Scroll Top

«7 + 1 Ποιήματα για τον Aύγουστο του 2020 στο Culture Book»

 7 + 1 Ποιήματα για το Culture Book από επτά (7) και έναν (1) ποιητές και ποιήτριες που με δόκιμο τρόπο ο καθένας και η καθεμία με το δικό τους τρόπο συνομιλούν με την ποιητική τέχνη. Σε αυτή την ενότητα καταγράφουμε ποιήματα που δεν τα έχουν δημοσιεύσει ακόμα οι δημιουργοί τους.
Οι συμμετέχοντες ποιητές και ποιήτριες για τον μήνα Αύγουστο είναι: Δημήτρης Αγγελής, Άννα Αφεντουλίδου, Σοφία Διονυσοπούλου, Σοφία Ελευθερίου, Hλίας Κουρκούτας, Μάνια Μεζίτη, Ιφιγένεια Σιαφάκα, Γιώργος Χουλιάρας.
Ο καθένας και η καθεμία τους με τον τρόπο τους έχουν καταγραφεί στη σύγχρονη Λογοτεχνική ιστορία της χώρας μας. Έχουν διαφορετική βιολογική ηλικία και Λογοτεχνική ιστορία. Ανήκουν σε διαφορετικές λογοτεχνικές τάσεις και “γενιές”, έχουν όμως τον δικό τους “μύθο” όταν συνοδοιπορούν με την τέχνη του Ομήρου.
Να σημειώσουμε πως θεωρήσαμε υποχρέωσή μας (πώς αλλιώς άλλωστε όταν ομιλούμε για λογοτεχνία) να αποδεχτούμε τον τρόπο χρήσης των σημείων στίξης και των γραμματικοσυντακτικών κανόνων του κάθε συγγραφέα.

Καλή ανάγνωση!

Αντώνης Δ. Σκιαθάς

Δημήτρης Αγγελής

ΡΟΥΜΠΛΙΩΦ

Στόν   δικό   μου   Γολγοθά   πάντα   χιονίζει.   Περνούν   ιππείς  και
ξυλοπόδαροι, ανάβουν φωτιές να ζεσταθούν, την ίδια ώρα που  ένα
μαύρο άλογο πνίγεται  στο ποτάμι.  Κάποιος με  φωνάζει «Σεργκέι»,
τον αγνοώ.
Αλλά λίγο πριν με καρφώσουν στον σταυρό,  σκύβοντας για να πιω
μια χούφτα χιόνι, βλέπω  ότι  στην πινακίδα με τ’ όνομά μου  γράφει
«Βαραββάς». Σκέφτομαι πως από χθες, που  σε περίμενα, έχει ήδη
μεσολαβήσει ένας αιώνας.
Είναι πάλι πρωί, ψάχνω στο μισοσκόταδο τα κλειδιά κι  ένας ακόμη
πετεινός βεβαιώνει πως ήμουν πάντοτε

μια
χειρονομία άρνησης
για κάθε σου
ελπίδα.

§

Άννα Αφεντουλίδου

Επινοούμενον

Σκεπτόμενη
τη χθεσινή σας μέρα
βυθομετρώντας το πώς και το γιατί
ανακάλυψα.

Πόσα σκοτάδια
πόσες παγίδες κουνουπιών
σε πόσα ωραία δόκανα
άπλωσα
τα τρυφερά μου πόδια.

Κι αυτά τα ροδαλά σημάδια
δεν είναι εξανθήματα της άνοιξης
αλλά σημάδια από δόντια.

Κι αυτή η μυρωδιά του αίματος
δεν είναι αθώα.
Αυτή εν τέλει ξύπνησε
τις λαίμαργές σας βδέλλες.

§

Σοφία Διονυσοπούλου

 

η μπαλάντα του Κάιν

Δεν τον χωρά τον Κάιν τουτηγή

Αγάπη του πατέρα δεν ξέρει τι θα πει

Ο πονηρός ο Άβελ την έκανε δική του

Κι όμως απαρηγόρητα τον κλαίει τον αδερφό

Μικρή καημένη πασχαλίτσα Σελιωσαδίχως να σκεφτώ

Τώρα η έρημος σκουραίνει Οι θίνες της είναι μαβιές

Κι εγώ διαβάζω στις πτυχές Κάιν δειλεδειλεδειλέ

Με λάθος φόνο αγανακτείς και παραδέρνεις

Σε στράβωσε φριχτά η ειμαρμένη

Και στον γεννήτορά σου δεν έμπηξες μαχαίρι

§

Σοφία Ελευθερίου

 

Ο Ηρακλής και η Ρόζα

Ο υπέρηχος το έδειχνε καθαρά: Φύονταν όγκος στο δεξί μαστό. Στρογγυλή συστάδα
ιστών πίσω από τη θηλαία άλω. (Μπορούσε να την ψηλαφήσει)

“Λόγω του καινοφανούς της βλάβης -έγραφε-συνίσταται αφαίρεση”-.

Οι επόμενες εξετάσεις απαράλλαχτες: Όγκος τάδε, χιλιοστών τόσων- αγνώστων
φρονημάτων

Ένα πρωί τον βάφτισε: -“Ρόζα” τον είπε

*

Στάθηκε μπρος στον καθρέφτη. Πίεσε στο πρόσωπό του το βυζί της. Ήθελε να τη δει
να συμπιέζεται, κέρμα να γίνεται.

Άρχισε σιγανά να της μιλά. Για το λόγο που αυτή κατασκήνωσε εκεί.

Μην ήθελε κάτι να της δείξει; Δεν απαντούσε η Ρόζα. Για καιρό.

