Scroll Top

Χρύσα Φάντη – Φταίμε, δεν λέω…

Η αλήθεια είναι πως, μετά την απόφασή σου να με αφήσεις χωρίς εξήγηση –πράγμα πολύ φυσικό, καθώς δεν υπάρχει εξήγηση για την ασφυξία–, έχω πειστεί ότι ο χρόνος φτιάχνει τα πλέον παιδαριώδη σενάρια –μάστορας των πιο λανθασμένων εκδοχών–, αφού κάθε ετεροχρονισμένη εξήγηση είναι από μόνη της μια παρεξήγηση και κάθε κατοπινή υπόθεση τίποτα περισσότερο από ευχολόγιο για παπαγάλους, διατριβή στο χάος και σαχλό αποκύημα εικασιών,

το ξέρω,

το έχω πια εμπεδώσει, αυτά που ήταν να μου συμβούν έχουν ήδη συμβεί, αλλά τίποτα τελικά δεν συμβαίνει, και μόνο φούσκες φούσκες φούσκες και γυροβολιές στα ίδια και στα πιτίδια, και στιγμές μάταιης εναντίωσης σε μια κατάσταση που πάντα θα διαφεύγει και μια πραγματικότητα που είναι αδύνατον να την κοιτάξεις στα μάτια χωρίς να θελήσεις να το βάλεις στα πόδια, ενώ ήδη θα έχεις καθηλωθεί στο ίδιο σημείο.

Προχωρημένος Δεκέμβρης, βρέχει, και μάλλον θα συνεχίσει να βρέχει, κάτι ταλαίπωρο μέσα μου συνεχίζει να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει σαν τρόμπα∙ και, όταν φουσκώνει, το νιώθω καρπούζι έτοιμο ν’ ανοίξει στα δυο και, όταν ξεφουσκώνει, μαστάρια κατσίκας που τα έχεις περάσει στο μπλέντερ μαζί με το αίμα του ζώου το ξέρω πως είναι γελοίο, αναρωτιέμαι όμως αν ποτέ σου αναρωτήθηκες τι σημαίνει να συνεχίζεις με πλήρη επίγνωση της γελοιότητάς σου, και εννοώ μ’ ένα τέτοιο πνευμόνι ή μια τέτοια καρδιά – το καταλαβαίνω, βέβαια, όλα είναι ένα τίποτα και τίποτα περισσότερο από απλά μαθηματικά (αν και:ένα και ένα δεν κάνουν απαραίτητα δύο) –

βρέχει, ο ουρανός σήμερα είναι βαρύς, έχω αφήσει το διαμέρισμά μου, κατευθύνομαι στο πλησιέστερο σουπερμάρκετ για τα αναγκαία (αν μου ζητούσαν να με σκιτσάρω, θα μου έδινα τη μορφή πουλιού που έχει μεταμορφωθεί σε ερπετό) – συνεχίζω να νιώθω αποσυνδεμένος και ακούω από παντού συριγμούς και λόγια για εμφυσήματα και πλαστικά μπαλονάκια − βαδίζω και, μετά από κάμποσα βήματα, η καρδιά μου χοροπηδά και το κεφάλι μου μοιάζει με αερόσακο που, από κάποιο λάθος στην κατασκευή του, ξαφνικά γιγαντώνεται και με πνίγει∙ πνίγομαι, αλλά κανείς δεν μ’ ακούει, γιατί ως γνωστόν, όταν πνιγόμαστε, πνιγόμαστε στα μουγκά.

Πιθανόν και να συμφωνήσω: ήπια τραμπαλίσματα αντιμετωπίζονται με καλή συντήρηση των αμορτισέρ –κατανοητό–, κακά οδοστρώματα είναι φυσικό να προκαλούν ολισθήματα, αλλά ένα μοιραίο ολίσθημα πιθανόν να εξαρτάται και από άλλες τινές παραμέτρους – από την άλλη: μια φουσκίτσα στο λάστιχο μπορεί να χρήζει παρακολούθησης, αλλά ένας θρόμβος σε κεντρική αρτηρία συνιστά εντελώς άλλης ποιότητας γεγονός, και σ’ αυτό δεν υπάρχει ένσταση ούτε και χωρεί αμφιβολία.

«Προχώρα», λέω από μέσα μου, «δεν είναι ώρα τώρα να τα βροντήξεις», αλλά από άλογο κούρσας έχω ήδη μεταμορφωθεί σε χελώνα, «προχώρα», λέω, αλλά την ίδια στιγμή μετανιώνω και σκέφτομαι πως, όταν το πράγμα δεν πάει άλλο, καλύτερα να εγκαταλείπεις,

το παραδέχομαι, ιδιόρρυθμος και δυσκοίλιος, αυτός ανέκαθεν ήμουν, αλλά πλέον η ιδιορρυθμία δεν είναι ιδιορρυθμία αλλά μια άλλου είδους κανονικότητα, σήμερα οι άνθρωποι προχωρούν γεμάτοι εκζέματα και σπυριά, και αυτό συνιστά κανόνα,

φταίμε, δε λέω,

αλλά φταίνε και τούτα τα λίπη που σύντομα θα μας τα παρέχουνε δωρεάν στα παντοπωλεία του δήμου,

φταίμε,

αλλά φταίνε κι αυτοί οι θρόμβοι που θυμίζουν τσιχλόφουσκες κολλημένες πάνω στην «Κραυγή» του Μουνκ, «όμως εσύ κλείσε τώρα μάτια κι αυτιά και προχώρα, πριν να σου βγάλουνε στο γουναροπάζαρο και τον τελευταίο σου ρόγχο» −λέω του εαυτού μου− «και προπαντός μην ξεχάσεις ν’ αγοράσεις χλωρίνες και παγίδες για τα ποντίκια»,

