Scroll Top

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Ο τόπος των ποιητών είναι πατρίδα της γραφής τους. Εσάς πώς επηρέασε τη γραφή σας ο τόπος σας;

Η έννοια της πατρίδας τόσο στην ποίηση και στην τέχνη γενικότερα, αλλά και στην καθημερινότητα του κάθε ανθρώπου λειτουργεί ως σημαίνον σημείο αναφοράς, έτσι που η προσωπική ή καλλιτεχνική πορεία του πολίτη ή του καλλιτέχνη ταυτίζεται με την πορεία της πατρίδας και της κοινότητας. Κατά συνέπεια το ερώτημα τι είναι πατρίδα συνδέεται άμεσα τόσο με την ιστορική και την καλλιτεχνική μνήμη όσο και με τη βιωματική επικαιρότητα, και ως εκ τούτου τίθεται πάντα στην αφετηρία του καλλιτεχνικού στοχασμού όχι ως στείρα πατριδολατρία, αλλά ως κριτικός στοχασμός και αναστοχασμός μιας δρώσας ποιητικής συνείδησης. Ο δεσμός του ποιητή με την εποχή του, λέει ο Σεφέρης «δεν είναι ο διανοητικός ή και ο αισθηματικός ακόμη δεσμός που συνδέει τους ανθρώπους σε μια πολιτική διαδήλωση, αλλά ένας ομφάλιος λώρος, όπως το έμβρυο με τη μητέρα του, ένας δεσμός καθαρά βιολογικός. Αλλά για να μπορέσει να δουλέψει ο καλλιτέχνης, πρέπει να είναι ελεύθερος».
Η δική μου γενιά, λοιπόν, μεγάλωσε μέσα στον φόβο. Παρά το γεγονός ότι γεννήθηκα τρεις μήνες πριν το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή του 1974, εντούτοις ο ασυνείδητος βρεφικός φόβος, οι μεταγενέστερες αφηγήσεις φίλων και συγγενών, αλλά και η ίδια η επισφαλής, κυπριακή, μεταπολεμική πραγματικότητα τραυμάτισαν βαθιά την παιδική μου ψυχή και όραση. Θυμάμαι παιδί να ξυπνώ ιδρωμένος τα βράδια από πυροβολισμούς στη γραμμή αντιπαράταξης, να κάνω γυμναστική στο γήπεδο του γυμνασίου Παλουριώτισσας, το οποίο ήταν εκατό μέτρα μακριά από το τούρκικο φυλάκιο και τον οπλισμένο Τούρκο στρατιώτη, ο οποίος για πλάκα πολλές φορές μας σημάδευε, να ακούω τον τρομακτικό θόρυβο των τουρκικών πολεμικών αεροπλάνων, να παρακολουθώ με θυμό στα τηλεοπτικά δελτία ελληνοκύπριους στρατιώτες να δολοφονούνται στη γραμμή αντιπαράταξης, τις δολοφονίες του Σολωμού Σολωμού και του Τάσου Ισαάκ. Όλα αυτά τα τραγικά και τρομακτικά γεγονότα, που έχω ζήσει στην τρυφερή παιδική μου ηλικία, έχουν στοιβαχθεί βαθιά μέσα μου και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τόσο τον άνθρωπο όσο και τον ποιητή που είμαι σήμερα.
Στην ποίησή μου τώρα, τα γεγονότα αυτά, αλλά και η έντονη αγωνία μου για τη συνεχιζόμενη τούρκικη κατοχή, αλλά και για την τύχη του Ελληνισμού της Κύπρου, περνούν με δύο, νομίζω, τρόπους. Κάποιες φορές άμεσα και ξεκάθαρα, και άλλες φορές, τις περισσότερες κατά την άποψή μου, μέσω μιας άλλου είδους διαδικασίας επεξεργασίας του τραύματος, πιο εσωτερικευμένης και, αν επιτρέπεται να το πω, «μυστικής», η οποία εκβάλλει σε ποιήματα μιας διακριτής (πολιτικής, με την ευρύτερη έννοια του όρου, και κοινωνικής) ηθικής.

Σκέψεις και στίχοι σας για την Κύπρο μέσα στον κόσμο σήμερα.

Ακολουθούν αποσπάσματα από το συνθετικό ποίημα Η νύφη του Ιούλη, Σμίλη, Μάιος 2019.

