Scroll Top

Marios Chatziprokopiou, Greece

Marios Chatziprokopiou, Greece


Rhythm of the world, Study II

The Poems


The Doctor said:
“Maybe there’ll be no need for
an Operation.
Maybe with some toning exercises
at the gym
they’ll be fine.”

At some point, age fourteen,
I palpated them
And out came a thick white liquid
like milk

I was frightened
I was glad

[ and what if I am really a woman?
since a persistent itch between the legs
since the moistened skin, seems about to break open?]

The Doctor
ordered tests. I was hoping
for female hormones, in a diagnosed
rescued body.

Mother came with the test results
[a murderous banner]
in hand: “A Man,
good and proper!”

[Have I ever seen her more overjoyed?]

And: “look at this hair growth”, a family friend
pointed at me – back seat, a Sunday ride.
The thighs thickly sprouting, forest-like
while on the flabby torso breasts

“And if we go through
with the operation?”

“The operation
will take care of esthetics, long-term”, said the Doctor,
“Though when the shirt comes off – something all too easy for a guy –
two white scars
will be visible.”

Under the nipples.
Under the puffy,
as if milk-filled, nipples of the adolescent.

A heaven-sent in winter
the snugness of clothes.
But there comes
spring, there comes the outdoors season
of humid heat
Season of sweat

season of bad-aid!

[ Besides,
mother too, at fourteen, tightly bound
her breasts in a wrap, to avoid being
provocative ]

the pain.
Now, I know, it’s called
angina pectoris. Then, I thought
It was the breasts breaking out.

                                                  [That little girl had said as much – summertime,
before junior high school, at the village
uphill on the way to grandma’s

– she stood stock still:
“it hurts
my chest hurts as it’s growing”.

A few days before she had cried
over the first blood, her mother being complicit comforting
for the crime of being a woman. And:
“I want a boy cousin
not a girl!”

She’d said it one night she had me to herself. We were dancing Lambada. “How
can I explain? Mind
how you dance, mind
how you do your hair, how
we play princesses!” I couldn’t make sense of it. She also said
“Gypsies eat children alive”, “the Turks
get earthquakes from God for their just desserts”… Plumb, carefree children. And, already, fear in orbit. The slaughter
merely imminent ]

But for now
“Exercise. Exercise. Toning exercises”, recommends the Doctor
Because the operation, indelible mark. “Exercise”
The father too roars, bright red:
“Not another word about operations”.




Ο Γιατρός είπε: «Ίσως να μη χρειαστεί
Εγχείρηση. Ίσως με ασκήσεις τόνωσης
στο γυμναστήριο
να στρώσει.»

Κάποια στιγμή, στα δεκατέσσερα
Τα μάλαξα
Και βγήκε ένα πηχτό υγρό, λευκό
σαν γάλα


[ και αν είμαι όντως γυναίκα;
αφού και ανάμεσα στα πόδια επίμονος κνησμός
αφού το δέρμα νοτισμένο, πάει να ανοίξει; ]

Ο Γιατρός
ζήτησε εξετάσεις. Ήλπιζα
σε ορμόνες θηλυκές, σε διαγνωσμένο
σωσμένο σώμα.

Η μαμά ήρθε με τα αποτελέσματα
[ φονικό λάβαρο ]
στο χέρι: «Άντρας
με τα όλα του!».

[ Την έχω δει πιο γελαστή; ]

Και: «δες τριχοφυΐα», με έδειχνε
οικογενειακή μας φίλη –πίσω κάθισμα
σουλάτσο Κυριακής. Δάσωναν
οι μηροί, θέριευαν
ενώ στον πλαδαρό κορμό τρεμόπαιζαν
τα στήθη.

« Κι αν γίνει
η εγχείρηση;» «Η εγχείρηση
θα βοηθήσει τη μακρο-αισθητική», είπε ο Γιατρός
«Μα με το που βγάλεις την μπλούζα
–και η μπλούζα βγαίνει πολύ εύκολα στον άντρα –δύο λευκές ουλές
θα αποκαλύπτονται.»
Κάτω απ’ τις ρώγες. Κάτω απ’ τις πρησμένες
τις σαν γεμάτες πύο ρώγες του εφήβου.

Σωτήρια το χειμώνα η θαλπωρή
των ρούχων. Αλλά έρχεται
η άνοιξη, έρχεται ο καιρός
των εκδρομών, της υγρής

Καιρός του ιδρώτα

καιρός του χανζαπλάστ!

[ Άλλωστε
και η μάνα μου στα δεκατέσσερα έσφιγγε
με ζώνη τα βυζιά, μην τυχόν
προκαλέσει ]

ο πόνος. Τώρα το ξέρω, λέγεται
στηθάγχη. Τότε νόμιζα
πως ήτανε τα στήθη που ξεσπάν.

