Scroll Top

Από τον «Πλανόδιο στα σύνορα της Εδέμ» ως το «Δείπνο του Σώματος»: Κριτικά σχόλια για την ποίηση του Αντρέα Τιμοθέου από την Άννα Αφεντουλίδου

 Εκ προοιμίου

Ποιήματα του Αντρέα Τιμοθέου διάβασα πρώτη φορά στην «Ανθολογία νέων Κυπρίων ποιητών και ποιητριών» που εκδόθηκε με τη φροντίδα του Λ. Παπαλεοντίου από τις εκδόσεις Βακχικόν το 2018. Μετά διάβασα τα διηγήματά του «Ιστορίες με δαντέλα», συνέχισα με το «Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ» και αμέσως μετά με το «Δείπνο του Σώματος». Διαπίστωσα ότι η λογοτεχνική πορεία του ακολουθεί την ίδια τροχιά και με συνέπεια ορίζεται από τις ίδιες συντεταγμένες, έτσι ώστε δύσκολα απομονώνεται το ένα του βιβλίο από το άλλο, ενώ διακρίνει κανείς μία τάση συμπύκνωσης, με στίχους πιο σύντομους και υποβλητικούς, με γλώσσα περισσότερο μουσική και εικονοποιία συμβολιστικά πιο σύνθετη. Διόλου τυχαία «Το Δείπνο του Σώματος» αρχίζει με ποίημα που παραπέμπει στο προηγούμενό του βιβλίο:

Εξορίας Εγκώμιον

Έψαχνα να βρω την Εδέμ
Πλανόδιος.
Ίσως η εξορία
μού τη συστήσει.

Εκείνο που εξαρχής μού έκανε εντύπωση είναι ότι, παρόλο που ο Αντρέας Τιμοθέου είναι ένας πολύ νέος ηλικιακά δημιουργός, έχει ήδη ώριμα πυρηνικά στοιχεία, τείνει να διαμορφώσει έναν κόσμο με τα δικά του ιδιαίτερα διακριτικά χαρακτηριστικά.

Σπουδή της ομορφιάς

Πρώτο κυρίαρχο χαρακτηριστικό αποτελεί η ατμόσφαιρα έντονης νοσταλγίας για μια χαμένη ομορφιά, έναν κόσμο ωραιότητας και ευγένειας που έχει πια χαθεί. Ένα δεύτερο είναι η επιδραστικότητα των γυναικείων του πορτρέτων. Γυναικεία πρόσωπα που σκιαγραφούνται με αγάπη και θαυμασμό, που φαίνονται σαν να ζουν σε μια άλλη εποχή, που δίνουν την εντύπωση ότι αναπνέουν μέσα στο μυθιστορηματικό κόσμο του Μπαλζάκ ή ότι πάσχουν μέσα στη θεατρική ατμόσφαιρα έργων όπως του Τσέχωφ.

Ηρωίδες ευγενικές αλλά και βασανισμένες, που έχουν βιώσει την ομορφιά αλλά και την απώλεια και τη διάψευση, που αναπολούν έναν κόσμο που τους έταξε την ευτυχία για να τους την πάρει ανεπαίσθητα ή και βίαια μέσα από τις ανατροπές μιας εποχής που έφερε αλλαγές και ρήξεις, που διαμόρφωσε έναν νέο τρόπο ζωής, ο οποίος έφερε μέσα του τη δυστυχία και τη διάψευση. Ένα νέο περιβάλλον, μια νέα ζωή στην οποία σύρθηκαν χωρίς να επιθυμούν, εξουθενώθηκαν από τη μοναξιά του ή αφέθηκαν στην αναπόφευκτη φθορά, στην ασθένεια και το θάνατο.

Αλλά πάντα με αξιοπρέπεια και προ πάντων δίνοντας αγάπη και φροντίδα, αντλώντας τα κίνητρα των πράξεών τους πάντα από τον συναισθηματικό κόσμο και όχι από τον κόσμο των κοινωνικών συμβάσεων και της ανάγκης.

Κυρίαρχη μορφή όχι μόνο η μητέρα αλλά και ηγιαγιά, κυρίως η γιαγιά, μια γυναίκα αρχοντική που οι εικόνες οι οποίες την συνοδεύουν ή την αναπαριστούν είναι εικόνες μιας αλλοτινής ομορφιάς, μιας χαμένης αθωότητας, είναι αναπαραστάσεις ενός ιδεώδους που προκαλεί τον θαυμασμό αλλά είναι ταυτοχρόνως προσιτό και ανθρώπινο, πρόσωπο που προκαλεί αισθήματα συγκίνησης και τρυφερότητας.