Μονάχα ενώ την ψηλαφούσε σκλήραινε σα να πείσμωνε.
Φιλοξενούμενη- πεισμωμένη…

**

Το καλοκαίρι εκείνο ήτανε τοπίο καυτό. Από τούτα που θυμίζουνε κουρσάρους σε
έρημο.

Το θαλασσί σεντόνι – μία μαγεία γυμνόστηθη. Με αποφασιστικό κρόουλ έμπαινε
μέσα ολόκληρη. Έπαιρνε και τη Ρόζα (πάντα μαζί ήταν άλλωστε). Τώρα πια ιστός
δεν ήταν: σάκος απορριμμάτων είχε γίνει μαύρoς.

Στο τέλος μεταλλάχτηκε: Σκούρος κύβος τσιμέντου.

*

Εκείνη την ημέρα βαθιά μέσα απ’ τη θάλασσα αναδύθηκε αυτός: O Ηρακλής.
Ανάμεσα μικρά θαλασσοπούλια. Μ’ ένα σεντόνι τυλιγμένα τ’ αχαμνά του.
Κραδαίνοντας τεράστιο ρόπαλο. Τη γλώσσα της θάλασσας μιλούσε. Μεγάλα φύκια
και βοτάνια ανέμιζαν τ’ αλμυρά του τα μαλλιά.

Πλησίασε τη Ρόζα. Άρχισε να την πελεκάει από τη μια γωνία. Τις πρώτες ρωγμές
είδε να εμφανίζονται. Μικρά κομμάτια πέσανε στο έδαφος.

Σε μια κίνηση θεατρική το θρυλικό του ρόπαλο σηκώθηκε ξανά. Κρατσ…
‘Ολοσχερώς θρυμματίστηκε ο τσιμεντένιος κύβος.

Τα δάκτυλα κροτάλισε και τα συντρίμμια εξαφανίστηκαν.

Έφερε τότε εκείνη φορτηγό τ’ απομεινάρια να μαζέψει. Οδήγησε ίσαμε το
Κουρταλιώτικο φαράγγι. Στον ποταμό μέσα τα πέταξε, φυτοπλαγκτόν να γίνουν.

Να τρώνε τα ψάρια να ευφραίνονται.

§

Hλίας Κουρκούτας

 

Η φθορά της αγάπης σε μονόλογο τόνο


Θα αφήσω λίγο δέρμα
στο κρεβάτι σου
ένα άπλυτο πουκάμισο
ένα σύκο ξεραμένο
μια αράχνη ερωτική
κολλημένη στο καθρέπτη
να σου μιλάει για τη φθορά

στα όνειρα μου
κρέμεσαι από ένα σχισμένο ουρανό
τα σύννεφα ξορκίζεις
ορεγόσουν το βασίλειο
των παθών, χωρίς λάθη
κι αστοχίες

πεινασμένο ζώο
έπιασες τη ζωή απ’ το λαιμό
και ξάπλωσες μέσα μου
εξαντλημένος

§

Μάνια Μεζίτη

[ο πατέρας του μάρκου]

πέθανε ο πατέρας του μάρκου
και παρότι μας επισήμανε πως τα παιδιά
δεν είν’ αρμόδια για να νεκρολογούν γονείς
τον περιέγραψε λαμπρά
με περισσή κομψότητα
είπε για τα χρόνια στο χωριό
την ασοεε
τα μακρονήσια
τα βιβλία που διάβαζε πριν κοιμηθεί
τις τρομερές βόλτες στην αθήνα κλπ
πόσο θα ήθελα ν’ αφηγηθώ για τους γονείς
σπουδαία πράματα
να τους στολίσω με περίτεχνα κτερίσματα
ν’ αναδειχτώ απ’ τη μεταθανάτια λάμψη

καλά θα κάνει ο μάρκος
να μας μιλήσει για τον ίδιο

§

Ιφιγένεια Σιαφάκα

ΠΕΡΙΠΟΛΙΑ

Είναι που βάρδιες αλλάζει κάθε τόσο η πανσέληνος
Διπλό περίγραμμα παραίσθησης στη λίμνη
Οι εραστές σε νήμα από το πόδι σαν βατράχια
Φορούν στεφάνι με ομίχλη και ροδέλες γιασεμιών

Βιολιά χιλιόμετρα αδράχνουνε τραγούδια
Από υπόγεια που κλαίνε σ’ αργαλειούς
Υφαίνουνε αθίγγανοι ιλίγγους σε καρπίτια
Γέρνουν σε τοίχο ασβεστωμένο
Σταλαγματιές από αγάπη βυσσινιές

Χρωματιστή κρεμάλα γύρω απ’ το φεγγάρι
–Της απογείωσης χουνέρι παλαιό–
Μια πεταλούδα χασκογελά στην πάντα
Ξηλώνει τα φτεράκια της τα μοβ

Ώσπου οι ταραντούλες μένουν άνεργες
Την ηλακάτη μάς σφηνώνουν στο κρανίο
Στην παραζάλη απ’ το νέκταρ της Πυθίας
Όταν γέρνει πλευρό το φως να ξεμουδιάσει
Σε χλαίνη κουρασμένων νηπενθών

§

Γιώργος Χουλιάρας

ΟΡΗΜΟΣ

Ωριμάζοντας στην ερημία των λέξεων
ανέρημος στη συντροφία των σκέψεων
και στον ορυμαγδό των παρηχήσεων
που προσθαφαιρούν συνπληναισθήματα
εκτεθειμένα στις εσθήτες των παρεγχύσεων
ακυρώνοντας κάθε είδους στρατηγήματα
ένας όμηρος της πιο ανήσυχης ηρεμίας
τυφλώνεται χωρίς επέμβαση λέξης καμίας

Πίνακας: Γιώργος Ηλιάδης, “Χρωματίζοντας τα κομμένα όνειρα”, Λάδι σε καμβά, 2012