Scroll Top

Στάθης Κουτσούνης, “Στου κανενός τη χώρα” – Κριτική από την Χρύσα Αλεξοπούλου

 Ανίδεοι νενικήκαμεν

 

Το έβδομο ποιητικό βιβλίο του Στάθη Κουτσούνη, Στου κανενός τη χώρα, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (Σεπτέμβριος 2020), αποτελεί έναν επιπλέον σταθμό στη σταθερή πορεία της ποιητικής του έκφρασης. Πρόκειται για μια σύνθεση με βασικούς άξονες περιεχομένου τη φθορά, την απώλεια, τον θάνατο, όπως μας προϊδεάζει και η επιλογή του πίνακα για το εξώφυλλο («Exit Fig. XXI» του Vl. Velickovic), όπου εικονίζεται ένα ανθρώπινο σώμα γυμνό από κάθε γνώρισμα (φύλο, ηλικία κλπ.) να αφήνει τον χώρο του χρώματος και να μπαίνει στην επικράτεια του μαύρου, στο σκοτάδι που ήδη έχει αρχίσει να το εξαφανίζει, να το καταπίνει. Για τον τίτλο θα γίνει αργότερα σχετική αναφορά.
Ο αναγνώστης γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι ο ποιητής επιλέγει με γνήσιο και αβίαστο τρόπο να προσεγγίσει τα δύσκολα και απευκταία, αλλά υπαρκτά και παρόντα. Αποτυπώνει με τα εργαλεία της τέχνης του τον θάνατο που συντελείται σε πολλές μορφές ύπαρξης, εικονοποιεί στιγμιότυπα φθοράς, για παράδειγμα στις «νεκρές φύσεις» (i, ii, iii, iv, σσ. 10, 18, 26, 34), εισάγει χωρίς μελοδραματισμούς σε ατμόσφαιρα όπου πλανάται η βεβαιότητα της απώλειας, η πραγματικότητα του θανάτου.
Ο Στάθης Κουτσούνης κατορθώνει να συνδυάσει αρμονικά τις δελεαστικές –ίσως και ακραίες– προτροπές της ζωής που τα επιθυμεί όλα χωρίς όρια, «βάλε φωτιά να καούν τα όρια» (σ. 13), με τη βεβαιότητα του τέλους που απαιτεί τη συνενοχή της ζωής σε ένα παιχνίδι με τους δικούς του κανόνες. Αυτή η αρμονία, μάλιστα, επιτυγχάνεται τόσο στο σύνολο της συλλογής όσο και στη σύνθεση ενός μόνο ποιήματος (π.χ. «το μήλο», σ. 13). Η ταλάντωση διακρίνεται από κανονικότητα και δεν διαταράσσεται η αλήθεια ότι ζωή και θάνατος είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, δυο αλληλένδετες εκφάνσεις της φύσης.
Συζητά ο ποιητής με τη φθορά, την απώλεια, την απουσία, τις διαψεύσεις, τις υποστασιοποιεί, τις βάζει απέναντι, τις παρατηρεί, τις αποδέχεται με ωριμότητα, μας τις κάνει οικείες, γιατί είναι αδιάψευστες πραγματικότητες, υπάρχουν μέσα στο «είναι» μας, αλλά δεν υποχωρεί στη δύναμή τους, τις υπονομεύει με τον τρόπο που η τέχνη ξέρει να το επιχειρεί, «ονειρεύεται τότε μιαν απόδραση/ […]/ στης αστραπής ν’ ανεβαίνει τη σέλα/ και στις φυτείες των απαλών του χρόνων/ να ξαναβρίσκει τη χαμένη του γενιά/ και με τον άνεμο παρέα ν’ αλητεύει» (σ. 16). Τολμά να γίνει ακόμα και μακάβρια κυνικός συνομιλώντας περιπαικτικά με το αποτρόπαιο, «χώμα στο χώμα ο νεκρός/ ωραίος αποτρόπαια/ μες στο μικρό εξοχικό του» (σ. 18). Άλλοτε πάλι δείχνει πώς ξεγελιέται ο άνθρωπος προβάλλοντας στον άλλο κόσμο συνήθειες της ζωής, για παράδειγμα στο ποίημα «στεφάνι», «να μού τα βάλεις μαζί [τα στέφανα] όταν φύγω/ έννοια σου και θα τον παντρευτώ ξανά/ τον πατέρα σου εκεί πέρα// εκτός εάν/ μέσα στο τόσο πλήθος/ δεν καταφέρουμε ποτέ ν ‘ανταμωθούμε» (σ. 23), όχι γιατί δεν ξέρει ότι αυτά εκεί δεν γίνονται, αλλά γιατί θέλει μόνο να προσπαθεί να τα αναιρέσει.
