Scroll Top

«7 + 1 Ποιήματα για τον Σεπτέμβριο του 2022 στο Culture Book»

Ύστερα από αιώνες βίας, καταστολής και δαιμονοποίησης κάθε μορφής καλλιτεχνικής δραστηριότητας των γυναικών και το φίμωμα τους από την πατριαρχική εξουσία, σήμερα οι γυναίκες τουλάχιστον σε κάποια μέρη του πλανήτη μπορούν να απελευθερώσουν την δημιουργική τους φύση και να διαπρέψουν σε κάθε μορφή τέχνης και φυσικά και στην ποίηση. Όταν μου δόθηκε λοιπόν η ευκαιρία από το culturebook να επιλέξω 7+1 ποιήματα για τον μήνα Σεπτέμβριο, διάλεξα ποιήματα μόνο γυναικών δημιουργών. Θέλησα έτσι να τιμήσω το φύλο μου, το οποίο αγαπώ και εκτιμώ γιατί πιστεύω στην αστείρευτη ικανότητα της Γυναίκας να δημιουργεί κάθε είδους ζωή. Οι έξι εκ των οκτώ ποιητριών των οποίων τα ποιήματα επέλεξα ανήκουν πολλά χρόνια στον χώρο, έχουν εκδώσει πολλές ποιητικές συλλογές και διαπρέπουν η κάθε μία με το ξεχωριστό και προσωπικό στυλ γραφής της στην ποίηση. Οι δύο νεότερες ποιήτριες Θάνογλου και Σιώζιου ανήκουν σε μία νέα γενιά γυναικών δημιουργών που υπόσχεται πολλά για το μέλλον της ποίησης στην Ελλάδα.

Θα ήθελα να συμπεριλάβω πολλές ακόμα γυναικείες και πολύ ενδιαφέρουσες φωνές γιατί ο κατάλογος είναι ευτυχώς μακρύς. Ελπίζω να μου δοθεί ξανά η ευκαιρία.

Τέλος, επειδή εγώ προσωπικά δεν θεωρώ ότι ο χαρακτήρας και η στάση ζωής ενός ή μίας δημιουργού είναι ανεξάρτητη από το έργο του/της, να επισημάνω εδώ επίσης ότι και οι οκτώ ποιήτριες τα ποιήματα των οποίων επέλεξα για τον μήνα Σεπτέμβριο χαρακτηρίζονται για το ήθος τους και την κοινωνική τους ευαισθησία.

Χλόη Κουτσουμπέλη

 

Κούλα Αδαλόγλου

πηγμένες εκπνοές σε σβώλους

Έτριβε το μάρμαρο ο εργάτης στο τελευταίο σκαλοπάτι
δίπλα στο λεβητοστάσιο της οικοδομής
γέμισε άσπρη σκόνη η είσοδος, το ασανσέρ και τα πνευμόνια του.
Στον καθρέφτη κάποιος έγραψε τα τετριμμένα
και κάποιος άλλος «πνίγομαι».
Βρήκε αυτή σε μια γωνιά πηγμένες εκπνοές σε σβώλους
τις ζέσταινε στη χούφτα της ως τον όροφο ψηλά
άνοιξε την πόρτα
σκόρπισαν στον διάδρομο απ’ το χέρι της
στίχοι σπαράγματα και μουσικές γρατζουνισμένες.

Δεν ξέρει πόσος χρόνος έχει περάσει
που προσπαθεί ν’ αποκρυπτογραφήσει.
Δεν ξέρει πόση άσπρη σκόνη έχει καθίσει πάνω της
καθώς γλιστρά το νόημα σωπαίνει ο ήχος
και κουλουριάζονται σε σβώλο,
και πάλι απ’ την αρχή.

Edward Hopper (1882–1967) / Western Motel, 1957

Ελευθερία Θάνογλου

Περί φθόνου και άλλων δεινών

Κι αν στην αποκάλυψη
πως το δώρο της ζωής σπατάλησα
τόσο άδοξα, τόσο βρώμικα για να λέγομαι
Άνθρωπος
κι αν όλα αυτά είναι γραφτό να χαθούν
στα βάθη πολλών όμοιων θανάτων
μα στων δικών σας βούρκων τη μνήμη
σαν μπουρμπουλήθρες να σταθούν,

καλοί μου άνθρωποι

ως βάλτοι διαυγείς
δείξτε έλεος όταν τον δείκτη σας σηκώνετε
να υποδείξετε την λέρα
στου καθαρού λαιμού σας
τον πολιτισμό.

Άλλωστε
δεν είναι και λίγο να πνίγεται κανείς
μέσα στον εμετό του.

