Scroll Top

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ Η. ΚΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο τόπος των ποιητών είναι η πατρίδα της γραφής τους. Εσάς πώς επηρέασε την γραφή σας ο τόπος σας; 

Γεννήθηκα και έζησα τα πρώτα 13 χρόνια της ζωής μου στη Θεσσαλονίκη. Έπαιξα σε αλάνες, ιχνηλάτησα κάθε ίχνος του δράκου του Σέιχ-Σου και της χουντικής προπαγάνδας σε καθημερινά παιχνίδια στο βουνό, έκανα φίλους ζωής. Την επόμενη 10ετία την απόλαυσα στα Γιάννενα. Τη νιότη μου, την εφηβεία μου, τις πανεπιστημιακές μου σπουδές μου. Εκεί τα πρώτα μου καρδιοχτύπια, η πολιτική συνειδητοποίηση οι φίλοι-συμπαραστάτες. Επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη και μέχρι σήμερα μοιράζομαι τις μέρες της εβδομάδας στη γενέθλια πόλη και στη Φλώρινα. Στο μεταξύ αγάπησα πολύ και άλλες «πατρίδες» όπως η Νάξος, η Κέρκυρα, η Αθήνα και η Νέα Υόρκη –από λίγο τις χάρηκα αυτές, αλλά θα μου πήγαιναν και για περισσότερο. Ξέχασα να αναφέρω πως η καταγωγή μου είναι από δύο μικρά χωριά της επαρχίας Βοΐου. Δεν ξέρω πια τι μπορεί να ονομάσω πατρίδα ούτε και το πόσο επηρέασε τη γραφή μου̇ το αφήνω στον ιστορικό του μέλλοντος αυτό, αν ασχοληθεί μαζί μου. Η διδακτορική μου διατριβή για τη λογοτεχνία της πόλης με μπέρδεψε περισσότερο. Άλλοι θα αρχίσουν τις φιλοσοφίες πως πατρίδα θεωρείται η γλώσσα ή η αμετακίνητη παιδική μας ηλικία. Θα μπορούσα να είναι μία εκδοχή του βιωμένου χρόνου μια τέτοια έννοια της πατρίδας. Αυτό που γνωρίζω καλά πια, τώρα «στην εμπατή της ωριμότητάς μου» σύμφωνα με τον Καραγάτση, είναι πως συχνά είμαστε υποχρεωμένοι να «προδώσουμε» την πατρίδα μας, την καταγωγή μας, τα πιστεύω μας για να προχωρήσουμε.

Σκέψεις και στίχοι σας για την Ελλάδα μέσα στον κόσμο σήμερα.

Πορτολάνος

Ζηλωτής
[…]
Ήρθα και περπάτησα τα φαγωμένα σκαλιά
της δημιουργίας του λόγου και του σταυρού
αναίρεση, σύνθεση στο νερό, στη φωτιά,
στον άπειρο μετασχηματισμό του αιθέρα σε πολιτισμό και λευτεριά
Έναν τέτοιο αυλόγυρο πλάστηκα να φιλώ και να φοβάμαι
να κοντεύω και να ξεμακραίνω…
Πλήγιασαν τα χέρια στο σφίξιμο, καθώς αγκάλιασαν μια Πατρίδα γενιών
[…]

Μαρτυρία


Αλυχτάω στους γύρω μου
παραπονιέμαι,
πότε δουλικά, πότε απαιτώντας
Κι αν θα γράψω ποτέ,
θα’ ναι με ονόματα, με διευθύνσεις κι ιστορίες αληθινές
[…]
Για την κυρα-Βάσω και τη βρύση της που μας ξεδίψαγε
Θα γράψω για κοντοπαντέλονα και πάρκα και δάση
Για τα καλοκαίρια που μας μετράει ο κυρ-Μανώλης
Θα’ ναι για τα ”κλεμμένα” παγωτά του κακάο-φράουλα
Για τις πρώτες δύσκολες, απαγορευμένες ματιές
[…]Νάξος


Είναι όλα ένα παιχνίδι
που κουράστηκα να παίζω, ΚάθυΚαπνίζαμε και δε μιλούσαμε
ίσως να ‘φταιγε το ξύλινο παράθυρο
που χαϊδευόταν στον Αυγουστιάτικο αέρα
ίσως το Ναξιώτικο απόγευμα
Φωτισμένα λευκά τα κορμιά μας
(προτίμησα το στήθος σου απ’ την αμμουδιά
τη μυρουδιά σου απ’ τη θάλασσα
τη χώρα σου απ’ τη δική μου)
[…]

Εδουάρδοι και Αλφρέδοι

Προσμονή

[…]
Πολυγύρου 22 – αργότερα Ν. Σκουφά 15
Δυο μέτρα παραδίπλα κακόγουστα τα περισσότερα
με κομπασμένους εργολάβους

Στάθηκα πίσω να σε προστατεύσω απ’ τις πρόστυχες ματιές
Κι έμεινες ακίνητη μπροστά να αποδείξεις
την αρμονία της παρανομίας που αντικαθιστά
τη νομιμότητα που λανθασμένα βιώνουμε

[…]