Στο ποίημα «σκεύος εκλογής»(σ. 20) ο προδομένος αυτόχειρας αίρει τις αμαρτίες όλων όσοι τον μιμήθηκαν στο πέρασμα των αιώνων, γιατί εν τέλει ίσως όλοι σταυρώθηκαν ολομόναχοι, όπως αυτός ( σ. 21), κάτω από αναπόδραστες συνθήκες, για τις οποίες μικρή ευθύνη είχαν. Το ίδιο συμβαίνει με τη γυναίκα που δεν ονοματίζει ο ποιητής, στο ποίημα «απολογία», γιατί έγινε σύμβολο, χαρακτήρας που αυτονομήθηκε από το τραγικό της δραματικής ποίησης και σήκωσε την ενοχή της εκδίκησης πολλών ομοφύλων της. Λειτουργούν και οι δύο ως αρχετυπικοί ήρωες, επομένως δεν τους αιχμαλωτίζει ο ποιητής μέσα στα ονόματά τους, ούτε Ιούδας ούτε Κλυταιμνήστρα. Αυτά τα ποιήματα είναι και τα πιο εκτενή αφηγηματικά ποιήματα της συλλογής.
Εντυπωσιάζει, κατά τη γνώμη μου, η εστίαση που γίνεται στα ποιήματα «θέατρο» (σ. 36) και «κανιβαλισμός» (σ. 37), στα της φύσης έμβια, και μη, όντα, χλωρίδα και πανίδα, τα οποία συναντώνται και συμφύρονται στη διαδικασία της απώλειας, από διαφορετική θέση το καθένα και με διαφορετικό ρόλο, σε φρικτή αλληλοεπιχώρηση.
Δυο ποιήματα επιλέγει για το τέλος ο ποιητής, με το ένα, «παίζω άρα υπάρχω» (σ. 42), ομολογεί αυτό που αποκαλύπτουν όλες οι συνθέσεις της συλλογής, ότι τόλμησε να «παίξει» δημιουργικά με τα δύσκολα της ύπαρξης επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη μέσω της γνώσης του τέλους της. Με το άλλο, «coda» (σ. 43) –μουσικός κυρίως όρος που δηλώνει το κομμάτι, απλό ή περίπλοκο, που οδηγεί μια σύνθεση στο τέλος της– ο Στάθης Κουτσούνης φανερώνει την πρόθεσή του, η οποία άλλωστε διέτρεξε ολόκληρο το σώμα της συλλογής, να «ιντριγκάρει» τον θάνατο «γευόμενος μέχρι το μεδούλι/ την ηδονή από τα μικρά μου τρόπαια/ […]/ και βγάζοντας απ’ το μανίκι μου τον άσο/ θα σ’ αναγκάσω σε παράταση» (σ.43).
Η ποιητική ιδέα της συλλογής αναπτύσσεται με μορφή λιτή και απροσποίητο τρόπο, ωστόσο ιδιαίτερα υποβλητικά με λόγο υπαινικτικό που εντείνει την αμεσότητα μέσα από οικεία στιγμιότυπα (π.χ. «νήμα», σ. 24 ), μέσα από διαλόγους με προσωποποιημένα αντικείμενα (π.χ. «χίμαιρα», σ. 40). Ο ποιητής, επίσης, χτίζει εικόνες και νοήματα καταφεύγοντας στην αλληγορία (π.χ. στο «δέος», σ. 16), άλλωστε και στις δυο –τουλάχιστον– τελευταίες του συλλογές, Έντομα στην εντατική (2008) και Στιγμιότυπα του σώματος (2014), η αλληγορία συνιστά ένα από τα γνωρίσματα της αισθητικής του συνείδησης.
