Scroll Top

Μαρία Λάτσαρη – Καν’ το όπως ο Λεξ

«Μέχρι ποιο σημείο η ποίηση μπορεί να προχωρήσει προς την κατεύθυνση της προπαγάνδας, ώστε να είναι ακόμη σε θέση να διεκδικεί τα προνόμια της τέχνης;».1 Αυτό το ερώτημα που διατύπωσε ο Κώστας Βάρναλης, το απάντησε ο ίδιος με την κοινωνικοπολιτική του στράτευση. Οι απαντήσεις του στη συλλογή Το Φως που καίει έγιναν η αιτία να αποπεμφθεί το 1926 από την Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών όπου δίδασκε.
Το συγκεκριμένο, όπως και άλλα ερωτήματα που αφορούν τη λειτουργία της λογοτεχνίας είναι διαχρονικά: Ποιο είναι το όριο στην κοινωνική-ιδεολογική λειτουργία της λογοτεχνίας ώστε να μην βλάπτεται το αισθητικό αποτέλεσμα; Είναι η λογοτεχνία μέσο για να γνωρίσει κανείς την κοινωνία που ζει; Μήπως η λογοτεχνία αποτελεί πεδίο όπου κατασκευάζονται κοινωνικά στερεότυπα; Μπορεί η λογοτεχνία να παγιδεύσει τη συλλογική μνήμη; Χρησιμοποιεί ο λογοτέχνης τη μέθοδο του Προκρούστη για να διαμορφώσει απόψεις; Αν ναι, πώς αυτό μπορεί να αποφευχθεί;
Μόνο αν ο λογοτέχνης είναι ελεύθερος: αν συνειδητοποιήσει ότι δεν κατέχει τη μοναδική αλήθεια, ότι δεν τον φωτίζει κάποια εξωτερική χάρη, ούτε είναι προορισμένος για κάποιον ιδιαίτερο σκοπό. Γράφει ο Μίμης Σουλιώτης:

«Σου διανθίζω τη μαγειρική
με τα παρασκευάσματα μια άλλης τέχνης
υψηλής, μα κι αυτής
επίσης στ’ ανθρώπινα όρια»,
κουβέντιαζα με τη γυναίκα μου στα περιθώρια
της προετοιμασίας για μύδια κρασάτα2
(…)