Edward Hopper (1882–1967) / Night Windows, 1928

Κατερίνα Καριζώνη

Η σκούπα μου

Τελευταία κάνω παρέα με τη σκούπα μου
Δε την βάζω να κλαίει
Παρά μόνο κλαίω εγώ πλάι της
Κλαίω γιατί οι φίλοι μου λείπουν
Πάντα λείπουν σε μακρινά ταξίδια
Λείπουν μες στο μυαλό τους
μέσα στα ρούχα τους
Μες στα χοντρά χιονισμένα παλτά τους
Παίζουν τάβλι κλεισμένοι σε παλιές ντουλάπες
Παίζουν μονόπολη στα ερειπωμένα εξοχικά τους
Παίζουν φιδάκι με αληθινά φίδια στο φωταγωγό
Πάντα λείπουν οι φίλοι μου
Όταν τους χρειάζομαι
Κρύβονται βαθιά μέσα στις τσέπες τους
Κρύβονται στα συρτάρια με τα χάπια
Κρύβονται κάτω απ΄τις βρώμικες πέτρες του δρόμου
Γι΄αυτό κι εγώ τελευταία κάνω
παρέα μόνο με τη σκούπα μου
Την φωνάζω Κλυταιμνήστρα
της φοράω τα παιδικά φουστάνια μου
της φοράω τα ρούχα της νεκρής μαμάς μου
της φοράω τα στέφανα του γάμου μου
και καμιά φορά πετάω μαζί της
Στα ποιήματα.

Edward Hopper (1882–1967) / Intermission, 1963 

Ηρώ Νικοπούλου

Θήτα Τριαδικόν

Τριγυρνούσε πάντα
πολύτροπο και σιωπηλό
σύχναζε στα πιο απίθανα μέρη
συνήθως φώλιαζε πίσω από τα μάτια
στη διεσταλμένη σκιά
παραφυλούσε αθέατο μέχρι να το ζητήσεις

Φύσηξε κάποτε Φως
κι ανάδεψε τα νερά και τα σύννεφα
αναδύθηκε στα λαμπερά μάτια γυναίκας
την πρώτη φορά που δεν είδε τα έμμηνα

Βούλιαξε ύστερα για λίγο στο κλάμα
του Αδόλφου του Ιωσήφ και του Τζακ
όταν βρέφη θηλάζαν τη μάνα τους

Άνθισε στο χαμόγελο του στρατιώτη
όταν γέρνοντας απαλά στο χιόνι
φίλιωσε τον εκτελεστή του
για πάντα με το χώμα

ΤοΜεγαΘήτα είναι καθημερινό κι αιώνιο
συχνάζει στα μπαρ και στα πάρκα
είναι ντροπαλό σαν φεγγαρόγατος
κρύβεται κι ανθίζει μονάχο
είναι φορές που θυμώνει μέσα του
ο Μέγας Θεριστής
κι άλλοτε πάλι κάνει ν’ αυγαταίνει
το κρασί το ψωμί και το σώμα
φανερώνεται όμως εντέλει σε όλους

Το νανουρίζω τώρα στην αγκαλιά μου
προσμένοντας να δω ποια Μορφή του
θα με κοιμηθεί

Edward Hopper (1882–1967) / Cape Code Morning, 1950

Παυλίνα Παμπούδη

Ατάκτησα ξανά

Ατάκτησα ξανά: με άναψα
Και κρύφτηκα μετά στη ζωγραφιά μέχρι να δω
Τη φλόγα να γυρνά στο ξύλο, το ξύλο στο νερό
Και το νερό στον ουρανό – πάντα γυρνάνε
Να δώσουν αρραβώνα τα στοιχεία
Να κάνουν πρόβα στη συντέλεια-

Πάλι ατάκτησα. Και κρύφτηκα μετά, μη με μαλώσουν
Στο πιο βαθύ κρησφύγετο, όλο σπασμένα
Σκονισμένα σσσς
Και σχέδια επί σχεδίων και
Μυρωδιές από βιβλία ιερά – ανίερα
Ξεθυμασμένες
Όμως και ξάφνου έντονες πολύ και τοξικές
Όταν αγγίζουν ποίηση –

Στο μεταξύ ας μουτζουρώσω κι άλλο, είπα
Να, μονοκονδυλιά η αποτύπωση:
Σπιτάκι παιδικό, λείπει η πόρτα
Βυζαντινό, απόκρημνο και οξυκόρυφο
Βαρύ το όρος πίσω, λείπει ο θεός
Η θάλασσα σγουρή κι ο ήλιος αχινός
Σε πρώτο πλάνο
Γυμνό κλαρί κουφό, τυφλό, σε άλλο μήνα
Σε σύντομη αναστολή ζωής
(Που όμως διαρκεί για πάντα στο μεγάλο χρόνο
Εκεί που ονειρεύεσαι ανθό, θυμάσαι
Σκιρτήματα των φύλλων στις φωτοσκιάσεις
Θροΐσματα αχ χλόης φεύγοντας πλαγιαστά στο βοριαδάκι
Ονειρεύεσαι)-
Τέλος, στην άκρη του χαρτιού το ανθρωπάκι
Αδέξιο κι έτοιμο να πετάξει-
…………………………………………………………..

