Scroll Top

ΑΡΗΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ ” Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ ” – ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΑΤΣΙΔΗΜΑ ΛΑΓΙΟΥ

 Άρης Σφακιανάκης «Η Σκιά του Κυβερνήτη» – Κριτική από την Νικολέτα Κατσιδήμα – Λάγιου

 

Άρης Σφακιανάκης «Η Σκιά του Κυβερνήτη»

Το τέλος της ανάγνωσης της «Σκιάς του Κυβερνήτη» σηματοδοτεί την έναρξη πολλαπλών εσωτερικών αναγνώσεων, την έναρξη ενός παράλληλου κόσμου που κατακλύζει τον δέκτη και τον γοητεύει. Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα από τα πιο δύσκολα αν όχι το δυσκολότερο από τα κειμενικά είδη. Επιβάλλεται στον τολμηρό και γενναίο υπηρέτη του να εντρυφήσει εις βάθος σε όλο το φάσμα της εποχής με την οποία πρόκειται να ασχοληθεί κι έπειτα να καταφέρει να μπολιάσει τη μυθοπλασία στα ιστορικά γεγονότα με τέτοιο τρόπο που τίποτα να μην προδίδει το σημείο του μπολιάσματος. Οι ραφές πρέπει να είναι όχι απλά χαλαρές αλλά αόρατες. Πράγμα που στο συγκεκριμένο έργο επιτυγχάνεται πλήρως.

Τα ιστορικά γεγονότα δηλαδή διαπλέκονται με τις ατομικές περιπέτειες των ηρώων. Δομούνται γύρω από μια καλοδουλεμένη πλοκή, διανθίζονται με τις σκέψεις και τον ψυχισμό τους, αποτυπώνοντας με ενάργεια το μυθιστορηματικό πλαίσιο. Η εικονοπλαστική δυναμική του Άρη Σφακιανάκη χρωματίζει την ελληνική πραγματικότητα του 1827 άλλοτε με την λαογραφική μαεστρία των πινέλων ενός Θεόφιλου κι άλλοτε με την εκλεπτυσμένη χρωστική της παλέτας ενός Λύτρα ή ενός Γύζη.

Η ιστορική έρευνα είναι το ένα ζητούμενο. Και γίνεται ολοφάνερο πως ο συγγραφέας ερεύνησε διεξοδικά εντρυφώντας όχι μόνο στα γεγονότα αλλά και σε πληθώρα πηγών όπως απομνημονεύματα, επιστολογραφία και επίσημα έγγραφα. Και οι τόσο παραστατικές περιγραφές των πόλεων (Αθήνα, Ναύπλιο, Αίγινα) η εικόνα των οποίων με γλαφυρότητα και πιτουριστική ενάργεια ξεδιπλώνεται, δίνουν και την αίσθηση της αυτοψίας εκ μέρους του συγγραφέα στα μέρη όπου εκτυλίσσεται η δράση.

Παρ’ όλο που η ιστορική πραγματικότητα είναι γνωστή και φυσικά το τέλος του κόμη Ιωάννη Καποδίστρια είναι γνωστό, παρ’ όλο που οι προσημάνσεις του τέλους είναι διεσπαρμένες εντέχνως σε καίρια σημεία, η γραφή είναι τέτοια, η ευφυής σεναριακή σύλληψη είναι τέτοια, που το ενδιαφέρον του αναγνώστη παραμένει αμείωτο επιθυμώντας να αφουγκραστεί αυτό που ήδη γνωρίζει : τη διχόνοια, τις ιδιοτελείς, όπως πάντα κινήσεις των Ευρωπαϊκών ανακτοβούλιων, τις αντιπολιτευτικές εις βάρος του Κυβερνήτη ενέργειες κι εν τέλει τη δολοφονία του ανθρώπου που έμεινε στην ιστορία του νεώτερου έθνους ως μία «χαμένη ευκαιρία», όπως χαρακτηριστικά διατυπώνεται.

Μέχρι στιγμής θεωρούσα πως μόνο ο Άγγελος Τερζάκης με το ιστορικό μυθιστόρημα «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» κατάφερε να επιβιβάσει τον αναγνώστη στη μηχανή του χρόνου και να τον κάνει κάτοικο του πριγκιπάτου της Ανδραβίδας, τότε που ο Γουλιέλμος Βιλαρδουίνος αντιμετώπιζε την εξέγερση των ταπεινών βιλάνων υπό την αρχηγία του Νικηφόρου Σγουρού. Όπως επίσης το κατάφερε κι ο Ουμπέρτο Έκο με το «Όνομα του Ρόδου». Το ίδιο βαθιά κι ανεξίτηλα αγγίζει τον αναγνώστη και η επαφή με την Ελλάδα του 1827 έτσι όπως σκιαγραφείται από τον Άρη Σφακιανάκη.