Ελεύθερος, επίσης, είναι ο δημιουργός όταν αρνείται να υπηρετήσει ορισμένη κομματική αντίληψη και δεν εντάσσει το έργο του στην υπηρεσία του ιδεολογικού χώρου που τον εκφράζει. Με άλλα λόγια όταν διάγει τον λογοτεχνικό του βίο του ως πολιτικό ζώο, κατά την αριστοτελική αντίληψη του όρου. Θεμιτό είναι να ασκεί έμμεσα κριτική στα πολιτικά τεκταινόμενα, χωρίς, όμως, να κηδεμονεύει, να δικάζει, να γράφει μανιφέστα ή δοξολογίες. Συνεπώς, χωρίς να υποδύεται τον φιλόσοφο, τον πολιτικό ή τον ακτιβιστή, είναι ελεύθερος να στοχάζεται χωρίς ιδεοληψίες και να αναρωτιέται για τα αίτια των τόσο ανορθολογικών πεποιθήσεων που μας χωρίζουν τον έναν από τον άλλον, και κάνουν τις κοινωνίες μας τόσο προβληματικές.
Ως αποτέλεσμα η λογοτεχνία που παράγεται, είναι καρπός της κοινωνίας, έκφραση του ιδεολογικο-κοινωνικού γίγνεσθαι της εποχής μας και ταυτόχρονα δώρο προς αυτήν. Αυτή η λογοτεχνία μας αφορά όλους, αυτή που καταγράφει και φωτίζει σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα – όπως είναι η άγονη, ξενοφοβική στάση απέναντι στην ετερότητα, η κλιματική αλλαγή, οι ταξικές ανισότητες, η χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Με τον τρόπο αυτόν, η λογοτεχνία δεν είναι απλώς αντανάκλαση της κοινωνίας αλλά λειτουργεί και ως διορθωτικός καθρέφτης όπου τα μέλη της μπορούν να κοιτάξουν τον εαυτό τους, να αντιληφθούν την ανάγκη για θετική αλλαγή και να την επιχειρήσουν.
Και ποιο είναι το πρώτο βήμα; Η αυτεπίγνωση και η κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Είναι σημαντικό ο λογοτέχνης να συνειδητοποιήσει ότι η ανθρώπινη φύση είναι γενετική κληρονομιά του παλαιολιθικού παρελθόντος μας. Ότι η δυσλειτουργία του είδους μας και κατ’ επέκταση της κοινωνίας οφείλεται στην κληρονομική μυωπία με την οποία όλοι μας είμαστε εξοικειωμένοι. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να νοιαστούν για τους άλλους ανθρώπους. Δεν γίνεται, όμως, λογοτεχνία χωρίς ενσυναίσθηση. Και χωρίς αυτήν, ο δημιουργός δεν μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες του παρόντος στο μέλλον.
Βέβαια, δεν είναι το ζητούμενο τα λογοτεχνικά έργα να απαντήσουν με δραματικό οίστρο σε όλα τα ερωτήματα που αφορούν την ανθρωπότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι βασικά συστατικά της λογοτεχνίας είναι το γλωσσικό παιχνίδι, η μεταμόρφωση, οι συμβολισμοί και η φαντασία. Η καλή λογοτεχνία είναι σαρκωμένη και η αναζήτηση του νοήματος γίνεται με έμμεσους τρόπους, απροσδόκητους και ανοίκειους, και γι’ αυτό ελκυστικούς. Δεν αποτελεί πιστή αναπαράσταση των συμβαινόντων σκοπός της είναι να αναδείξει όσες το δυνατόν περισσότερες εν δυνάμει πραγματικότητες και να προκαλέσει την αυθόρμητη συγκίνηση. Ακόμη και όταν ο λογοτέχνης περιγράφει κοινωνικά θέματα, καλό θα ήταν να αποφεύγει από τη μια τον «πρετ α πορτέ» δημοσιογραφικό λόγο – τον χωρίς μεταφορές, μετωνυμίες και ειρωνική εμμεσότητα και από την άλλη τη δοκιμιακή γλώσσα σε περιτύλιγμα επιστημονικής διδαχής.
Επιπρόσθετα, ο λογοτέχνης ζει σα φθαρτός, και γι’ αυτόν τον λόγο γράφει. Η φωνή του δύναται να είναι πιο ιδιωτική, να μιλά για τις άλυτες οικείες αντιφάσεις. Τέτοιες φωνές δεν γεμίζουν αμφιθέατρα. Οι αναγνώστες τις προσεγγίζουν ένας ένας, με τρόπο, όμως, μόνιμο και εξακολουθητικό. Το ευκταίο και επιθυμητό θα ήταν να υπάρχει ανατροφοδότηση: Η ιδεολογική-πολιτική αντιπαράθεση να αποτελεί το έναυσμα για την υπαρξιακή θεώρηση κάποιων πραγμάτων. Ούτως ή άλλως, οι αναφορές στο παρελθόν γίνονται με όρους της σημερινής πραγματικότητας και το βέβαιο του θανάτου υπερνικά τα πάντα.
Επομένως, ο λογοτέχνης θα μπορούσε να συνδυάσει και τα δύο, την οξυμένη κοινωνική ματιά και την δική του προσωπική αλήθεια. Ας προβληματιστεί με το παράδειγμα του Λεξ, που γράφει στίχους για την «Αγία» ελληνική οικογένεια αλλά και για την εσωστρέφεια της κοινωνίας, την οικονομική κρίση, την ανεργία, την αστυνομική βία, τον ρατσισμό και τον φασισμό. Τον ράπερ που αγγίζει τους νέους, τον «ποιητή του περιθωρίου» (τίτλο που δεν αποδέχεται ο ίδιος), τον Λεξ που οι λέξεις του γεμίζουν τα υπάρχοντα κενά.
Συνοψίζοντας, τα λογοτεχνικά έργα δεν είναι καταναλωτικά προϊόντα και ο άξιος δημιουργός δεν αναπαράγει απλώς τα πτερόεντα της τρέχουσας επικαιρότητας. Μην έχοντας λοιπόν, ως υπέρτατο στόχο την ένταξή του στην πνευματική «ελίτ», ας αποσπάσει το ουσιώδες απ’ τα πράγματα, το διαχρονικό απ’ το προσωρινό. Και επειδή ακόμη και κάτι καθολικά αποδεκτό μπορεί πάντα να αποδειχτεί αναδρομικά λανθασμένο, ο λογοτέχνης ας φτιάξει μύθους για τη ζωή γιατί έτσι θα μπορέσει να την απομυθοποιήσει.

1. Roderick Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ποίηση και Πεζογραφία, 1821-1992, μτφ. Ευαγγελία Ζουργού – Μαριάννα Σπανάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996
2. Μίμης Σουλιώτης, ε’, Ταμπλό βιβάν, Περί Ποιητικής. 1974-1999, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1999