώ, την αναβαθμίζω. Σηκώνοντας το πέπλο της Μάγια, που ξέρει να την καλύπτει τόσο καλά την πραγματικότητα, όπως φρονούν οι Ινδουιστές, βλέπω και αποτυπώνω το τι. Έχω μάλιστα συγκρατήσει και την εξής οδηγία για την προσφορότερη απόδοση των εκασταχού εκάστοτε ζητουμένων: «Θα πρέπει πάντοτε να λέμε ό,τι βλέπουμε˙ και το κυριότερο, αλλά και πιο δύσκολο, θα πρέπει πάντοτε να βλέπουμε ό, τι βλέπουμε», ή κατά λέξη, όπως θα ήθελε ο ίδιος ο Charles Péguy (1873-1914) «Il faut toujours dire ce que l’ on voit. Surtout, il faut toujours, ce qui est plus difficile, voir ce que l’ on voit». Συγκεντρώνομαι στο τοπίο σημαίνει, κατά συνέπεια, συγκεντρώνομαι στην ετερότητα. Συ-ζω. Συν-υπάρχω. Θεωρώ ότι εισάγομαι στο άλλο, όταν μου δείξει τον τρόπο να το αντιληφθώ, έστω σε ένα πρώτο, πάντως δημιουργικό βήμα ωσμώσεων. Ναι, σε κάθε σχεδόν σημείο υπάρχει η ικανή και αναγκαία ύλη των συζεύξεων, των συσχετισμών. Δεν έχω παρά να μεταφέρω στην οθόνη του υπολογιστή μου ό, τι η συγκεκριμένη συναντίληψη μού προσφέρει αυθόρμητα. Εννοείται σε συνεργασία πάντα με την κορυφαία εκείνη βοηθό, την υπέρ-συναίσθηση. Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον φιλόξενο αυτόν ιστότοπο.

 * Ο Γιώργος Βέης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε επτά ευρωπαϊκές γλώσσες και στα κινεζικά. Το πρώτο του βιβλίο, “Φόρμες και άλλα ποιήματα”, εκδόθηκε το 1974. Από το 1976 ασχολείται με την κριτική της λογοτεχνίας. Έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μαρτυρίας το 2000, για το βιβλίο “Ασία, Ασία”, και με το Κρατικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας το 2010, για το βιβλίο “Από το Τόκιο στο Χαρτούμ”. Η ποιητική του συλλογή “Λεπτομέρειες κόσμων” (εκδ. Ύψιλον) απέσπασε το Βραβείο Λάμπρος Πορφύρας της Ακαδημίας Αθηνών το 2007. Το 2012 του απονεμήθηκε ο Ανώτερος Ταξιάρχης του Φοίνικος για τις υπηρεσίες του στο διπλωματικό σώμα.Το 2014 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου του. Τον Ιούλιο του 2015 διορίστηκε Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην UNESCO. Τιμήθηκε με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Μαρτυρίας – Βιογραφίας – Χρονικού – Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας του 2016 για το βιβλίο του με τίτλο “Παντού: Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις”.