Ολιγόστιχα είναι κυρίως τα ποιήματα αποσκοπώντας στον τονισμό του μηνύματος, την έξαρση της ποιητικής ιδέας. Εικόνες, οπτικές και ακουστικές, από την καθημερινή εμπειρία, «μονολογούσε η γυναίκα/ με το χιόνι στα μαλλιά/ και τα γαλάζια ποτάμια/ στα χέρια και τα πόδια» (σ. 27) ή «ακούγονται οι χτύποι του σφυριού/ σαν τα χρόνια του πεθαμένου/ που ξεκολλήσαν απ’ το σώμα του/ και πέφτουν ένα ένα/ κέρματα στο τσιμέντο» (σ. 15), συμβάλλουν στη άμεση πρόσληψη του νοήματος.
Απουσιάζει η στίξη, ίσως γιατί «στου κανενός τη χώρα» κυριαρχεί η αδιάλειπτη, χωρίς διακοπές, ύπαρξη της ανυπαρξίας, ή γιατί η απουσία στίξης επιτρέπει την αλληλοϋπονόμευση των νοημάτων, όπως συμβαίνει εξαιρετικά στο ποίημα «σύγχυση» (σ. 20).
Ο ποιητής εμμένει στα πεζογράμματα τόσο στους τίτλους των ποιημάτων–με εξαίρεση δύο ονόματα, «Εύα» (σ.12) και «Αρέθουσα» (σ. 33), εμβληματικών γυναικών διαφορετικής γραμματειακής προέλευσης με αναλογίες όμως στις μορφές απώλειας και τον συμβολισμό τους– όσο και κατά την ανάπτυξη των ποιημάτων. Γίνεται ίσως γιατί «στου κανενός τη χώρα» τίποτα δεν ξεχωρίζει από τα άλλα, είναι όλα ίδια και ισομεγέθη;
Ποίηση όμως είναι κυρίως γλώσσα και ο Στάθης Κουτσούνης και με τη φιλολογική του εξάρτυση κατέχει τη γλώσσα και τολμά, προκειμένου να υπηρετήσει με αρτιότητα το ποιητικό γεγονός, να επιλέξει συγκείμενα που προκαλούν, «ανίδεοι νενικήκαμεν» (σ. 11) ή «φιλάρεσκα απολαμβάνει/ σε θέση περίβλεπτη της φυλακής του/ των περαστικών τα βλέμματα» (σ. 16) κ.τ.ό. Τολμά να ανακαλέσει λέξεις από το παρελθόν της γλώσσας, εργαλεία δυναμικά, κι έτσι απέναντι στο «δέος» παραθέτει την «ορρωδία» (σσ. 14, 15), το «άχθος» (σ. 25) , το «ενεός» (σ. 28), και να συνεκφέρει τόσο αρμονικά εντός της «ορρωδίας» το δημώδες «κοτάει» προσαρμοσμένο στην προθετικότητα του ανθρώπου ενός άλλου καιρού, «μια γριά» […] δεν κοτάει» (σ. 15).
Άφησα για το τέλος τον σχολιασμό του τίτλου, Στου κανενός τη χώρα. Είναι η χώρα του κανενός, νομίζω, γιατί είναι η χώρα όλων μας αυτή η χώρα στο επέκεινα, νυν και αεί, δεν ανήκει αποκλειστικά σε κανέναν, δεν υπάρχουν εκεί ιδιοκτησίες και ιδιοκτήτες.
Ο Στάθης Κουτσούνης πιστεύω ότι πέτυχε μια δύσκολη ισορροπία: θέλησε να μας συμβιβάσει με την πιο βέβαιη πραγματικότητα που προτιμάμε να αγνοούμε, δεν θέλησε όμως να καταθλιβούμε, αλλά να εκτιμήσουμε συνειδητά το τώρα, την κάθε ημέρα σύμφωνα με τον ευριπίδειο στίχο που έθεσε στην προμετωπίδα του βιβλίου του. «Τόδ’ ἧμαρ ἡμῖν κύριον», απαντά ο Ορέστης στο «θανούμεθα» της Ηλέκτρας που προηγήθηκε. Στην ημέρα που μας ανήκει εστιάζει ο ποιητής, αυτή να γευόμαστε, όπως ο καθένας μπορεί, κι έτσι θα βγάζουμε «απ’ το μανίκι τον άσο» για «παράταση». Μήπως αυτό δεν επιδιώκουν οι καταγραμμένες απόπειρες όλων των μορφών της Τέχνης;

Στάθης Κουτσούνης, Στου κανενός τη χώρα, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020