Ίσως κι επειδή εκτός από την ιδιωτική, ανθρώπινη πλευρά των χαρακτήρων ερχόμαστε σε σφοδρή μετωπική σύγκρουση με τις παθογένειες της ελληνικής νοοτροπίας. Μας προσφέρει το βιβλίο έναν καθρέφτη για να δούμε με ειλικρίνεια το πρόσωπό μας. Οι ρουσφετολογικές δοσοληψίες και οι αυτοκαταστροφικές εμφυλιακές αντιδικίες σε συνδυασμό με την Ευρωπαϊκή στάση που πάντοτε μα πάντοτε υπακούει στα δικά της συμφέροντα, τότε και τώρα (με εξαίρεση τους ρομαντικούς, όπως τελικά αποδεικνύονται, φιλέλληνες), δεν αφήνουν περιθώρια ψευδαισθήσεων. Αν λοιπόν οποιοδήποτε άλλο έργο μυθιστοριογραφίας καταφέρνει να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα που το γέννησε, να αποτυπώσει δηλαδή το παρελθόν, (το αρχαίο, το βυζαντινό, της ρωμαιοκρατίας, της τουρκοκρατίας κλπ.), η μυθιστοριογραφία του Σφακιανάκη αποτυπώνει το παρελθόν που διεισδύει ορμητικά στο παρόν μας γι’ αυτό και συγκλονίζει.

Είναι ένα έργο που σκιαγραφεί την προσωπικότητα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας τόσο μέσα από την αναφορά στα μέτρα που πήρε (και μάλιστα με πενιχρά μέσα) για τη συγκρότηση του μαστιζόμενου από μύρια δεινά έθνους όσο και μέσα από τις σκέψεις, τις ελπίδες, τους πόθους και το όραμά του για την πατρίδα. «Ομολογώ πρώτη φορά συνάντησα άνθρωπο που ανέφερε σε κάθε δύο κουβέντες του τη λέξη «Πατρίδα». Είχε μια ψύχωση γι’ αυτό το θέμα…», παρατηρεί ο Πέτρος Σκοτεινός αυτός που ως προσωπικός φρουρός έγινε η σκιά του Κυβερνήτη, ο οποίος είναι κι ο αφηγητής. Φιγούρα σκοτεινή, εντεταλμένος όπως αποδεικνύεται τελικά του Μέττερνιχ, επιφορτισμένος με το έργο να κατασκοπεύει τον Καποδίστρια (υπό το πρόσχημα της προστασίας του) ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται παρά μόνο πολύ αργότερα ότι αυτός ο ρόλος του ήταν εξ αρχής εις γνώση του κόμη. Περιγράφεται ως εντελώς αντίθετος χαρακτήρας από τον συγγραφέα με συνέπεια αυτή η αντίθεση να λειτουργεί ως το chiaro scuro του βάθους επί του οποίου διαφαίνονται με περισσότερη διαύγεια οι αρετές του Κυβερνήτη. Αυτός είναι κυνικός, ευφορούμενος κυρίως από τυχοδιωκτικό ενδιαφέρον για τα πάντα ακόμα και για τις γυναίκες και διεθνιστής όπως ισχυρίζεται αν κι ομολογεί ότι κάποιοι τον θεωρούν άπατρι.

Το γεγονός ότι καταγράφει ως ομοδιηγητικός, με εσωτερική εστίαση αφηγητής, έχοντας δηλαδή βιωματική αντίληψη των γεγονότων, μας δίνει την ψευδαίσθηση μιας εγκυρότητας, που ασφαλώς συνοδεύει πάντα κάθε προσωπική μαρτυρία. Παράλληλα, την αίσθηση αυτή την ενισχύει και η πολύ καλά δουλεμένη γλώσσα, απολύτως συμβατή με την εποχή (στοιχείο που επίσης μαρτυρά την προηγηθείσα εκ μέρους του συγγραφέα έρευνα και μελέτη) και η οποία γλώσσα υποτασσόμενη στις υπηρεσίες μιας ελεγχόμενα καλπάζουσας φαντασίας αποδίδει την ατμόσφαιρα εκείνων των χρόνων με ρεαλιστική ακρίβεια αποφεύγοντας τις υπερβολές. Πρόκειται για μια αριστοτεχνική ακροβασία που αποκαλύπτει ολοζώντανο το «γίγνεσθαι» της νιογέννητης από τις στάχτες της χώρας, πλαισιωμένο με την υπέροχη ηθογράφηση ανάγλυφων χαρακτήρων, σε τέτοιο βαθμό που έχεις την αίσθηση πως παραβρίσκεσαι, σε κάποια υποφωτισμένη γωνιά αυτής της σκηνογραφίας και παρακολουθείς τη δράση των προσώπων ως αυτόπτης μάρτυρας.