Υπάρχουν πολύ ωραία αποσπάσματα σε όλα τα βιβλία του Τιμοθέου για τον κόσμο της γιαγιάς, με περιγραφές υφασμάτων, κοσμημάτων, κρυστάλλων, όμορφων λέξεων, έναν ονειρικό κόσμο παιδικών αναμνήσεων:

Ανάμνηση υφάσματος
Αλήθεια, γιαγιά,
όλες εκείνες οι γυναίκες που έντυσες
μες στα λινά φορέματά τους
να’ νιωσαν για μια στιγμή το χάδι σου;

Μέσα σε έναν τέτοιον κόσμο χτίζει το ποιητικό του σύμπαν ο Τιμοθέου, ξαναφτιάχνει τον χαμένο παράδεισο των παιδικών χρόνων, της εποχής της αθωότητας, τότε που ο κόσμος φάνταζε γεμάτος προοπτικές, δείχνοντας τους δρόμους ακόμα ανοιχτούς για όλα τα νεανικά μας όνειρα, προβάλλοντας τα παραμύθια ως δυνατά να πραγματοποιηθούν, δείχνοντας ότι η ευτυχία μπορεί ακόμη να υπάρχει. Και είναι στο χέρι μας να την αγγίξουμε.

Στη συλλογή «Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ» που είναι και το μεγαλύτερο σε όγκο και αριθμό ποιημάτων βιβλίο του Αντρέα Τιμοθέου υπάρχουν 7 ενότητες κειμένων με ελαφρές θεματικές αλλά και μορφολογικές παραλλαγές. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένους: Των Συνόρων, Της Αποδημίας, Πόλεων Βηματισμοί.

Ο ποιητής τον κόσμο της ποιητικής του ουτοπίας τον φτιάχνει με εικόνες κατεξοχήν από το παρελθόν, εικόνες από τον μικρόκοσμο της οικογένειας αλλά και τον ευρύτερο χώρο μιας αγαπημένης πατρίδας, κάπου χαμένης στο βάθος του χρόνου, για να τις επεκτείνει σε εικόνες διαπολιτισμικές αγαπημένων πόλεων όπου όμως κοινό τους χαρακτηριστικό αποτελεί η ομορφιά, η ατμόσφαιρα μιας αρχοντικής ευγένειας, ένα ηθικό ανθρωπιστικό πρόταγμα, ο σεβασμός στην ανθρώπινη ύπαρξη, εν τέλει, η αγάπη.

Και εκεί όπου πού και πού προβάλλουν εικόνες καθημερινές μιας ηθικής ευτέλειας αντιμετωπίζονται ως φαινόμενα έκπτωσης ενός αισθητικού αξιώματος το οποίο δεν χάνει ποτέ την ιδανική του δύναμη.

Από το «Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ»

Τα παιχνίδια

Τα παιχνίδια
σε σκόρπια σπίτια μείνανε
άλλα παιδιά τα βρήκαν.
Όχι, δεν ήταν πράξη αθωότητας
ούτε και σκέψη που βρήκε απάντηση
στα υστερινά μας χρόνια.
Πήγαινε κι ερχότανε
βουβό κι ανίδεο το τραύμα.
Πάντα ο χρόνος δεν περίσσευε
κι έπειτα εμείς φεύγαμε βιαστικοί.
Κατατρεγμένοι, αφήναμε δακτυλικά αποτυπώματα,
σημάδια γέλιων και δακρύων.
Κλείναμε τεμάχια ζωής
στον κρότο μιας μονάχα πόρτας.
Μα να που ο χρόνος
δεν ξέχασε τούτα που συντηρούσα
κι ένα γυφτάκι έστειλε
ξυπόλητο να ψέλνει:
«Έχετε λεφτά, κύριε;»
Λεφτά! Όχι παιχνίδια.
Τα βράδια πια, λαλούν τα μάτια του,
ότι αθώος δεν υπήρξα.

