Scroll Top

T.S.ELIOT/Πρελούδια – Μετάφραση: Νεοκλής Κυριάκου

Πρελούδια

I

Το χειμωνιάτικο βράδυ ησυχάζει
Με μυρωδιά μπριζόλας στις στοές.
Έξη η ώρα.
Οι καμένες άκριες καπνισμένων ημερών.
Και τώρα μια δυνατή βροχή τυλίγει
Τα βρώμικα υπολείμματα
Από ξεραμένα φύλλα στα πόδια σου
Κι εφημερίδες απ’ τις αλάνες.
Η βροχή κτυπά
Τις σπασμένες περσιάνες και τις καπνοδόχους,
Και στη γωνιά του δρόμου
Ένα μοναχικό άλογο ταξί ασθμαίνει και κτυπά τα πόδια του.

Κι ύστερα τα φώτα ανάβουν.
ΙΙ
Το πρωϊνό έρχεται στη συνείδηση
Με την αδύνατη μυρωδιά από μπαγιάτικη μπύρα
Απ΄τον πατημένο με πριονίδια δρόμο
Μ΄όλα τα λασπωμένα πόδια που πιέζουν
Σε πρωϊνά στέκια του καφέ.
Μαζί με τ΄άλλα μασκαρέματα
Που ο χρόνος ξαναρχίζει,
Κάποιος σκέφτεται όλα τα χέρια
Που σηκώνουν βρώμικες σκιές
Σε μια χιλιάδα επιπλωμένα δωμάτια.
ΙΙΙ
Έριξες μια κουβέρτα απ΄το κρεββάτι,
Έπεσες με την πλάτη, και περίμενες
Αποκοιμήθηκες, και παρακολούθησες τη νύκτα ν΄αποκαλύπτει
Τις χιλιάδες πρόστυχες εικόνες
Που η ψυχή σου αποτελείτο
Τρεμόπαιξαν στο ταβάνι.
Κι όταν όλος ο κόσμος επέστρεψε
Και το φως σύρθηκε ανάμεσα στις γρίλιες
Κι άκουσες τα σπουργίτια στις υπονόμους,
Είχες ένα τέτοιο όραμα του δρόμου
Που ο δρόμος δύσκολα καταλαβαίνει.
Ενώ κάθεσαι στην άκρη του κρεβατιού, όπου
Τύλιξες τα χαρτιά απ΄τα μαλλιά σου,
Ή έσφιξες τα κίτρινα πέλματα των ποδιών
Στις παλάμες και των δυο λερωμένων χεριών.
ΙV
Η ψυχή του τεντώθηκε σφικτά στους ουρανούς
Που ξεθώριαζαν πίσω από ένα τετράγωνο της πόλης,
και ποδοπατούνταν από επίμονα πέλματα
Στις τέσσερις και πέντε κι έξη η ώρα.
Και κοντά τετράγωνα δάκτυλα γεμίζοντας τις πίπες,
Και βραδυνές εφημερίδες, και μάτια
Σίγουρα για κάποιες βεβαιότητες,
Η συνείδηση ενός μαυρισμένου δρόμου
Ανυπόμονου ν΄αναλάβει τον κόσμο.
Συγκινούμαι από φαντασίες που τυλίγονται
Γύρω απ΄αυτές τις εικόνες, και κολλάνε:
Η ιδέα ενός απεριόριστα ευγενούς
και πονεμένου πράγματος.
Σκούπισε τα χέρια στο στόμα σου, και γέλα.
Οι κόσμοι γυρίζουν σαν αρχαίες γυναίκες
Που μαζεύουνε τροφή σ΄άδειες αλάνες.Preludes

I

The winter evening settles down
With smell of steaks in passageways.
Six o’clock.
The burnt-out ends of smoky days.
And now a gusty shower wraps
The grimy scraps
Of withered leaves about your feet
And newspapers from vacant lots;
The showers beat
On broken blinds and chimney-pots,
And at the corner of the street
A lonely cab-horse steams and stamps.
And then the lighting of the lamps.
II
The morning comes to consciousness
Of faint stale smells of beer
From the sawdust-trampled street
With all its muddy feet that press
To early coffee-stands.
With the other masquerades
That time resumes,
One thinks of all the hands
That are raising dingy shades
In a thousand furnished rooms.
III
You tossed a blanket from the bed,
You lay upon your back, and waited;
You dozed, and watched the night revealing
The thousand sordid images
Of which your soul was constituted;
They flickered against the ceiling.
And when all the world came back
And the light crept up between the shutters
And you heard the sparrows in the gutters,
You had such a vision of the street
As the street hardly understands;
Sitting along the bed’s edge, where
You curled the papers from your hair,
Or clasped the yellow soles of feet
In the palms of both soiled hands.
IV
His soul stretched tight across the skies
That fade behind a city block,
Or trampled by insistent feet
At four and five and six o’clock;
And short square fingers stuffing pipes,
And evening newspapers, and eyes
Assured of certain certainties,
The conscience of a blackened street
Impatient to assume the world.
I am moved by fancies that are curled
Around these images, and cling:
The notion of some infinitely gentle
Infinitely suffering thing.
Wipe your hand across your mouth, and laugh;
The worlds revolve like ancient women
Gathering fuel in vacant lots.