Λαμαρίνες Δεκέμβρη, του ’08Κατέβασαν κεπέγκια,
σιδερόφρακτα
Να οχυρώσουν την πόλη
Το ‘χαν ξανακάνει,
με τάκλιν αντί – (εξουσιαστικά, επαναστατικά, ερωτικά)
παλαιότερα
Μα δεν τους μυρίστηκαν
Τότε ακόμη οι τελευταίες μυγδαλιές
ξεγελούσαν με χρώμα και οσμή
Ξεπατώθηκαν εύκολα
Ζώστηκε η πόλη μόνη της τελικά
Καμπυλώθηκε το σώμα
και κούρνιασα στην γούβα της κοιλιάς σου
Γεύτηκα τη μυρωδιά της σκόνης, της χημικής
Οι γραίες έμειναν να καθαρίσουν τα σπίτια
και τα παιδιά να συμμαζέψουν το καλοκαίρι

Αναμέτρηση φίλων
(Εδουάρδοι και Αλφρέδοι)


Με τα Γιάννενα η αναμέτρηση κρατά παιδιόθεν
επελάσεις στον άξονα και κάθετες μπαλιές
Ατομικές ενέργειες, θεαματικές αλλά Κοντογιωργάκη
χωρίς υποσημειώσεις ακόμα
Ρέον το κείμενο με λόγια παχουλά απ’ το Μιτσικέλι
στην Παμβώτιδα, ας πούμε στο δικό μας ποίημα
Με Παστερνάκη και Αλβαρέζ
άμυνα ο Γκλασμάνης, ο Μοντέζ, ο Λίσα
Κι από κει κατρακύλησαν τα μισά στην Αθήνα
στέρεα πράγματα
Μα έφταναν για κάποια χρόνια
[…]Άνω τελείες και τέτοια

Διάλειμμα

Τρίτο σήμερα• σαν γκολ• στην Αθήνα.
[…]
Ο καφές μέτριος, τα λιπαρά χαμηλά,
κρατάς λαχανάκια Βρυξελλών, κουνουπίδια, όσπρια και φρούτα•
χωρίς διπλά και ένταση, ολίγον περπάτημα ως εναλλαγή
Αρνούμαι τα πάντα απ’ τα σωστά του μεσήλικα
Κι ας σαπίσουν νομοτελειακά τα δόντια μου
ως πολιτικοί κρίσης κι αυτά,
της Ελλάδας του θυμού και των αμφιβολιών
Δεν κατεβαίνω, δεν φεύγω – ούτε τώρα
τα ξανάπαμε,
αλλά βλέπεις εσείς οι νότιοι τρομοκρατείστε μ’ έναν νοτιά και λίγο νερό
και φτιασιδώνετε δέρμα – να γιατί δεν ερωτεύεστε
Οι βόρειοι δεν προειδοποιούμαστε παρά μόνο με Βαρδάρη.

Η ψυχρά τελεία οφείλει να τελειώσει το κείμενο.
Να ξεπεράσει ομοιοτέλευτους λαρυγγισμούς
[…]
Ακυρώνει η ξενογλωσσία, μα και πάλι
οι ερωτευμένοι ομιλούν με κλισέ
Είναι πολύ• σαν προσευχή «Εις την οδόν των Φιλελλήνων»

Σημαδούρες

Το Βόϊο

Μια μικρή κηλίδα στην ψυχή μου το Βόϊο
σαν βιαστικός χρόνος, σάλιο μικρού παιδιού που ονειρεύεται
Κίτρινα ομοιόμορφα κομμάτια στάρι ανάμεσα στις πλαγιές
και περήφανες δρυς
Κρανιές, ξεχασμένες λεύκες, σπιτικές ακακίες
Σε ικανή απόσταση ένας πανέμορφος γεωφυσικός
Απ’ την άλλη οπτική γωνία, πιο μακρινή
να μπαίνει στο κάδρο ο πολιτισμός
Αυτοκίνητα νέου τύπου, σε κάθε εκδοχή τετρακίνησης, υπερτερούν
σπίτια ανάκατα – σεισμοδάνεια και τα παλαιά
χωριά τελικά με και χωρίς το απαιτούμενο χρώμα
Πάντα η θέληση μιας ιδιαίτερης ράτσας να επιβιώσει
Ναι, αλλά χωρίς υπερφίαλες βλέψεις
χωρίς ιδιαίτερες παραχωρήσεις στο φιλότιμο και στην καθαρότητα της ματιάς
Απουσιάζουν οι φλυαρίες
Συμφιλιώθηκα τελικά με την καταγωγή μου – με τα της ποίησης αργότερα
Η κατάληξη στη μεγάλη παντοτινή πόλη
στη γεμάτη ιδεολογήματα ερωτική, συμβασιλεύουσα, συμπρωτεύουσα κ.ά.
αποδελτίωσε από τα λευκώματα της φλαμουριάς
,σαν να αιωρείται ο σοφός καρπός της στο κτήμα του παππού Ηλία,
το γονιδιακό μου πεπρωμένο
Κι αγάπησα τις 40 Εκκλησιές, τα Κάστρα και τα βουλεβάρτα της θάλασσας