Σπονδή στη χαμένη αθωότητα του σώματος

Με μια τέτοια οπτική, το ποιητικό βλέμμα αντιμετωπίζει τον καθημερινό κόσμο της ανάγκης ως ξένο, πρόσφυγας το ίδιο, αναγκασμένο σε συνεχείς μετακινήσεις, πλανόδιο, εξόριστο από έναν ιδεατό παράδεισο. Η ποιητική αυτή αντίληψη φιλτράρεται αισθητηριακά μέσα από το σωματικό βίωμα, το σώμα αναδεικνύεται ως βασικός της φορέας, γίνεται μετωνυμικό όχημα, σύμβολο τελικά της διάστασης ανάμεσα στην επιθυμία και στην πραγμάτωση.

Από το «Δείπνο του Σώματος»

Θα γελαστούμε πάλι
Θα επιστρέψουμε
στο αιώνιο σώμα
απαλλαγμένοι απ’ τον ιό
της σκέψης μας.
Θα κατευνάσει την ταραχή
η αξόδευτή μας τρυφερότητα
και η πλυμένη γη
θα γίνει μοίρα μας.
[…]
Θα’ ρθει πάλι ο καιρός
να γελαστούμε με την ομορφιά
να παίξουμε στη λίμνη
με δίκοπα μαχαίρια.
Ο Έρωτας κι ο Νάρκισσος
πάλι θα μας γιατρέψουν.

Αλλά ακόμη κι εκεί που οι ποιητικοί τρόποι ποικίλλουν, ο ρυθμός παραμένει εσωτερικός, ο πεζολογικός τόνος κανοναρχείται και δεν χαλαρώνει, οι σύντομες αφηγηματικές δομές στο επίπεδο μιας ή δύο το πολύ εικόνων, εναλλάσσονται με ποιήματα σα σύντομες αποτυπώσεις αισθήσεων, ενώ δε λείπουν οι σύντομοι ποιητικοί αφορισμοί, με τη συμπύκνωση μιας σκέψης ή μιας αίσθησης. Η ποίηση αντιμετωπίζεται ως αντίβαρο για όσα χάνουμε, για όσα μας προσπερνούν για όσα ποτέ δεν θα προλάβουμε.

Μέσα σε ένα ποιητικά μελαγχολικό και νοσταλγικό κλίμα ο ποιητής δεν παραλείπει να μας υπενθυμίζει ότι η μάχη μας με τον χρόνο και τη φθορά είναι αναπόφευκτα χαμένη. Ωστόσο. Το πάθος μας για την ομορφιά, ο αγώνας μας να την διασώσουμε μέσα από τις ποιητικές μας εικόνες, μέσα από λέξεις που αγωνιώντας παλεύουν να κρατήσουν κάτι από την ωραιότητα που συνεχώς μάς διαφεύγει, αυτό το πάθος μπορεί να μας δώσει κάτι από τον χαμένο μας παράδεισο.

Μπορεί να μας συνδέσει με μια πρότερη αθωότητα, μπορεί να μας κάνει να επιστρέψουμε εκεί, έστω για λίγο ή περιοδικά, αρνούμενοι τη σταθερή εγκατάσταση στον κόσμο μιας ωριμότητας που -αλίμονο- μάς οδηγεί στον συμβιβασμό.

Μετά τη ζωή
Τα μάγια λύνονται
και επιστρέφουμε όλοι στη μόνη αλήθεια
Που γνωρίζει ο άνθρωπος
Τη νιότη

Η μοίρα της απώλειας

Αρνούμενοι κατά κάποιον τρόπο την ήττα, παρόλο που ξέρουμε ότι αυτή είναι ο τελικός μας προορισμός∙ να ηττηθούμε από τη φθορά, να υποκύψουμε στην απώλεια: ωστόσο θα έχουμε κερδίσει μιαν ήττα αξιοπρεπή, νικώντας προσωρινά την ασχήμια και την ευτέλεια. Γιατί η ποίηση μάς δίνει το δικαίωμα και τη δύναμη να διεκδικούμε πεισματικά την ομορφιά, τη νεότητα ή/και το όνειρο, ακόμη και -ή προ πάντων- όταν όλα γύρω μας εξακολουθητικά μάς το αρνούνται ή διαπιστώνουμε ότι, αναπόφευκτα, το έχουμε για πάντα χάσει.

Έγινα η μοίρα της λάμψης μου

[…]

Όπου κι αν έφτανες, θα έφτανες αγέρωχη.
Όπου κι αν έφτανες, θα έφτανες πάντα κουρασμένη.
Μονάχα να προλάβαινα
αν άξιζε ο έρωτας να μάθω.