[ Το είχε πει το κοριτσάκι εκείνο –καλοκαίρι
πριν πάμε πρώτη γυμνασίου, στο χωριό
στην ανηφόρα για το σπίτι της γιαγιάς
πονάει το στήθος μου που μεγαλώνει».

Πριν λίγες μέρες είχε κλάψει για το πρώτο αίμα
η μάνα της, συνένοχη παρηγοριά
στο έγκλημα να είσαι γυναίκα. Και:

«θέλω να έχω ξαδελφούλη
όχι ξαδελφούλα!». Το είχε πει ένα βράδυ που με ξεμονάχιασε. Χορεύαμε Λαμπάντα. «Πώς
να σου εξηγήσω; Πρόσεχε
πώς χορεύεις, πρόσεχε
πώς φτιάχνεις τα μαλλιά, πώς
παίζουμε τις πριγκίπισσες!». Δεν καταλάβαινα. Έλεγε ακόμη
«οι Τσιγγάνοι τρων παιδιά», «στους Τούρκους
ο Θεός στέλνει σεισμό-τιμωρία»… Παιδάκια στρουμπουλά, ξέγνοιαστα. Και ο φόβος
σε τροχιά, ήδη. Η σφαγή
απλώς επίκειται ]

Μα για την ώρα
«Γυμναστική. Γυμναστική. Ασκήσεις τόνωσης», προτείνει ο Γιατρός
Γιατί η εγχείρηση, ανεξίτηλο σημάδι. «Γυμναστική»
Ωρύεται κι ο πατέρας κατακόκκινος:
«Και να μην ξανακούσω για εγχειρήσεις».


Rhythm of the world, Study II

And a time came when the sun drew away from the world and the cold thickened. And a new ice age was underway. And the sickness burrowed into friends’ bodies. And stigmata appeared on the skin. And my mouth opened, it sang.

Lepra orientalis Lepra indica Lepra hebraica Lepra aegyptica

And scorpions, crabs and spiders nestled in my head. And tiny devils screwed it and flattened it like a pear. And dead people’s souls. And my father’s soul. And they toiled for me to get amnesia. And the cussed at me: “You slut! You shameless hussy!”

And one night at midnight the guard came into my chamber. And as the bright rays were plowing the nape of my neck he grabbed me ouch the hair and put a bib round my neck. And he tore off my clothes and he spat and kicked at me and locked me up in dungeons.

And spiders and flies and midges and ants and bees and earwigs and moths were miraculously born and buzzing as soon as I fell asleep and they pulled by eyelids open by force.

And a time came when god drew away from the world and abandoned it. And the cat devoured the mouse and the spider the fly undisturbed. And god abandoned me.
And they became waterlogged. And the constellations sank. And humans withered, shadows. I was left all alone on the earth.

And the ground opened. And I was falling and falling and passing through forests with thick trees that grew steadily thinner, steadily more desolate. To the bowels of the earth.

Where I looked on my wife’s tombstone.

And the darkness turned into a luminous, silver lake. I swam.

And the silver turned yellow, the waters started to congeal. And all at once I built a castle in the middle of the lake and I went up the ramparts as the thick yellowness grew all round. And I was shaking. For I knew the sickness was encircling me.

And the heavens opened. And they pulled me into their belly. And I saw. Before my feet. The pale blue firmament.

They gifted me a martyr’s wreath
The rays that healed my pestilence
They did away with the barren sickness
They resurrected my unborn children

And from a hapless survivor, I am become a crowd.


Ρυθμός του κόσμου, Σπουδή Δεύτερη

Και ερχόταν καιρός που ο ήλιος μάκραινε από τον κόσμο και το ψύχος πύκνωνε. Και μια νέα ερχόταν εποχή παγετώνων. Και στων φίλων τα σώματα τρύπωνε το τιχτικό. Και στο δέρμα τυπώνονταν στίγματα. Και το στόμα μου άνοιγε, τραγουδούσε.

Lepra orientalis Lepra indica Lepra hebraica Lepra aegyptica

Και σκορπιοί και καβούρια και αράχνες φώλιαζαν στο κεφάλι μου. Και διαβόλοι μικροί το βιδώναν και το πλάταιναν σαν αχλάδι. Και ψυχές πεθαμένων. Και η ψυχή του πατέρα μου. Και πασχίζαν να πάθω αμνησία. Και με βρίζαν:

Και μια νύχτα μεσάνυχτα ήρθε ο φύλακας στην κάμαρή μου. Και την ώρα που οργώναν το σβέρκο μου φωτεινές οι ακτίνες με άρπαξε αχ τα μαλλιά και μου φόρεσε στο λαιμό μια σαλιάρα. Και με έφτυνε και με γύμνωνε και με κλώτσαγε και με κλείδωνε στα μπουντρούμια.