α΄
Μες στον πόλεμον
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά
μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν.
Εν είσεν νερόν.
Άμαν τζι εγίνην το κακόν
τζι ο τόπος εμοιράστηκεν
εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου
τζι εγύρεψεν να με πιάσει.
Εν τον εκατάλαβα.
Εθώρουν λαλεί η μάνα μου
μες στα μμάθκια του
τον φονιάν

τζι έκλαια.

εβάσταν= κρατούσε, εβούραν= έτρεχε, είσεν= είχε, Εν= δεν, τζύρης= πατέρας

γ΄
Μέχρι τα δέκα
ονειρευόμουν να κάνω κάτι ηρωικό.
Κι είχα πραγματικά μεγαλεπήβολα σχέδια.
Να περισώσω σπάνια είδη
δάση τροπικά
τα πεινασμένα παιδιά της Αφρικής
να λευτερώσω την πατρίδα μου.
Είκοσι χρόνια μετά
στον τοίχο ψηλά έχω κρεμάσει
ένα πιστό αντίγραφο του ορίζοντα.
Όσο κι αν ονειρεύομαι όμως
πολυτελή αμάξια
μια στέπα στο δημόσιο
ή ένα γραφείο οβάλ
όλο νυχτώνει στο λευκό
και κάτι αφήνει μια γεύση ατέλειωτου
ακόμη

και στο επέκεινα.

ζ΄
Πρώτη φορά γυρίσαμε την άλλη πλευρά
τον άλλο Πενταδάχτυλο.
Κι ούτε πως έκαιγε για μέρες το βουνό.
Τώρα
το φλογισμένο πράσινο ηχεί παντού
κι η αροδάφνη στέκει και μας χαιρετά
λευκή μαθήτρια
στις άκριες των δρόμων.
Τώρα
μες στην αόρατη δαντέλα του φωτός
νιώθω να πλέω
σε μια λεπτή φυσαλίδα νερού.
Κι όλο φυσά χωρίς γραμματική.
Από τη λέξη στο χέρι λοιπόν
κι από το χέρι στο μυαλό.
Λες και γυρίζει ανάστροφα
κάποιος το κλειδί
στον αυχένα του χρόνου.

αροδάφνη= πικροδάφνη ή ροδοδάφνη

ι΄
Απ’ το μεγάλο τζάμι του λεωφορείου
προβάλλει τώρα το χωριό Καζάφανι,
μετά ο Άγιος Επίκτητος
ο Άγιος Αμβρόσιος
η Καλογραία
ο Δαυλός.
Θολά μισοσχηματισμένα δευτερόλεπτα.
Στην ξένη γλώσσα σπάνε δόντια και ρυθμό
σαν λεύκες καρφωμένες ολόισια
στη μέση των στίχων.
Σε τι χρησιμεύει λοιπόν η ποίηση
όταν ο θάνατος σερβίρεται με μουσική
κι όταν μπορείς μονάχα μ’ ένα κλικ
να δεις ένα κομμένο κεφάλι
να κυλιέται στο χαλί σου;
Για να τεμαχίσω τον πόνο σε δόσεις
μασώ ένα μήλο
και κρύβομαι σ’ αυτό το μπλε.
Γίνομαι πάλι ένα μικρό ψάρι
μέσα στον ωκεανό
των λέξεων.

ιε΄
στον πατέρα μου

Κατά το σούρουπο μπήκαμε στην Αμμόχωστο.
Τω καιρώ εκείνω
τα τείχη των Φράγκων αλλάζανε χρώμα.
Πιο πίσω η θάλασσα και το λιμάνι
μια διαλεκτική ανθρώπου χρόνου
μέσα στο αναμμένο ηλιοβασίλεμα.
Εδώ
καμιά φωνή δεν ξεπερνά την ηχώ της.
Κι όμως
θα πω για σε περίκλειστη κόρη
με τα φλιτζάνια γυμνά στα τραπέζια
κι όλα τα ρούχα σου απλωμένα
σ’ ένα κουλουριασμένο συρματόπλεγμα.
Κλαμόντα
βυθίζω τα χέρια στον άλλο χρόνο
να πάρω λίγη από την άμμο σου.
Μα πώς μπορώ μ΄ ένα βλέμμα κόρη
να σ’ αγκαλιάσω;
Αγαπημένη
αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας
για τα σπασμένα μου
δάχτυλα.