Εκεί με βρήκαν. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.
Δεν έτυχαν τυχαία όλ’ αυτά-

Edward Hopper (1882–1967) / Elevan A.M., 1926

Αγγελική Σιδηρά

Μητέρα δωρητῆ σώματος

Ἀναστημένα σὲ ξένο πρόσωπο τά μάτια σου
ἔκπληκτα γύρω τους κοιτάζουν, δίχως μνῆμες
κι ἐμένα ἀδιάφορα μὲ προσπερνᾶνε
σὰ νὰ μὴ μ’ ἀγαπήσανε ποτέ.
Ἄρρυθμοι οἱ κτῦποι τῆς καρδιᾶς σου
στὸ στῆθος κάποιου ἄγνωστου
παράφορα ἀγωνίζονται
νὰ συμφωλιωθοῦν μὲ τὴ δική του τὴ ζωή.

Πῶς ἔτσι ἄσπλαχνα μὲ καταδίκασες παιδί μου
μὲς ἀπὸ σένα ν’ ἀγαπήσω
ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὑποψήφιους νεκρούς;
Πόσες φορὲς ἀκόμα
μαζί τους θὰ πεθαίνεις λίγο λίγο
καὶ ὕστερα
σὲ πόσους τάφους θὰ κοιμᾶται τὸ κορμί σου;

Edward Hopper (1882–1967) / Compartment C Car, 1938

Δανάη Σιώζιου

Ο Παγετώνας

Αγαπητέ κύριε,

περπατήσατε πολύ
μέσα στην κοιλότητα της απουσίας μου
αγγίξατε το παλιό χιόνι και τον πάγο
είδατε τα σημάδια των ανθρώπων
ξέρετε, πολλοί με μπερδεύουν για ποτάμι,
φταίνε τα γηρατειά μου,
κάποτε κάλυπτα τα πάντα εδώ πέρα
τίποτα δεν ανέπνεε
είμαι πολλών χιλιάδων ετών και πεθαίνω
καμιά φορά κοιτάζω τα ζώα
καθώς τρέχουν και κυνηγούν
που και που ξεδιψούν πολύ κοντά μου
κοιτάζω τα βουνά και αναρωτιέμαι
αν εγώ τους έδωσα το σχήμα τους
αναρωτιέμαι σε πόσες χιλιάδες χρόνια
θα πέσει ένα κομμάτι τους
δεν θα υπάρχουμε τότε πια εσείς κι εγώ
και καμία γλώσσα δεν θα μας περιγράφει.

Φιλικά,
ο Παγετώνας

Αγαπητέ Παγετώνα,

δεν βρήκα ποτέ τον κόσμο αξιοθαύμαστο
τίποτα χρήσιμο εδώ πέρα για τους ανθρώπους
μερικές φορές αισθάνομαι πως τίποτα δεν κινείται
μόνο κάτι ελκύει τα πράγματα
ή τα παρασύρει σε ρεύμα
εγώ ακολουθώ την αντίστροφη πορεία
την επόμενη εβδομάδα θέλω να ξαπλώσω κοντά σας
να δω μία βροχή από μετεωρίτες
τα πόδια μου απλωμένα στο σκοτάδι
θα ήθελα να μείνω εδώ
ωστόσο κάτι με καλεί
να επιστρέψω μέσα από φωτιές
και από πάγους.

Με εκτίμηση, Κ.

Edward Hopper (1882–1967) / Morning In a City, 1944

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

προσωπεία

Τόσην αξίωση χαράς έχουν τα μάτια του
Που αποκαλύπτουν την εξουσία της θλίψης.
Πόνο που δεν τολμά να μοιραστεί
Όπως ένας διαβητικός δεν μοιράζεται
Μια τελευταία ένεση ινσουλίνης.
Με προσποίηση υγείας συμμετέχει
Στην πολυπραγμοσύνη των ωφέλιμων ανδρών,
Ένας σχεδόν εθνικός ευεργέτης
Μέσα σε πάχνη αποδοχής κι αυτοεκτίμησης
Κι όχι αυτό που πράγματι είναι: ένα κουτάβι
Που το ‘χει αρνηθεί ως κι η μάνα του.

Στέκει συχνά απέναντί μου τα χαράματα
Γεννημένος από τους ατμούς του καθρέφτη.
Ασώματος σαν να ‘ναι ο άγγελός μου.
Απλώνει στο ψωμί τον χρόνο μου
Και τρέφομαι – πώς να φέρω αντίρρηση;-
Από αυτό το ανυπόφορο έδεσμα.
Δεν με προσβάλλει η αθανασία του
Αλλά που τόσο – μέσα μου- πλεόνασμα χαράς
Περιγελά,
Χλευάζει την καλή μου υγεία,
Και τάχα με αρσενική υπεροχή εδώ αποθέτει
-Μέρα τη μέρα, μια ολόκληρη ζωή-
Τη στάχτη της κοινής μας θλίψης.