«Έλα, προχώρα, προσπάθησε, σε καλό δρόμο είσαι», λίγα βήματα ακόμη, και θα βρίσκεσαι στο προαύλιο του Άγιου Παντελεήμονα, ιδού, έφτασες κιόλας στο καινούργιο στέκι των Σουδανών, «Έλα, προχώρα, προσπάθησε, λίγα βήματα ακόμη», και θα βρεθείς μούρη με μούρη μ’ αυτόν τον άντρα (ύφος ανυπόμονο, γκρι τραγιάσκα, μπαστούνι) − αυτό το ραμολί, που περιμένει να σταματήσει η βροχή για να γυρίσει στο συνηθισμένο του τσατ με τούτες εδώ τις μαυρούλες, μια Μίκρα από τη Γουατεμάλα κι εκείνη την άλλη, θύμα εμφύλιας νάρκης από την Αιθιοπία, τη Ρουάντα, την Ακτή του Ελεφαντοστού,

αναρωτιέμαι όμως τι σόι νταραβέρι μπορεί να έχει ένας γέρος που μοιάζει με μακαρίτη μ’ αυτές τις έφηβες που σέρνουνε κάθε μέρα ταμέλη τους μέσα και έξω από έναν σωλήνα, κι αυτή η ερώτηση θα μπορούσε να έχει το ενδιαφέρον της αν δεν ήταν μόνο μια διερώτηση και μια απορία προς εαυτόν – «εσύ όμως τώρα συνέχισε να βαδίζεις πίσω απ’ αυτή την αθλητική κοπέλα», λέω του εαυτού μου – συνέχισε πίσω απ’ αυτή την ενδιαφέρουσα νεαρή: φούστα του τένις, παπούτσια αθλητικά, σακίδιο που κρέμεται στην ωμοπλάτη, μαλλιά καστανά και πολύ κοντά (ίδια με τα δικά σου, όπως τουλάχιστον, τα θυμάμαι), ελιά στον σβέρκο (είχες κι εσύ μια τέτοια ελιά στο ίδιο ακριβώς σημείο).

Ναι, ας διασχίσω τον δρόμο παρέα μ’ αυτή τη νεαρή ύπαρξη που μοιάζει κάπως και με σωσία σου, μαζί της κι εγώ, από πίσω, τη βλέπουμε τώρα στο ένα βήμα απόσταση ν’ αλλάζει κατεύθυνση και να πλησιάζει ένα ΑΤΜ, αλλάζω κι εγώ την πορεία μου και συνεχίζω να την ακολουθώ κατά πόδας, την πλησιάζω, την έχω ήδη αρκετά πλησιάσει και την παρατηρώ καθώς ρίχνει αριστερά-δεξιά αγχωμένες ματιές – ο δεξιός καρπός της κινείται γρήγορα και σχεδόν αυτόματα πίσω από το καντράν, ενώ η αριστερή παλάμη της, ανοιχτή πάνω από το πληκτρολόγιο, σκεπάζει την κίνησή της – κίνηση που, πάρα τη χάρη της, θυμίζει σπασίκλα σε διαγώνισμα.

Βρίσκομαι ακριβώς από πίσω της, αναπνέω μια σπιθαμή πάνω από τον σβέρκο της, μπορώ ακόμη και να την αγγίξω, και προφανώς την αγγίζω, γιατί εκείνη γυρίζει απορημένη.

«Ξέρετε, εδώ που στέκεστε έγινε χτες μια ληστεία», της λέω και τη βλέπω να γουρλώνει τα μάτια.

«Τι μου λέτε;»

«Μα, ναι, εδώ ακριβώς», επιμένω, και της δείχνω το οδόστρωμα δύο σπιθαμές απόσταση από τις φτέρνες και τ’ ακροδάχτυλά της.

«Τι να πει κανείς; Ζούγκλα έχουμε καταντήσει», λέει.

«Ναι, δίκιο έχετε, ζούγκλα», της απαντώ.

«Είχε θύματα;» με ρωτά, ενώ μουγκός συνεχίζω να της δείχνω με το δάχτυλο το εν λόγω σημείο.

«Λοιπόν, είχε θύματα;» με ξαναρωτάει, και σφίγγει την τσάντα πάνω στο στήθος της, με ύφος που δεν επαιτεί, απαιτεί,

είμαι σίγουρος πως, αν δεν της μιλήσω για θύματα, θα με περιφρονήσει, αλλά αίφνης συνειδητοποιώ πως όλο αυτό στην πραγματικότητα μου είναι παντελώς αδιάφορο ή, εν πάση περιπτώσει, έχει πλέον πάψει να με γυροφέρνει∙ εξάλλου, όσα της είπα δεν είναι παρά ένα παραμύθι που μόλις λίγα λεπτά πριν επινόησα, ένα αληθοφανές ψεματάκι που μόλις έβγαλα από το μυαλό μου.

«Τι να πει κανείς, δίκιο έχετε, ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ένας Νεάντερταλ», μουρμουρίζω, ενώ εκείνη με κοιτά μπερδεμένη, «θέλω να πω, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην κρύβει κάποιον κανίβαλο μέσα του», συμπληρώνω, και με την άκρη του ματιού μου τη βλέπω που συνεχίζει να με κοιτά μπερδεμένη – τα πάντα πάνω μου ένας περίγελος.

(το αφήγημα «Φταίμε, δεν λέω…», αποτελεί απόσπασμα από το εκτενές διήγημα «Κουφόβραση», της προς έκδοση συλλογής διηγημάτων ΣΕ ΘΟΛΑ ΝΕΡΑ (εκδ. ΣΜΙΛΗ, 1η ΕΚΔΟΣΗ: ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 2021).