Εφοδιάζοντας τον αφηγητή του ο Άρης Σφακιανάκης με στιγμές λεπτού χιούμορ κι ειρωνείας, καθώς και με μία κυνική ματιά προσέγγισης των πραγμάτων, τον καθιστά γήινα προσιτό στην αντίληψή μας, με σάρκα και οστά. Τον ακούμε να παρατηρεί : «Για να είναι κανείς γιατρός στην Ελλάδα απαιτούνται ορισμένα πράγματα όπως : να ψελλίζει κάποια Ευρωπαϊκή γλώσσα, να έχει το απαραίτητο ευρωπαϊκό καπέλο, και μπαστούνι και να επινοεί διάφορες ιστορίες για να εξηγεί στον κόσμο τις αρρώστιες του. Δεν χρειάζεται κάποιος να έχει γνώσεις της ιατρικής αν έχει τις παραπάνω ιδιότητες…

Εντυπωσιακή είναι και η εύστοχη ψυχογραφική διαπίστωσή του που συμπυκνώνει τη σχέση του Έλληνα με τα κοινά. Λέει συγκεκριμένα : «το κακό με τους Έλληνες – κι αυτό το αντιλήφθηκα γρήγορα – ήταν πως ο καθένας πίστευε ότι είχε τη λύση για όλα τα δεινά. Φτάνει να κατείχε την εξουσία και τότε θα τα έφτιαχνε όλα στην εντέλεια».

Το κλίμα της εποχής αποδίδεται επίσης και με τη στοχευμένη χρήση λαογραφικών στοιχείων που αφορούν τον καθημερινό βίο. Χρηστικά αντικείμενα πλαισιώνουν το σκηνικό όπως οικιακά σκεύη, οπλισμός, ενδύματα ενισχύοντας τη ρεαλιστική απεικόνιση της εποχής, στην οποία δεσπόζει η μορφή του Ιωάννη Καποδίστρια ως ένθερμου πατριώτη, ιδεαλιστή, ακάματου υπηρέτη των εθνικών συμφερόντων, μη φειδόμενου προσπαθειών και βασάνων για τη νεκρανάσταση της Ελλάδας. Προσωπικότητα που διαγράφεται, τόσο μέσα από τα δικά του λόγια όσο κι από τα λόγια άλλων γι’ αυτόν. «Ανυπομονώ να βρεθώ το ταχύτερο ανάμεσα στο πλήθος των στερήσεων, της τύρβης, της ακαταστασίας, των κάθε είδους μηχανορραφιών και των τόσων άλλων προβλημάτων που χαρακτηρίζουν τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα» λέει ο Κυβερνήτης που είναι σαν να έχει αποποιηθεί τη γήινη υπόστασή του, περιγραφόμενος με αγιογραφική σχεδόν τεχνοτροπία από τον συγγραφέα.

Οι ξένοι εκφράζονται με βαθιά εκτίμηση και σεβασμό γι’ αυτόν – ο Άγγλος ναύαρχος Κόδριγκτον ομολογεί : «Όσο κι αν προσπάθησα να μην τον συμπαθήσω στάθηκε αδύνατο να μην αναγνωρίσω το μέγεθος του ανδρός». Αλλά και ο ίδιος ο Μέττερνιχ ο άσπονδος φίλος του αναγνωρίζει ότι χαρακτηρίζεται από αλτρουισμό κι ανυποχώρητη αγωνιστικότητα αποκαλώντας τον Ιωάννη της Αποκάλυψης.

Κι όταν σε μια αποστροφή του λόγου του ο προσωπικός φρουρός του του λέει εντοπίζοντας εύστοχα το μικρόβιο της Ελληνικής φυλής «αφού οι άνθρωποι εδώ, είναι ολοφάνερο, δεν θέλουν να πάει μπροστά ο τόπος. Αφού δεν ενδιαφέρονται παρά για το κομματικό συμφέρον και το τομάρι τους, αφού μισούν ο ένας τον άλλο, γιατί δεν τους αφήνετε να πάνε στο γέρο – διάολο;» ο Καποδίστριας του απαντά : «Ρίψασπις δεν υπήρξα ποτέ και δεν θα γίνω τώρα», οριοθετώντας έτσι και τη διαφορά ανάμεσα στον πολιτικό και στο πολιτικάντη.

Enter your text here …