Και αράχνες και μύγες και σκνίπες και μυρμήγκια και μέλισσες και ψαλίδες και σκώροι γεννιούνταν ευθύς από θαύμα και βούιζαν με το που με έπαιρνε ο ύπνος και μου ανοίγαν τα βλέφαρα στανικά.

Και ερχόταν καιρός που ο θεός μάκραινε από τον κόσμο και τον εγκατέλειπε. Και η γάτα τον ποντικό και η αράχνη τη μύγα ανενόχλητα κατασπάραζαν. Και ο θεός με εγκατέλειπε.
Και πλημμύριζαν Και βυθίζονταν οι αστερισμοί. Και οι άνθρωποι φύραιναν, γίνονταν ίσκιοι. Είχα μείνει ολομόναχος πάνω στη γη.

Και ανοίξαν τα χώματα Και έπεφτα και έπεφτα και περνούσα από δάση με πολύφυλλα δένδρα που ολοένα αραίωναν ολοένα ερήμωναν Ώς τα έγκατα.

Όπου αντίκρυσα της γυναίκας μου το μνημούρι.

Και το σκότος έγινε πάμφωτη λίμνη ασημένια. Kολύμπησα.

Και το ασήμι κιτρίνισε, τα νερά πήραν να πήζουν. Και μεμιάς χτίζω πύργο στη μέση της λίμνης και σκαρφάλωσα στις πολεμίστρες, ενώ πλήθαινε ολόγυρα το πηχτό κιτρινάδι. Και έτρεμα Γιατί γνώριζα πως με κύκλωνε το τιχτικό.

Και ανοίξαν οι ουρανοί Και με τράβηξαν στην κοιλιά τους. Και είδα. Μπρος στα πόδια μου. Το γαλάζιο στερέωμα.

Του μάρτυρα στεφάνι μου χαρίσαν
Οι ακτίνες που έγιαναν τη συμφορά μου
Τη στέρφα την αρρώστια καταργήσαν
Ανάστησαν τα αγέννητα παιδιά μου

Κι από έρμος επιζών, γίνομαι πλήθος

Τhe Poet

Marios Chatziprokopiou: A poet, performer, and researcher based in Athens, Greece. His first poetry book Local Tropics (Antipodes 2019) has been shortlisted for the State Literary Award for Poetry, and the Hellenic Authors’ Society’s ‘Varveris Prize’. The book investigates issues of queer mourning and desire in relation to folk poetic traditions. Translated into English and French, his poetry has been published in several literary magazines and edited volumes. He translates Clarice Lispector from Portuguese to Greek. He has presented performances, sound poems, and lecture performances internationally, and collaborated as a dramaturg in several theatre productions His studies, research, and creative practice have been supported by numerous institutions (Foundation Michelis, French Ministry of Culture, National Research Centre of Brazil, Onassis Foundation, Athens Festival, Dimitria Festival, Macedonian Museum of Contemporary Art, Research Centre for the Humanities, Halle 14 Spinnerei etc.). He works as an adjunct lecturer and postdoctoral researcher at the University of Thessaly.


Μάριος Χατζηπροκοπίου: Ποιητής, περφόρμερ και ερευνητής με έδρα την Αθήνα. Το πρώτο του βιβλίο ποίησης «Τοπικοί Tροπικοί» (Αντίποδες 2019) ήταν στις βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Ποίησης και των βραβείων «Γιάννη Βαρβέρη» της Εταιρείας Συγγραφέων. Το βιβλίο διερευνά ζητήματα κουήρ πένθους και επιθυμίας σε σύνδεση με προφορικές ποιητικές παραδόσεις. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και τα γαλλικά και έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Μεταφράζει το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ από τα πορτογαλικά στα ελληνικά. Έχει παρουσιάσει περφόρμανς, ηχητικά ποιήματα και παραστασιακές διαλέξεις διεθνώς, ενώ έχει συνεργαστεί ως δραματουργός σε αρκετές θεατρικές παραγωγές. Οι σπουδές, η έρευνα και η καλλιτεχνική του πρακτική έχουν υποστηριχθεί από πολυάριθμους θεσμούς (Ίδρυμα Μιχελή, Γαλλικό Υπουργείο Παιδείας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Βραζιλίας/ CNPq, Ίδρυμα Ωνάση, Φεστιβάλ Αθηνών, Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες, Halle 14 Spinnerei, κ.α.). Εργάζεται ως διδάσκων και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.